Τα 57 ευρώ φανερώνουν την αποτυχία του τουριστικού μοντέλου

Η Κεντρική Μακεδονία υποδέχεται εκατομμύρια επισκέπτες, αλλά παραμένει ουραγός στην τουριστική αξία επειδή δεν έχει δημιουργήσει λόγους για να μείνουν και να ξοδέψουν.

Τα 57 ευρώ φανερώνουν την αποτυχία του τουριστικού μοντέλου
Απολαύστε τα χρώματα του φθινοπώρου στην Ελλάδα (φωτ. Ντέπυ Χιωτοπούλου)

Υπάρχουν σκηνές που εκφράζουν μία πόλη καλύτερα από οτιδήποτε. Ένας επισκέπτης στη Θεσσαλονίκη περπατά από τους Δώδεκα Αποστόλους στην Αρχαία Αγορά, και μετά από στάση στην Αχειροποίητο, φτάνει στη Ροτόντα. Κατόπιν βρίσκεται στα Ανάκτορα του Γαλερίου και ύστερα επισκέπτεται την Αγία Σοφία και το Αγίασμα του Αγίου Ιωάννη. Μέσα σε λίγες ώρες γίνεται θεατής υψηλής ρωμαϊκής και βυζαντινής τέχνης, παγιδευμένης μέσα σε αδιάφορο αστικό περιβάλλον. Διασχίζει ιστορικά μέρη, δίχως πληροφορίες για τα -παγκόσμιας σημασίας- μνημεία στη διαδρομή του. Κλείνει τη μέρα του με μια βόλτα στα υποκαταστήματα των μεγάλων αλυσίδων και με ένα δείπνο λίγων ευρώ. Έχει επισκεφτεί μια μητρόπολη 2.300 ετών, συμπρωτεύουσα τριών αυτοκρατοριών, τόπο της πρώτης κοινωνικής εξέγερσης στην Ευρώπη, αλλά δεν το έχει συνειδητοποιήσει. Δεν ευθύνεται για την άγνοιά του. Ευθύνεται η ίδια η πόλη, και πρωτίστως οι ηγέτες της.

Τα τελευταία στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ έρχονται απλώς να επιβεβαιώσουν μια πραγματικότητα που γνωρίζουμε καλά. Η Κεντρική Μακεδονία βρίσκεται ψηλά σε αριθμό επισκεπτών: τρίτη στη χώρα, με περισσότερα από 7 εκατομμύρια αφίξεις το 2025, όμως παραμένει ουραγός στη μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση: μόλις 57 ευρώ. Βρίσκεται στην τελευταία θέση ανάμεσα στις 13 Περιφέρειες της χώρας, κάτω από πολλές σαφώς φτωχότερες.

Το πρόβλημά της δεν είναι η έλλειψη τουριστών. Το πρόβλημά της είναι ότι οι τουρίστες δεν βρίσκουν αρκετούς λόγους για να παραμείνουν περισσότερο και, κυρίως, να ξοδέψουν περισσότερα.

Η διαφορά με την Αττική είναι χαρακτηριστική: εκεί η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση φτάνει τα 119 ευρώ. Σίγουρα παίζει ρόλο η υψηλότατη παγκόσμια αναγνωρισιμότητα της πρωτεύουσας· μόνο αυτή έχει Ακρόπολη. Ωστόσο, τούτη η αβυσσαλέα διαφορά οφείλεται και στο εξής: η Αθήνα προσφέρει ένα διαφορετικό οικοσύστημα. Αναλογικά διαθέτει περισσότερα πεντάστερα ξενοδοχεία, υπερωκεάνιες αεροπορικές συνδέσεις, υπηρεσίες για απαιτητικούς πελάτες, πολλά καταστήματα πολυτελών ειδών· συστατικά που καθιστούν κάθε επίσκεψη σε προσοδοφόρα δραστηριότητα.

