MONEY & MARKET, ΘΕΜΑ THEOPINION
Ακίνητα: «Φαβορί» τα μεσαίου μεγέθους σπίτια – Τι ισχύει στη Θεσσαλονίκη
Οι βασικοί παράγοντες που λαμβάνουν υπόψιν οι αγοραστές στις δύο μεγαλύτερες πόλεις και την περιφέρεια
Τη… χρυσή μεσότητα φαίνεται πως επιλέγουν οι Έλληνες αγοραστές ακινήτων σε ό,τι αφορά το μέγεθος των κατοικιών. Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα στατιστικά της REMAX Ελλάς για το 2025, έτσι όπως καταγράφηκαν σε σχετική έρευνα, με δείγμα χιλιάδες ολοκληρωμένες περιπτώσεις αγοραπωλησιών.
Κεντρικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι μία στις δύο κατοικίες που αποκτήθηκαν πέρυσι στην Ελλάδα ήταν επιφάνειας από 51 έως 100 τ.μ. Ωστόσο, δεν λείπουν και οι διαφοροποιήσεις, τόσο μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης όσο και ως μεταξύ των δύο μεγάλων αστικών κέντρων και της υπόλοιπης χώρας.
Ειδικότερα, τα σκήπτρα στις προτιμήσεις των αγοραστών πανελλαδικά κρατούν τα διαμερίσματα εμβαδού από 51 έως 75 τ.μ., με ποσοστό 26,4% επί του συνόλου. Σε μικρή απόσταση, με ποσοστό 25,9%, συναντάμε τα ακίνητα εμβαδού από 76 έως 100 τ.μ.
Στην τρίτη θέση βρίσκονται τα μεγάλα ακίνητα, από 101 μέχρι 150 τ.μ., σε ποσοστό 20,8%, και στην τέταρτη, πάντα με βάση την έρευνα, συναντούμε τις κατοικίες έως 50 τ.μ., με ποσοστό 19,2% επί του συνόλου. Τέλος, τελευταίες και… καταϊδρωμένες από πλευράς αγοραστικού ενδιαφέροντος έρχονται οι κατοικίες άνω των 151 τ.μ., με ποσοστό 7,7%.
Η Θεσσαλονίκη ψηφίζει μεγαλύτερα σπίτια –αλλά πόσο μεγαλύτερα τελικά;
Όπως αναφέρει η έρευνα, βασικα κριτήρια για τη στροφή των αγοραστών σε ακίνητα μεσαίας επιφάνειας είναι ο συνδυασμός λειτουργικότητας και ευελιξίας με ένα προσιτό κόστος απόκτησης και συντήρησης.
Χαρακτηριστική είναι η κατάσταση στην Αττική, όπου τα διαμερίσματα επιφάνειας 51 έως 75 τ.μ. βρέθηκαν στην πρώτη θέση των προτιμήσεων, με ποσοστό 29%. Σύμφωνα με τη REMAX, αυτή η τάση αντανακλά μία προσπάθεια ισορροπίας, από τα σύγχρονα νοικοκυριά, ανάμεσα στη λειτουργικότητα του ακινήτου και τη συγκράτηση του κόστους διαβίωσης.
Στην Αττική, αμέσως μετά ακολουθούν τα ακίνητα εμβαδού από 76 έως 100 τ.μ. με ποσοστό 26,3%, ενώ οι κατοικίες από 101 έως 150 τ.μ. επιλέχθηκαν σε ποσοστό 20,7% επί του συνόλου. Από την άλλη, τα ακίνητα έως 50 τ.μ. συγκέντρωσαν το 16,8% των προτιμήσεων, ενώ εκείνα άνω των 151 τ.μ. περιορίστηκαν στο 7,2%.

Αντίθετα, η Θεσσαλονίκη φαίνεται πως «ψηφίζει» μεγαλύτερα σπίτια συγκριτικά με την Αθήνα: Σύμφωνα με την έρευνα, στη συμπρωτεύουσα το υψηλότερο ποσοστό αγοραπωλησιών (35,5%) αφορούσε ακίνητα 76 έως 100 τ.μ., ενώ τα ακίνητα από 51 έως 75 τ.μ. ακολούθησαν σε ποσοστό 30%. Στην τρίτη θέση βρίσκουμε κατοικίες έως 50 τμ., με 18% του αγοραστικού ενδιαφέροντος.
