ΔΕΘ: Ποιος θα κάνει επιτέλους μία ερώτηση για τον τουρισμό;

Τα ρεκόρ είναι καλοδεχούμενα. Δεν είναι όμως πολιτική. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι τουρισμό θέλουμε να έχει η Ελλάδα σε δέκα χρόνια

ΔΕΘ: Ποιος θα κάνει επιτέλους μία ερώτηση για τον τουρισμό;
EUROKINISSI

Του Διονύση Γιάτρα, Tourism Beyond the Brochure

Κάθε Σεπτέμβριο η Θεσσαλονίκη γίνεται για λίγες ημέρες το πολιτικό κέντρο της χώρας.

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης έχει εδώ και χρόνια ξεπεράσει τα όρια μιας εμπορικής έκθεσης. Είναι το βήμα από το οποίο ο εκάστοτε Πρωθυπουργός παρουσιάζει τις κυβερνητικές προτεραιότητες και οι πολιτικοί αρχηγοί αναπτύσσουν τις δικές τους προτάσεις για την οικονομία και την κοινωνία.

Και ύστερα έρχονται οι συνεντεύξεις Τύπου. Ώρες ερωτήσεων για την οικονομία, τη φορολογία, τους μισθούς, τις συντάξεις, την ακρίβεια, την ενέργεια, τις επενδύσεις, την υγεία, την παιδεία.

Παρακολουθώ αυτή τη διαδικασία εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες. Ως Θεσσαλονικιός, η ΔΕΘ ήταν πάντα για μένα κάτι περισσότερο από μια έκθεση. Ήταν η εβδομάδα που η πολιτική συζήτηση της χώρας μεταφερόταν στην πόλη μας και περίμενα πάντα να ακούσω τι έχει να πει ο κάθε πολιτικός αρχηγός για την επόμενη ημέρα.

Υπάρχει όμως μία απορία που με ακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια:

Πότε θα ακούσουμε μία πραγματικά σοβαρή ερώτηση για τον τουρισμό;

Όχι αν «πήγε καλά η σεζόν». Όχι αν θα έχουμε νέο ρεκόρ αφίξεων. Όχι πόσα εκατομμύρια επισκέπτες περιμένουμε την επόμενη χρονιά.

Αλλά κάτι πολύ πιο ουσιαστικό:

Τι τουρισμό θέλουμε να έχει η Ελλάδα σε δέκα χρόνια;

Το 2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις της χώρας έφτασαν τα 23,6 δισ. ευρώ και το πλεόνασμα του ταξιδιωτικού ισοζυγίου ξεπέρασε τα 20,2 δισ. ευρώ.

Πίσω από αυτά τα μεγέθη βρίσκεται ένα τεράστιο οικονομικό οικοσύστημα: ξενοδοχεία, τουριστικά γραφεία, αεροπορικές εταιρείες, μεταφορές, εστίαση, κρουαζιέρα, συνέδρια, DMCs, ξεναγοί και χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Κι όμως, πολλές φορές αντιμετωπίζουμε τον τουρισμό στην κεντρική πολιτική συζήτηση περισσότερο ως ένα καλό οικονομικό αποτέλεσμα που ανακοινώνουμε παρά ως έναν παραγωγικό τομέα για τον οποίο πρέπει να υπάρχει μακροπρόθεσμο εθνικό σχέδιο.

Τα ρεκόρ είναι ασφαλώς καλοδεχούμενα. Δεν είναι όμως πολιτική.

Από την επιτυχία στο σχέδιο

Ο ελληνικός τουρισμός έχει πλέον μπροστά του διαφορετικά προβλήματα από εκείνα που είχε πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια.

Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να φέρουμε περισσότερους ανθρώπους στην Ελλάδα. Είναι να δημιουργούμε μεγαλύτερη αξία από κάθε επισκέπτη, να επιμηκύνουμε ουσιαστικά την περίοδο, να αναπτύξουμε περισσότερες περιοχές της χώρας και ταυτόχρονα να προστατεύσουμε εκείνες που ήδη βρίσκονται υπό μεγάλη πίεση.

Και κυρίως να αποφασίσουμε πώς αυτή η επιτυχία μεταφράζεται σε καλύτερες επιχειρήσεις, καλύτερες θέσεις εργασίας και ισχυρότερες τοπικές οικονομίες.

Αυτό απαιτεί επιλογές. Απαιτεί υποδομές εκεί όπου η τουριστική ανάπτυξη έχει ξεπεράσει τις δυνατότητες των προορισμών: ύδρευση, αποχέτευση, διαχείριση απορριμμάτων, μεταφορές, λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια.

Απαιτεί επίσης σοβαρή συζήτηση για το ανθρώπινο δυναμικό.

Στο προηγούμενο άρθρο μου έγραφα για την αδυναμία των τουριστικών γραφείων να προσελκύσουν και να δημιουργήσουν νέα στελέχη. Το ζήτημα όμως είναι πολύ ευρύτερο.

Η χώρα χρειάζεται να αποφασίσει αν θέλει ο τουρισμός να αποτελεί πραγματική επαγγελματική σταδιοδρομία για έναν νέο άνθρωπο ή να εξακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό να αντιμετωπίζεται ως εποχική αγορά εργασίας.

Η σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, η δημιουργία στελεχών και η δυνατότητα να κρατήσουμε ανθρώπους με γνώσεις στον κλάδο δεν μπορεί να είναι μόνο ευθύνη των επιχειρήσεων. Χρειάζεται και πολιτική κατεύθυνση.

