Το Βόρειο Αιγαίο βγάζει τα περισσότερα όμως οι γειτονιές δεν μυρίζουν… ψαρίλα

Σύμφωνα με στοιχεία από την Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία η μεγαλύτερη παραγωγή αλιευτικών προϊόντων για το 2025 ανέρχεται σε 28.452,9 τόνους...

Το Βόρειο Αιγαίο βγάζει τα περισσότερα όμως οι γειτονιές δεν μυρίζουν… ψαρίλα
ΦΩΤΟ ΣΑΒΒΑΣ ΑΥΓΗΤΙΔΗΣ / ΑΛΙΕΙΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026 / ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τα νοικοκυριά θεωρούν τα ψάρια εδώ και καιρό είδος πολυτελείας και δεν περίμεναν την πρόσφατη απεργία των αλιέων για να… ξεχάσουν τη μυρωδιά και την όψη τους

Η ακρίβεια στο ψάρι δεν είναι ένα «καπέλο» που κάποιος το έβαλε και μπορεί να το βγάλει ανά πάσα στιγμή. Είναι το αποτέλεσμα μιας θάλασσας που δεν παράγει πολύ, ενός στόλου που βγάζει όλο και λιγότερα με όλο και μεγαλύτερο κόστος και μιας αγοράς που έχει μάθει να πουλάει το έλλειμμα ως κάτι εξαιρετικό, εορταστικό και απρόσιτο.

Το Βόρειο Αιγαίο βγάζει τα περισσότερα όμως οι γειτονιές δεν μυρίζουν… ψαρίλα

Όσο η συζήτηση μένει στο «να πέσουν οι τιμές» δεν θα πέσουν. Η Μεσόγειος δεν είναι ο Ατλαντικός, είναι φτωχή θάλασσα σε θρεπτικά, τα αποθέματα μικρά και ήδη πιεσμένα κάτι που επιβεβαιώνεται και από την ΕΛΣΤΑΤ Γαύρος, σαρδέλα, λίγος μπακαλιάρος, λίγη γαρίδα βρίσκονται στις πρώτες θέσεις και τα λεγόμενα «καλά» ψάρια του τραπεζιού τα βλέπουμε σπάνια. Η δε άγρια αλιεία μπορεί να ταΐσει μόνο τα νησιά και τις πόλεις της ακτής και να κρατήσει ζωντανό το επάγγελμα. Αυτό είναι το ταβάνι και καλό είναι να το παραδεχτούμε πριν σχεδιάσουμε οτιδήποτε.

Το δεύτερο σκέλος είναι οι υδατοκαλλιέργειες, που ήδη βγάζουν… τριπλάσια ποσότητα από τη θάλασσα και είναι ο πραγματικός όγκος του ελληνικού ψαριού. Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα είναι από τις μεγαλύτερες παραγωγούς τσιπούρας και λαβρακιού στην Ευρώπη και παρ’ όλα αυτά το ελληνικό νοικοκυριό τις βρίσκει ακριβές και τις αγοράζει αραιά. Μεγάλο μέρος της παραγωγής φεύγει για εξαγωγή, γιατί εκεί η τιμή είναι καλύτερη και η ζήτηση σταθερή. Όσο το ενεργειακό κόστος, οι ζωοτροφές και η συγκέντρωση του κλάδου σε λίγους μεγάλους παίκτες μένουν ως έχουν, η εγχώρια αγορά θα παίρνει ό,τι περισσεύει, στην τιμή που αντέχει ο πελάτης των εξαγωγών. Εδώ υπάρχει περιθώριο με συμβόλαια για την εσωτερική αγορά, διαφάνεια στην τιμή από το κλουβί ως το ράφι και ενέργεια φθηνότερη για τις μονάδες.

Στην άγρια αλιεία το αντίστοιχο δεν είναι περισσότερα σκάφη. Ο στόλος είναι ήδη γηρασμένος και τα αποθέματα δεν σηκώνουν μεγαλύτερη προσπάθεια. Η πόρτα που άνοιξε στην ΕΕ για χρηματοδότηση ανανέωσης από το 2028 έχει νόημα μόνο αν τα νέα σκάφη καίνε λιγότερο, είναι ασφαλέστερα και δεν αυξάνουν την ικανότητα ψαρέματος. Μόνιμη επιδότηση πετρελαίου θα κρατούσε ζωντανά καΐκια που διαφορετικά δεν βγαίνουν, αλλά θα πίεζε κι άλλο τα ίδια αποθέματα που ήδη στερεύουν. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για το επιπλέον κόστος καυσίμων είναι εργαλείο κρίσης, όχι πρότυπο. Το μοντέλο είναι λιγότερα, αποδοτικότερα σκάφη, και ψαράς που ζει από την τιμή του κιλού και όχι από την ποσότητα. Εκεί χάνεται σήμερα η αξία. Ο γαύρος και η σαρδέλα φεύγουν σχετικά φθηνά από το καΐκι και φτάνουν στο ιχθυοπωλείο στα 8 με 11 ευρώ, επειδή η αλυσίδα είναι μακριά, τα μεροκάματα λίγα και η εμπιστοσύνη του καταναλωτή χαμηλή. Ένα παράκτιο καΐκι που πουλάει την ψαριά του σε τοπική ιχθυόσκαλα με καθαρή ένδειξη προέλευσης και ημέρας αλίευσης μπορεί να κρατήσει μεγαλύτερο μέρος της τιμής και να δώσει στον καταναλωτή λόγο να προτιμήσει το ελληνικό από το εισαγόμενο. Αυτό δεν θέλει νέα στρατηγική, αλλά ιχθυόσκαλες που λειτουργούν, υποχρεωτική ιχνηλασιμότητα και πρόστιμο σε όποιον πουλάει «ελληνικό» ό,τι δεν είναι.

Το Βόρειο Αιγαίο βγάζει τα περισσότερα όμως οι γειτονιές δεν μυρίζουν… ψαρίλα
ΑΛΙΕΙΣ / ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2026 / ΦΩΤΟ ΣΑΒΒΑΣ ΑΥΓΗΤΙΔΗΣ

Το ίδιο ισχύει και για την τουρκική πίεση. Όταν μηχανότρατες ψαρεύουν σε ελληνικά ύδατα ή σε περίοδο απαγόρευσης, ο Έλληνας ψαράς χάνει απόθεμα που εκείνος δεν επιτρέπεται να πιάσει. Το ίδιο ψάρι μπαίνει μετά στην ιχθυόσκαλα ως εισαγωγή, χάνει και την τιμή. Όσο για το νοικοκυριό έχει πολύ καιρό να μυρίσει… ψαρίλα και όποια πολιτική υπόσχεται φθηνό ψάρι χωρίς να πει ποιος θα το βγάλει, με τι κόστος και από ποιο απόθεμα, απλώς μεταθέτει τον λογαριασμό ο οποίος προς το παρόν, καταλήγει στον καταναλωτή…

Η θάλασσα δίπλα, το ψάρι από… μακριά