28/52: Ένα βήμα προς τη Μητροπολιτική Διακυβέρνηση της Θεσσαλονίκης
Με σεβασμό στις αρμοδιότητες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης
Το αίτημα για μητροπολιτική διακυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη είναι παλιό — η ενιαία αντιμετώπιση της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης αποτυπώνεται και σε νομοθετικά κείμενα, όπως το ρυθμιστικό σχέδιο Θεσσαλονίκης, αλλά και στη νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, όπως στον νόμο του Καλλικράτη. Και στον πρόσφατο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης γίνεται λόγος για «Μητροπολιτικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης». Το αίτημα αυτό προκύπτει από μία προφανή αλήθεια: ένα πολεοδομικό συγκρότημα έχει δίκτυα που το διατρέχουν και περνούν από τα διοικητικά όρια πολλών δήμων. Η εγγύτητα μεταξύ των δήμων σημαίνει ότι η εγκατάσταση μιας περιβαλλοντικά επιβλαβούς δραστηριότητας σε έναν δήμο επηρεάζει τους άλλους. Κάτι πιο πρακτικό: ένας δήμος μπορεί να έχει μαγαζιά και, για να πάει ο κόσμος εκεί, επιβαρύνεται η κυκλοφορία στα όρια άλλου δήμου. Μία μονοδρόμηση, ένα φανάρι, μία στένωση ή διαπλάτυνση οδοστρώματος, όλα αυτά επηρεάζουν περισσότερους από έναν δήμους. Στη Θεσσαλονίκη οι διανοίξεις στο επάνω μέρος της Λεωφόρου Λαγκαδά (ήδη Μίκη Θεοδωράκη) επηρέασαν τουλάχιστον τέσσερις δήμους.
Για τον λόγο αυτό έχει συζητηθεί πολλές φορές να δημιουργηθεί ένας φορέας που να συντονίζει τους δήμους της Θεσσαλονίκης, όταν ασκούν αρμοδιότητες που επηρεάζουν και γειτονικούς δήμους. Όμως, ενώ το αίτημα διατυπώνεται από πολλές πλευρές, συνήθως δεν διευκρινίζονται τέσσερις κρίσιμες παράμετροι: α) η σύνθεση του οργάνου, β) η επιλογή ή εκλογή του οργάνου, γ) αν το όργανο αυτό θα έχει αυτοτελή προϋπολογισμό και, αν ναι, από πού θα προέρχονται οι πόροι του, και δ) αν το όργανο αυτό δεσμεύει ή δεσμεύεται από τις αποφάσεις των δήμων. Δηλαδή: Θα είναι όργανο που θα αποτελείται από δημάρχους ή εκπροσώπους τους; Θα έχει κάποια συμμετοχή και η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας; Μήπως θα είναι όργανο που θα έχει άμεση εκλογή από το εκλογικό σώμα ή έμμεση εκλογή από τα δημοτικά συμβούλια ή την Περιφερειακή Ένωση Δήμων Θεσσαλονίκης; Θα μπορεί να αναθέτει έργα; Να προσλαμβάνει προσωπικό; Με ποια χρήματα; Και, μετά, θα μπορεί να ακυρώνει αποφάσεις των δήμων; Οι αποφάσεις του θα είναι δεσμευτικές για τους δήμους;
Όπως και να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, ουσιαστικά ένας φορέας με αποφασιστικές αρμοδιότητες θα αποτελούσε έναν νέο, ενδιάμεσο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης, ανάμεσα στους δήμους του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης και στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Και, πέρα από τα συνταγματικά ζητήματα που θα έθετε, θα προκαλούσε συγκρούσεις και δυσλειτουργίες με τους καθιερωμένους φορείς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης. Δεν πρόκειται για μεταφορά του μοντέλου που ισχύει σε πολλές μεγάλες πόλεις του εξωτερικού, όπου το πολεοδομικό συγκρότημα αποτελεί τον δήμο, τη βασική διοικητική μονάδα, τον πρωτοβάθμιο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, με υποδιαιρέσεις που αντιστοιχούν σε μεγάλα δημοτικά διαμερίσματα. Αυτό το μοντέλο έχει ενδιαφέρον να συζητηθεί, αλλά οδηγεί, στην πραγματικότητα, στη σύσταση ενός μεγάλου δήμου και όχι ενός ενδιάμεσου φορέα.
Πριν προχωρήσω τη συζήτηση, να επισημάνω ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχουν ήδη δύο φορείς που ασκούν αρμοδιότητες σε επίπεδο πολεοδομικού συγκροτήματος, ίσως και λίγο πέρα από αυτό: ο ΟΣΕΘ, ο Οργανισμός Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης, που εποπτεύει και τον ΟΑΣΘ, τον Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης, και η ΕΥΑΘ, η Εταιρεία Ύδρευσης Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης. Φορείς που διαχειρίζονται τη συγκοινωνία και το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης της Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα. Οι φορείς αυτοί είναι κρατικοί και η διοίκησή τους ορίζεται κεντρικά. Η θεσμική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στη διοίκησή τους είναι περιορισμένη στον ΟΣΕΘ και ανύπαρκτη στην ΕΥΑΘ. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται στον τεχνοκρατικό χαρακτήρα των δύο αυτών φορέων, ωστόσο θα έπρεπε να βρίσκεται τρόπος ώστε να συνομιλούν, τουλάχιστον, με την τοπική κοινωνία κατά τρόπο θεσμοθετημένο.