Θέλουμε ένας νέος άνθρωπος να μπορεί να δει τον τουρισμό ως χώρο στον οποίο θα χτίσει καριέρα είκοσι και τριάντα ετών. Αν αυτό δεν συμβεί, κάποια στιγμή το πρόβλημα δεν θα είναι πόσους επισκέπτες μπορούμε να εξυπηρετήσουμε, αλλά ποιοι θα βρίσκονται εδώ για να τους εξυπηρετήσουν.

Η ερώτηση προς τον Πρωθυπουργό

Αν βρισκόμουν φέτος στη συνέντευξη Τύπου του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, δεν θα τον ρωτούσα πόσους τουρίστες περιμένουμε την επόμενη χρονιά. Θα τον ρωτούσα κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο:

«Κύριε Πρωθυπουργέ, ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει ιστορικά υψηλά έσοδα. Την ίδια στιγμή οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν ανθρώπινο δυναμικό, εργαζόμενοι θέτουν ζητήματα αποδοχών και συνθηκών, ενώ σημαντικοί προορισμοί αντιμετωπίζουν αυξανόμενες πιέσεις στις υποδομές και στην καθημερινότητα των κατοίκων. Ποια θεωρείτε ότι είναι η μεγαλύτερη αδυναμία της τουριστικής πολιτικής που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα και ποια συγκεκριμένη μεταρρύθμιση δεσμεύεστε να ολοκληρώσετε μέχρι το τέλος της θητείας σας;»

Δεν θεωρώ αυτή την ερώτηση αντιπολιτευτική. Τη θεωρώ αυτονόητη.

Όταν κυβερνάς, δεν έχεις μόνο το δικαίωμα να παρουσιάζεις τις επιτυχίες σου. Έχεις και την υποχρέωση να αναγνωρίζεις τι δεν λειτούργησε και να εξηγείς πώς σκοπεύεις να το διορθώσεις.

Αυτό είναι λογοδοσία.

Και μία ερώτηση προς όσους διεκδικούν να κυβερνήσουν

Από την άλλη πλευρά, είναι εύκολο για την αντιπολίτευση να περιγράφει όσα θεωρεί ότι γίνονται λάθος. Η δυσκολία αρχίζει όταν πρέπει να παρουσιάσει την εναλλακτική.

«Αν αύριο αναλαμβάνατε τη διακυβέρνηση, ποιες τρεις αλλαγές θα κάνατε στον ελληνικό τουρισμό μέσα στους πρώτους δώδεκα μήνες και με ποιους συγκεκριμένους δείκτες θα μπορούσαμε στο τέλος της τετραετίας να κρίνουμε αν η πολιτική σας πέτυχε ή απέτυχε;»

Τρεις αλλαγές. Όχι δεκαπέντε εξαγγελίες. Και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Γιατί αυτό λείπει συχνά από τη δημόσια συζήτηση για τον τουρισμό: η δυνατότητα να κρίνουμε μία πολιτική όχι από τις προθέσεις της αλλά από το αποτέλεσμα.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία διαφήμιση

Δεν χρειάζεται να πείσουμε τον κόσμο ότι η Ελλάδα είναι όμορφη. Το γνωρίζει ήδη. Και δεν χρειάζεται κάθε συζήτηση για τον τουρισμό να καταλήγει στην προβολή της χώρας.

Χρειαζόμαστε κάτι δυσκολότερο: τουριστική στρατηγική που να συνδέεται με το συνολικό παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ξέρουμε πόση ανάπτυξη μπορεί να αντέξει κάθε προορισμός, πού πρέπει να κατευθυνθούν οι επόμενες επενδύσεις και πώς θα στηριχθεί η μικρομεσαία τουριστική επιχείρηση. Σημαίνει επίσης ότι πρέπει να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία χωρίς να χάσουμε την ελληνική ταυτότητα της φιλοξενίας και να αυξήσουμε το μέρος της τουριστικής δαπάνης που τελικά παραμένει στην ελληνική οικονομία.

Και, πάνω απ’ όλα, να δημιουργήσουμε επιχειρήσεις και επαγγέλματα που θα κάνουν την επόμενη γενιά να θέλει να παραμείνει στον τουρισμό.

Αυτή είναι η συζήτηση που θα ήθελα να ακούσω στη ΔΕΘ. Όχι επειδή ο τουρισμός πρέπει να ζητά ειδική μεταχείριση, αλλά επειδή ένας τομέας με τόσο μεγάλη οικονομική και κοινωνική επίδραση δεν μπορεί να εμφανίζεται στον δημόσιο διάλογο κυρίως όταν ανακοινώνονται τα αποτελέσματα της σεζόν.

Ο τουρισμός χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: μέρος του παραγωγικού μέλλοντος της χώρας.

Και ίσως υπάρχει ευθύνη και στη δική μας πλευρά.

Εμείς, οι άνθρωποι του τουρισμού, μάθαμε για χρόνια να πανηγυρίζουμε τα ρεκόρ. Ίσως πρέπει να αρχίσουμε να απαιτούμε συγκεκριμένο σχέδιο, στόχους που μπορούν να μετρηθούν και, στο τέλος, λογοδοσία για το αποτέλεσμα.

Γιατί η πραγματική επιτυχία του ελληνικού τουρισμού δεν θα κριθεί μόνο από το πόσοι επισκέπτες πέρασαν από τη χώρα ή πόσα δισεκατομμύρια άφησαν μέσα σε μία χρονιά.

Θα κριθεί από το τι έμεινε πίσω: στις επιχειρήσεις, στους εργαζομένους, στους προορισμούς, στις τοπικές κοινωνίες και στην επόμενη γενιά.

Γι’ αυτό στη φετινή ΔΕΘ δεν περιμένω από τον Πρωθυπουργό και τους πολιτικούς αρχηγούς να μας πουν πόσους τουρίστες θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα.

Περιμένω να μας πουν τι τουρισμό θέλουν να έχει η Ελλάδα σε δέκα χρόνια.