Η σιωπηλή ψυχική εξάντληση της εποχής μας: Όταν ο άνθρωπος συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά έχει αρχίσει να αδειάζει εσωτερικά
Αρθρογραφεί στο TheOpinion, η Κυριακή Λέντζιου, Κλινική Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια
Αρθρογραφεί στο TheOpinion, η Κυριακή Λέντζιου, Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, Πιστοποιημένη Βιοθυμική Υπνοθεραπεύτρια, Τραυματοθεραπεύτρια EMDR, Οικογενειακή Συστημική Θεραπεύτρια Master Practitioner στις Διατροφικές Διαταραχές
Υπάρχει μια μορφή ψυχικής εξάντλησης που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή, όχι επειδή είναι ήπια, αλλά επειδή έχει ενσωματωθεί τόσο βαθιά μέσα στη λειτουργικότητα της καθημερινότητας, ώστε παύει σταδιακά να αναγνωρίζεται ως σύμπτωμα και αρχίζει να βιώνεται ως τρόπος ύπαρξης. Ο άνθρωπος συνεχίζει να εργάζεται, να ανταποκρίνεται, να τηρεί τις υποχρεώσεις του, να είναι παρών στις κοινωνικές και οικογενειακές του σχέσεις, να φαίνεται «εντάξει», ενώ ταυτόχρονα, σε ένα πιο εσωτερικό και λιγότερο ορατό επίπεδο, η ψυχική του διαθεσιμότητα προς τη ζωή έχει αρχίσει να μειώνεται αισθητά.
Αυτό που πολλές φορές περιγράφεται επιφανειακά ως «κούραση», «βαρεμάρα» ή «έλλειψη διάθεσης», στην πραγματικότητα μπορεί να αφορά κάτι πολύ βαθύτερο. Μπορεί να πρόκειται για μια σταδιακά εγκατεστημένη κατάσταση ψυχικής επιβάρυνσης, στην οποία ο οργανισμός, το συναίσθημα και ο νους λειτουργούν υπό ένα σχεδόν μόνιμο καθεστώς υπερφόρτωσης, χωρίς να προλαβαίνουν να επανέλθουν πραγματικά σε κατάσταση ανάπαυσης. Και αυτό είναι κρίσιμο, γιατί η ψυχική εξάντληση δεν εμφανίζεται πάντα με τη μορφή μιας εμφανώς δραματικής κατάρρευσης. Συχνά εγκαθίσταται αθόρυβα, σχεδόν ύπουλα, μέσα από μικρές αλλά επαναλαμβανόμενες ενδείξεις που περνούν εύκολα απαρατήρητες.
Μπορεί να είναι η δυσκολία να σηκωθεί κανείς το πρωί όχι επειδή δεν κοιμήθηκε, αλλά επειδή νιώθει από την πρώτη στιγμή εσωτερικά «βαρύς». Μπορεί να είναι η αίσθηση ότι ακόμη και απλές υποχρεώσεις μοιάζουν δυσανάλογα απαιτητικές. Μπορεί να είναι η ευερεθιστότητα απέναντι σε πράγματα που παλαιότερα δεν θα τον επιβάρυναν, η ανάγκη να αποφεύγει κόσμο, η μειωμένη αντοχή σε θόρυβο, συζήτηση, επαφή ή συναισθηματική απαίτηση. Μπορεί να είναι η δυσκολία συγκέντρωσης, η αίσθηση ότι «δεν χωράει άλλο τίποτα στο κεφάλι», η τάση να ξεχνάει, να αναβάλλει, να αποσυνδέεται ή να αισθάνεται ότι λειτουργεί περισσότερο μηχανικά παρά βιωματικά.