Όπως υπονόησα παραπάνω, ένα όργανο με αποφασιστικές αρμοδιότητες που θα βρεθεί ανάμεσα στους δύο βαθμούς της αυτοδιοίκησης είναι ιδιαιτέρως προβληματικό. Όμως είναι απολύτως απαραίτητο ένα μόνιμο τραπέζι διαλόγου μεταξύ των δημάρχων του πολεοδομικού συγκροτήματος — και αυτό το τραπέζι μπορεί να είναι ένα συλλογικό όργανο, με μια γενική γνωμοδοτική αρμοδιότητα. Δηλαδή, μπορεί να συσταθεί, ως ειδικό συλλογικό όργανο, ένα Συμβούλιο Μητροπολιτικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης, στο οποίο εκπροσωπούνται όλοι οι Δήμαρχοι των δήμων της Α΄ Θεσσαλονίκης (Αμπελοκήπων-Μενεμένης, Καλαμαριάς, Κορδελιού-Ευόσμου, Θεσσαλονίκης, Νεάπολης-Συκεών, Παύλου Μελά) και κάποιων που συνορεύουν με αυτούς (Θέρμης, Πυλαίας-Χορτιάτη). Το συμβούλιο αυτό έχει ως αρμοδιότητα την παροχή έγκρισης για οποιαδήποτε απόφαση αφορά διαδημοτικά δίκτυα (όδευση, επικοινωνία, ρεύμα) και λαμβάνεται είτε από έναν από τους δήμους, είτε από την Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, είτε από το κράτος. Μάλιστα, θα μπορεί στις περιπτώσεις αυτές να έχει αναβλητικό βέτο, αν συγκεντρώνει πλειοψηφία 3/5 των δημάρχων που συμμετέχουν, αν εκπροσωπούν δήμους με το 70% του πληθυσμού του συγκροτήματος. Αν δηλαδή το συλλογικό αυτό όργανο γνωμοδοτήσει ότι μία απόφαση για δίκτυα επηρεάζει δυσμενώς το πολεοδομικό συγκρότημα συνολικά, η ισχύς της απόφασης αυτής θα αναστέλλεται για δύο μήνες — εκτός αν, με ειδική αιτιολογία, ληφθεί νέα απόφαση από το αποφασιστικό όργανο. Το δικαίωμα του αναβλητικού βέτο θα μπορεί να ασκηθεί εντός δεκαπέντε ημερών από την αποστολή της απόφασης στο συλλογικό όργανο, αλλιώς, ακόμη και αν δοθεί αρνητική γνώμη και δεν δοθεί έγκριση επί μίας απόφασης, αυτή δεν θα επηρεάζει την ισχύ της.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπου οι δήμοι ήδη έχουν γνωμοδοτική αρμοδιότητα (πολεοδομικός σχεδιασμός, περιβαλλοντική αδειοδότηση) το συλλογικό όργανο θα έχει πρόσθετη γνωμοδοτική αρμοδιότητα (όχι αναβλητικό βέτο). Μάλιστα, η λειτουργία αυτού του οργάνου θα μπορούσε να βοηθήσει και στον καλύτερο συντονισμό των τοπικών πολεοδομικών σχεδίων που εκπονούνται στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του προγράμματος Κωνσταντίνος Δοξιάδης. Δηλαδή, οι δήμοι θα εκφράζουν κατά μόνας τις απόψεις τους στις περιπτώσεις αυτές, αλλά επιπλέον θα μπορούν να τις συζητούν και να τις εκφράζουν και συλλογικά και, το κυριότερο, συντονισμένα.
Ειδικά στον ΟΣΕΘ και την ΕΥΑΘ, θα μπορούσε να συσταθεί μία συμβουλευτική επιτροπή, με ισχυρή εκπροσώπηση των δήμων και των τοπικών φορέων, κατά τα πρότυπα της αντίστοιχης επιτροπής της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης. Δηλαδή, θα μπορούσε να υπάρχει η εκπροσώπηση των φορέων, που εκφράζουν την αιρετή αυτοδιοίκηση και την τοπική κοινωνία, και στους φορείς που ασκούν εν τοις πράγμασι μητροπολιτικές λειτουργίες στη Θεσσαλονίκη.
Μία νομοτεχνικής φύσεως σημείωση: θα πει κανείς, Γιατί μας τα λες αυτά, τώρα που έχει ψηφιστεί ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης; Εκεί δεν έπρεπε να ενσωματωθεί μία τέτοια πρόταση; Η απάντησή μου είναι ότι, επειδή εδώ μιλάμε ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, μία μητροπολιτική λειτουργία θα έπρεπε να αποτυπωθεί στη νομοθεσία για το ρυθμιστικό σχέδιο Θεσσαλονίκης, του οποίου η αλλαγή θα έπρεπε να είναι ένα από τα βασικά αιτήματα της πόλης.
Πάντως, βασικό αποτέλεσμα που προσδοκάται να έχει η λειτουργία ενός τέτοιου συλλογικού οργάνου είναι ο συντονισμός των φορέων της Θεσσαλονίκης. Περαιτέρω, η δημιουργία μιας κουλτούρας όπου τα ζητήματα της πόλης αντιμετωπίζονται πάντα, έστω και γνωμοδοτικά, ως ζητήματα όλου του συγκροτήματος, ανεξαρτήτως των ειδικότερων διοικητικών υποδιαιρέσεων. Η κουλτούρα αυτή μπορεί να θέσει και τις βάσεις για τη δημιουργία του μεγάλου, του μητροπολιτικού Δήμου Θεσσαλονίκης στο μέλλον.