Ωστόσο, αυτή η διαφοροποίηση ίσως οφείλεται σε μία «ιδιαιτερότητα» της Θεσσαλονίκης ως προς το πώς προωθούνται τα ακίνητα στην αγορά, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συλλόγου Μεσιτών Θεσσαλονίκης, Θάνο Τσουλκανάκη.
«Στην Αθήνα οι ιδιοκτήτες έχουν την τάση να διαφημίζουν τα καθαρά τετραγωνικά, ενώ εδώ τα μεικτά, μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους. Αυτό σημαίνει ότι ένα ακίνητα 70 τ.μ. στη Θεσσαλονίκη πρακτικά έχει ίδιο εμβαδόν με τα 50 τ.μ. της Αθήνας. Είναι διαφορετικός ο τρόπος που λειτουργεί η αγορά», εξηγεί στο The Opinion, προαναγγέλοντας ότι ο Σύλλογος καταβάλλει προσπάθειες, ώστε από το καλοκαίρι και μετά οι καταχωρήσεις που εμφανίζονται στα μεγάλα portals αναζήτησης ακινήτων να δημοσιεύονται με τα ίδια κριτήρια και στις δύο πόλεις.
Αυτήν την τάση επιβεβαιώνει και ο Ζήσης Μιχαλάκας, broker/owner του γραφείου REMAX Analogia στην Καλαμαριά. Μάλιστα, χαρακτηρίζει «μαύρο κουτί» την «ψαλίδα» καθαρών και μικτών τετραγωνικών και το πώς αυτή προκύπτει: «Όσο πιο καινούργιο είναι ένα ένα ακίνητο, τόσο πιο μεγάλη είναι η “ψαλίδα“, γιατί εδώ και κάποια χρόνια έχει αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού. Κοινώς, ένα παλιό διαμέρισμα 75 καθαρών τ.μ. αντιστοιχεί σε περίπου 70 τ.μ., ενώ ένα νεόδμητο σε 50 τ.μ.».
Στον «κουβά» των μικτών τετραγωνικών, εξηγεί ο κ. Μιχαλάκας, συμπεριλαμβάνονται κοινόχρηστοι χώροι του κτιρίου, όπως η είσοδος, το κλιμακοστάσιο, το ασανσέρ, η σκάλα προς το δώμα κτλ. Τα τετραγωνικά αυτών των χώρων επιμερίζονται στα διαμέρισματα ανάλογα με το εμβαδόν τους, και έτσι προκύπτουν τα τελικά μικτά τετραγωνικά.
Επενδυτικός αέρας στην Αθήνα… και αεράκι στη Θεσσαλονίκη
Οι ιδιαιτερότητες της Θεσσαλονίκης δεν σταματούν εδώ. Σύμφωνα με τον κ. Τσουλκανάκη, στην αγορά ακινήτων πανελλαδικά αυτήν τη στιγμή κυριαρχεί η αναζήτηση όσο το δυνατόν πιο μικρών ακινήτων, με σκοπό να αποκτηθούν ως επενδυτικές ευκαιρίες. Στην Αθήνα αυτή η τάση μπορεί να καλυφθεί ευκολότερα από ό,τι στη Θεσσαλονίκη.
«Αρχικά, στην Αττική υπάρχουν πολύ περισσότεροι επενδυτές, που κυνηγούν μικρότερα ακίνητα. Επιπλέον, η Αθήνα έχει πολύ μεγαλύτερη ποικιλία σε περιοχές, τύπους ακινήτων και πιθανές χρήσεις. Από το Κολωνάκι και τα νότια προάστια μέχρι τις πιο απομακρυσμένες περιοχές και από φοιτητές μέχρι τουρίστες, οι επενδυτικές ευκαιρίες είναι πολυποίκιλες. Εδώ έχουμε ένα ιστορικό κέντρο, τα πανεπιστήμια και… τέλος», σχολιάζει.
Καθοριστικός υπήρξε, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συλλόγου, και ο μεγάλος σεισμός του 1978, ο οποίος έκανε πιο διστακτικούς τους επενδυτές σε παρεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό των κτιρίων, προκειμένου να «σπάσουν» μεγαλύτερα ακίνητα σε μικρότερα. Στην Αθήνα, αντίθετα, αυτό γινόταν και γίνεται κατά κόρον.