Σε άλλες περιπτώσεις, η ψυχική εξάντληση εμφανίζεται μέσα από συμπεριφορές που δεν αναγνωρίζονται αμέσως ως τέτοιες. Η υπερκατανάλωση τροφής ή, αντίθετα, η πλήρης απώλεια όρεξης, η αδυναμία να απολαύσει κανείς πράγματα που παλιότερα του έδιναν χαρά, η διαρκής ανάγκη για scrolling, η τάση να «μουδιάζει» κανείς μπροστά στην οθόνη χωρίς πραγματική ξεκούραση, η δυσκολία να απαντήσει ακόμη και σε μηνύματα, η αναβλητικότητα, η ανάγκη να απομονωθεί χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί, η αίσθηση ότι δεν έχει χώρο ούτε για τους άλλους ούτε για τον εαυτό του. Όλα αυτά, όταν αποκτούν διάρκεια και επαναληπτικότητα, δεν είναι απλώς κακή διάθεση. Είναι συχνά ενδείξεις ότι ο ψυχισμός έχει αρχίσει να εξαντλεί τα αποθέματά του.
Σε αντίθεση με αυτό που συχνά πιστεύεται, η ψυχική εξάντληση δεν είναι μόνο θέμα «πολλών υποχρεώσεων». Πολύ συχνά σχετίζεται με το γεγονός ότι ο άνθρωπος ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια κατάσταση διαρκούς εσωτερικής ενεργοποίησης, όπου το νευρικό του σύστημα δεν έχει πραγματικά την ευκαιρία να ηρεμήσει. Η παρατεταμένη ενεργοποίηση του άξονα στρες, η συνεχής ανάγκη προσαρμογής, η αβεβαιότητα, η υπερπληροφόρηση, η διαρκής διαθεσιμότητα και η απουσία ουσιαστικής ψυχικής αποσυμπίεσης δεν επιβαρύνουν μόνο το σώμα, αλλά και την ίδια την ικανότητα του ατόμου να αισθάνεται ζωντανό, συνδεδεμένο και ψυχικά παρόν.
Η εποχή μας ενισχύει αυτή την επιβάρυνση με τρόπους που συχνά δεν αναγνωρίζονται ως ψυχικά επιθετικοί, ακριβώς επειδή έχουν κανονικοποιηθεί. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σχεδόν μόνιμα εκτεθειμένος σε πληροφορία, συγκρίσεις, προσδοκίες, επείγοντα, κοινωνική παρουσία και μια εσωτερικευμένη απαίτηση να είναι αποτελεσματικός, ψύχραιμος, διαθέσιμος, παραγωγικός και συναισθηματικά επαρκής, σχεδόν ανεξαρτήτως εσωτερικής κατάστασης. Η ψυχική εξάντληση, λοιπόν, δεν αφορά μόνο το τι συμβαίνει μέσα στον άνθρωπο, αλλά και το τι απαιτείται διαρκώς από εκείνον για να παραμένει «λειτουργικός» μέσα σε ένα περιβάλλον που σπάνια επιτρέπει παύση χωρίς ενοχή.
Σε ψυχοδυναμικό επίπεδο, η επιβάρυνση αυτή συχνά γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν το άτομο έχει μάθει από νωρίς να λειτουργεί μέσα από υπερπροσαρμογή, υπευθυνότητα ή συναισθηματική αυτοσυγκράτηση. Όταν, δηλαδή, έχει εσωτερικεύσει την πεποίθηση ότι πρέπει να αντέχει, να τα καταφέρνει, να μην επιβαρύνει τους άλλους, να είναι «δυνατός», να μη διαλύεται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ψυχική εξάντληση μπορεί να παραμένει για πολύ καιρό αόρατη, όχι επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή έχει μάθει να καλύπτεται πίσω από την ικανότητα του ατόμου να συνεχίζει.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν εγκαίρως τι τους συμβαίνει. Δεν λένε «έχω εξαντληθεί ψυχικά». Λένε «δεν έχω όρεξη για τίποτα», «δεν αντέχω πολύ κόσμο», «θέλω να με αφήσουν ήσυχο», «δεν είμαι όπως παλιά», «δεν ξέρω τι μου φταίει». Και όμως, πολύ συχνά, πίσω από αυτές τις φράσεις δεν κρύβεται αδιαφορία ή τεμπελιά, αλλά ένας ψυχισμός που έχει λειτουργήσει για πολύ καιρό σε συνθήκες υπερφόρτωσης χωρίς επαρκή επεξεργασία, φροντίδα και επαναρρύθμιση.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς φτάνει κανείς εκεί, αλλά και τι πραγματικά βοηθά όταν ήδη βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση. Και εδώ χρειάζεται να γίνει μια σημαντική διάκριση. Η ψυχική εξάντληση δεν αποκαθίσταται πάντα με έναν απλό ύπνο, ένα Σαββατοκύριακο ξεκούρασης ή μια στιγμιαία «απόδραση». Γιατί όταν το πρόβλημα δεν είναι μόνο η κούραση, αλλά η χρόνια απορρύθμιση, τότε αυτό που χρειάζεται δεν είναι απλώς ανάπαυση, αλλά επαναρρύθμιση.