Αντίθετα, η ΠΚΜ βασίζεται σε ένα city break μοντέλο χαμηλότερης δαπάνης. Βαλκανικός οδικός τουρισμός, διαμονές Σαββατοκύριακου, ταξιδιώτες που καταφθάνουν με low-cost αερομεταφορείς. Είναι σίγουρα πολύτιμο κοινό, αλλά δεν αρκεί για να τη μετατρέψει σε ώριμο διεθνή προορισμό, για μικρά και μεγάλα βαλάντια. Συνεπώς, ο μεγάλος αριθμός τους υποβαθμίζει τη ζωή των μόνιμων κατοίκων, μα δεν αναβαθμίζει αρκετά την τοπική οικονομία

Εδώ λοιπόν βρίσκεται η ουσία. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνει η Κεντρική Μακεδονία ακριβότερη. Ήδη οι τιμές υπηρεσιών και ακινήτων στη Θεσσαλονίκη και στη Χαλκιδική πιέζουν τους μόνιμους κατοίκους, χωρίς να προσφέρουν ποιότητα ανάλογη με ανταγωνιστικούς ευρωπαϊκούς προορισμούς. Το ζητούμενο είναι ποιοτικότερες εμπειρίες για τους επισκέπτες. Η περιοχή μας θα έπρεπε να δίνει περισσότερες αφορμές για σπατάλη, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη.

Η ΠΚΜ έχει γαστρονομία, αλλά όχι αρκετά οργανωμένο γαστρονομικό τουρισμό· δεν έχει παρουσία στον οδηγό Michelin ούτε αρκετά premium εστιατόρια και μπαρ. Έχει ιστορία, μα όχι –μέχρι στιγμής– ολοκληρωμένη αρχαιολογική διαδρομή που να συνδέει τα κυριότερα μνημεία της. Έχει αρχαιολογικούς χώρους παγκόσμια γνωστούς, όπως η Βεργίνα, η Πέλλα και το Δίον, αλλά αποκομμένους από εξυπηρετικά δίκτυα τουριστικής μετακίνησης. Έχει μεγάλη αγορά λιανικής, που είναι όμως υπερβολικά συμβατική. Έχει κρασί, τρόφιμα και πλούσια φύση στην εξαιρετική ενδοχώρα της, μα δεν έχει έναν σταθερό μηχανισμό που να τα συνδέει με τα αξιοθέατά της. Έχει παντού γειτονιές με αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, όμως δεν είναι φροντισμένες και προβεβλημένες.

Ακόμη και ο Άθως παραμένει αδικαιολόγητα απόμακρος. Ένας επισκέπτης που δεν μπορεί να επισκεφθεί το Άγιο Όρος θα έπρεπε να παίρνει μια μικρή γεύση της μοναστικής παράδοσης μέσω ειδικού μουσείου και εύκολης θαλάσσιας περιήγησης. Εν τούτοις, η όποια πρόσβαση παραμένει υποτυπώδης και εποχική, πλήρως εξαρτημένη από την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Σε γενικές γραμμές, ανάλογη παραμέληση αντιμετωπίζουν ο σύγχρονος πολιτισμός, τα εικαστικά, οι αγορές αντικών και χειροτεχνημάτων, η υψηλή ραπτική, και φυσικά ο συνεδριακός και ο ιατρικός τουρισμός. Η περιοχή διαθέτει παρελθόν, ανθρώπους, υποδομές και συγκριτικά πλεονεκτήματα, αλλά δεν εξελίσσεται σε δημοφιλέστερο προορισμό διότι δεν υπάρχουν τρεις βασικές προϋποθέσεις: περισσότερες εθνικές και διεθνείς αεροπορικές συνδέσεις, κίνητρα για την παραγωγή και εμπορία αγαθών εξαιρετικής ποιότητας, και φρέσκο αφήγημα που θα συνθέτει όλα τα πλεονεκτήματά της σε ολοκληρωμένο περιζήτητο προϊόν.

Παρά αυτή την αδήριτη ανάγκη, Δήμοι, Περιφέρεια, κεντρικό κράτος, μεταφορείς, παραχωρησιούχοι και εκπρόσωποι του τουρισμού λειτουργούν εντελώς ανοργάνωτα. Επί έτη πολλά φορτώνουν τις ευθύνες αλλού, ενώ κανείς τους δεν αναλαμβάνει σοβαρές πρωτοβουλίες.

Η Θεσσαλονίκη και η Κεντρική Μακεδονία δεν χρειάζονται μία ακόμη -προβλέψιμη- δαπανηρή καμπάνια. Χρειάζονται μακροπρόθεσμο σχέδιο, ανεπηρέαστο από θητείες αιρετών, βασισμένο σε δράσεις και έργα με ουσιαστικό αποτύπωμα. Τα 57 ευρώ δεν είναι ένας απλός αριθμός. Είναι η αποτίμηση της διαχρονικής αδυναμίας να αξιοποιηθούν τα πολλά προσόντα τους.