Με όλα αυτά, οι τιμές πώλησης κατοικίας στην πρωτεύουσα είναι αισθητά μεγαλύτερες από αυτές της Θεσσαλονίκης. «Έτσι, πολλοί αγοραστές βάζουν νερό στο κρασί τους και αγοράζουν αναγκαστικά μικρότερα ακίνητα από αυτά που θα ήθελαν. Στη Θεσσαλονίκη, που το πράγμα δεν έχει ξεφύγει τόσο, υπάρχουν ακόμα ευκαιρίες και για μεγαλύτερα σπίτια», λέει ο κ. Μιχαλάκας.
Ο τουρισμός παράγοντας-κλειδί για τις αγοραστικές επιλογές στην περιφέρεια
Περισσότερο… των άκρων φαίνεται πως είναι η υπόλοιπη επικράτεια, βάσει της έρευνας, αφού οι αγοραστές δείχνουν υπαρκτό ενδιαφέρον είτε για πολύ μικρά ακίνητα είτε για πολύ μεγάλα.
Βάσει των στοιχείων που δημοσιοποίησε η REMAX, οι κατοικίες έως 50 τ.μ. συγκέντρωσαν το 20,3% του συνόλου των αγοραπωλησιών, ποσοστό υψηλότερο από αυτό της Αττικής και της Θεσσαλονίκης. Όμως, και τα ακίνητα άνω των 151 τ.μ. σημείωσαν το υψηλότερο ποσοστό πανελλαδικά, με 8,3%.

Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες ακινήτων, στην πρώτη θέση βρέθηκαν τα ακίνητα επιφάνειας από 51 έως 75 τ.μ. με ποσοστό 24,6%, ενώ μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα, στο 23,6%, βρέθηκαν οι κατοικίες εμβαδού από 76 έως 100 τ.μ., ενώ οι κατοικίες επιφάνειας από 101 έως 150 τ.μ. κάλυψαν το 23,2% του συνόλου των αγοραπωλησιών που πραγματοποιήθηκαν από το δίκτυο της REMAX Ελλάς.
«Η εικόνα αυτή καταδεικνύει μεγαλύτερη διασπορά των αγοραπωλησιών μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών εμβαδού σε σύγκριση με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα, γεγονός που αντανακλά την πολυμορφία της αγοράς κατοικίας στην υπόλοιπη Ελλάδα», σχολιάζει η REMAX Ελλάς σε σχετική ανακοίνωση.
Ο κ. Τσουλκανάκης θεωρεί ότι αυτή η διασπορά εξαρτάται από το αν μία περιοχή είναι τουριστική ή όχι: «Σε περιοχές ταχέως αναπτυσσόμενες τουριστικά, όπως ο Βόλος, η Αλεξανδρούπολη και τα Γιάννενα, υπάρχει μεγάλη ζήτηση για μικρά ακίνητα. Απ’ την άλλη, στην Καστοριά ή την Άρτα, για παράδειγμα, τι να το κάνεις το μικρό σπίτι –επενδυτικά, πάντα, μιλώντας;».
Μαζί του συμφωνεί και ο κ. Μιχαλάκας, αφού υποστηρίζει ότι εκτός τουριστικών περιοχών επιλέγονται μεγαλύτερα σπίτια λόγω του ότι έχουν πολύ χαμηλότερες τιμές απ’ ό,τι στα μεγάλα αστικά κέντρα. «Αυτά δεν νομίζω ότι πωλιούνται με επενδυτικό ενδιαφέρον αλλά με σκοπό την ιδιοκατοίκηση. Γενικά, τα μικρά διαμερίσματα πάντα υπερτερούν των μεγαλύτερων ως προς τα έσοδα που μπορούν να αποφέρουν από τα ενοίκια. Σε όποια πόλη κι αν πας, από την Κρήτη μέχρι την Ορεστιάδα, περισσότερα έοσδα θα έχεις από τρία διαμερίσματα των 40 τ.μ, για παράδειγμα, παρά από ένα των 120 τ.μ.».
Ιδού ένα μικρό παράδειγμα, λοιπόν, του πόσο αλλάζει η έννοια της «ευκαιρίας» από περιοχή σε περιοχή της χώρας…