Αυτό σημαίνει, αρχικά, αναγνώριση. Να μπορεί ο άνθρωπος να σταματήσει να ερμηνεύει τη φθορά του ως προσωπική αποτυχία και να αρχίσει να την αναγνωρίζει ως ψυχικό σήμα. Να αποδεχθεί ότι δεν είναι αδυναμία να μη χωράει άλλο μέσα του. Ότι η ανάγκη για παύση, για περιορισμό ερεθισμάτων, για απόσταση από την υπερδιέγερση, για περισσότερο ύπνο, σιωπή, σώμα, φύση, ουσιαστική επαφή ή ψυχοθεραπευτική υποστήριξη δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη επαναφοράς.
Βοηθά επίσης η σταδιακή αποκατάσταση μικρών αλλά ουσιαστικών μορφών ψυχικής φροντίδας. Όχι με τη λογική της «τέλειας αυτοφροντίδας», που συχνά γίνεται και αυτή ένα ακόμη βάρος, αλλά με την έννοια της εσωτερικής αποσυμπίεσης. Η μείωση της συνεχούς έκθεσης σε οθόνες και πληροφορία, η δημιουργία στιγμών χωρίς εξωτερική διέγερση, η αποκατάσταση ενός πιο σταθερού ρυθμού ύπνου, η σωματική κίνηση όχι ως καταναγκασμός αλλά ως εκφόρτιση, η συνειδητή επιλογή λιγότερων αλλά πιο ρυθμιστικών επαφών, η δυνατότητα να μιλήσει κανείς με ειλικρίνεια για το πώς πραγματικά νιώθει και όχι μόνο για το πώς «πρέπει» να φαίνεται ότι είναι.
Και βέβαια, όταν η εξάντληση έχει αρχίσει να γίνεται μόνιμο υπόστρωμα της καθημερινότητας, όταν η αποσύνδεση, η δυσφορία, η αίσθηση εσωτερικού αδειάσματος ή η ψυχοσωματική επιβάρυνση επιμένουν, τότε η ψυχοθεραπεία μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά όχι απλώς ως χώρος εκτόνωσης, αλλά ως χώρος κατανόησης, αποφόρτισης και βαθύτερης επανασύνδεσης με τον εαυτό. Γιατί πολύ συχνά, πίσω από την εξάντληση δεν υπάρχει μόνο «κούραση». Υπάρχει ένα εσωτερικό σύστημα που έχει μάθει να λειτουργεί σε επιβάρυνση για τόσο μεγάλο διάστημα, ώστε έχει ξεχάσει πώς μοιάζει η ψυχική ασφάλεια.
Η σιωπηλή ψυχική εξάντληση, επομένως, δεν είναι αμελητέα. Δεν είναι απλώς μια «δύσκολη φάση» ούτε κάτι που πρέπει κανείς να ξεπεράσει μόνο με περισσότερη προσπάθεια. Είναι ένα σοβαρό ψυχικό σήμα ότι ο άνθρωπος έχει αρχίσει να απομακρύνεται από την εσωτερική του ζωτικότητα. Και ίσως το πιο σημαντικό βήμα να μην είναι να μάθει πώς θα συνεχίσει να αντέχει λίγο ακόμα, αλλά να τολμήσει να αναρωτηθεί, με ειλικρίνεια και χωρίς άμυνα:
Πόσο καιρό έχω να νιώσω πραγματικά καλά μέσα στη ζωή που ζω;