Η μεγάλη έξοδος των Ελλήνων γιατρών…

Αυτή ήταν η πραγματικότητα μέχρι πριν από λίγα 24ωρα, δηλαδή πριν ξεσπάσει πόλεμος στη Μέση Ανατολή με επιθέσεις και σε βάρος της... Κύπρου

Η μεγάλη έξοδος των Ελλήνων γιατρών…
Στη ΦΩΤΟ ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Νίκος Νίτσας

Ο νέος γιατρός ολοκληρώνει άκρως απαιτητικές σπουδές, εργάζεται ως ειδικευόμενος σε… εξαντλητικές συνθήκες, έρχεται αντιμέτωπος με ένα σύστημα υποστελεχωμένο και γραφειοκρατικό και αμείβεται με μισθούς που δεν αντανακλούν ούτε την ευθύνη ούτε το επίπεδο εκπαίδευσής του…

Γράφει ο Νίκος Νίτσας, Πρόεδρος ΙΣΘ, Χειρουργός Οφθαλμίατρος & Παιδοφθαλμίατρος

Περισσότεροι από 22.000 Έλληνες γιατροί εργάζονται σε συστήματα υγείας του εξωτερικού, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ, δηλαδή 2.000 περισσότεροι συγκριτικά με παλαιότερη έρευνα της Γενικής Γραμματείας Αποδήμου Ελληνισμού. Η «διαρροή εγκεφάλων» όχι μόνο δεν έχει περιοριστεί, αλλά εξελίσσεται σε διαρκή «αιμορραγία» για τη χώρα, γεγονός που πρόσφατα η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας απέδωσε στην «υπερπαραγωγή» Ελλήνων γιατρών. Πρόκειται, όμως, για πραγματική αιτία ή απλώς για μια βολική εξήγηση; Είναι, άραγε, δυνατόν τα ελληνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα να «παράγουν» υπερβολικό αριθμό γιατρών, όταν τα νοσοκομεία –κυρίως στην περιφέρεια και τα νησιά– λειτουργούν υποστελεχωμένα και η κάλυψη θέσεων σε άγονες περιοχές παραμένει αβέβαιη;

Το 70% των νέων γιατρών-ειδικευόμενων και πρόσφατα ειδικευμένων- δηλώνει ότι σκέπτεται σοβαρά να εργαστεί στο εξωτερικό. Σε σταθμισμένο δείγμα 9.500 μελών του Συλλόγου μας, ένας στους δύο γιατρούς εξέφρασε την ίδια πρόθεση. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να δεχτεί ότι το 50%-70% των νέων γιατρών είναι πλεονάζον; Και τι ακριβώς επιδιώκουμε; Να εκπαιδεύουμε ιατρικό προσωπικό για να στελεχώνει τα συστήματα υγείας τρίτων χωρών; Η «υπερπαραγωγή» γιατρών δεν είναι η αιτία της διαρροής αλλά η επικοινωνιακή μεταφορά της αδυναμίας μας να στριμώξουμε τον νέο γιατρό. Η δε επίκληση της κατ’ όνομα υπερπλήθωρας λειτουργεί περισσότερο ως αλληθωρία παρά ως αυστηρή αποτύπωση της πραγματικότητας. Διότι η μεγάλη έξοδος των συναδέλφων έχει βαθύτερες ρίζες. Ο νέος γιατρός ολοκληρώνει άκρως απαιτητικές σπουδές, εργάζεται ως ειδικευόμενος σε εξαντλητικές συνθήκες, έρχεται αντιμέτωπος με ένα ΕΣΥ υποστελεχωμένο και γραφειοκρατικό και αμείβεται με μισθούς που δεν αντανακλούν ούτε την ευθύνη ούτε το επίπεδο εκπαίδευσής του. Ως αποτέλεσμα, βλέπει τις προοπτικές του να στερεύουν και να περιορίζονται, αντί να διευρύνονται και να επεκτείνονται. Όταν, λοιπόν, προσφέρονται προτάσεις με καλύτερες εργασιακές συνθήκες και πολύ υψηλότερες αμοιβές, η επιλογή της μετανάστευσης παύει να συνιστά φυγή και γίνεται λογική συνέπεια. Στον αντίποδα, η Ελλάδα βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με μια ραγδαία δημογραφική συρρίκνωση, που έχει πρωτίστως εθνικές συνέπειες. Ο πληθυσμός γερνάει, ενώ οι γεννήσεις μειώνονται σταθερά. Σε λίγα χρόνια το 2/3 των κατοίκων θα έχουν ξεπεράσει το μέσο όρο του προσδόκιμου επιβίωσης. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι, στο μέλλον, οι ανάγκες για υπηρεσίες υγείας θα εκτοξευθούν.

Γίνεται κατανοητό πως, αν δεν ανακοπεί η μετανάστευση των νέων, κυρίως, συναδέλφων, που αποτελούν την ιατρική κοινότητα του μέλλοντος, το πρόβλημα δε θα είναι απλώς λειτουργικό, θα είναι υπαρξιακό για τη Δημόσια Υγεία γενικότερα. Αν συνεχίσουμε στον ίδιο ρυθμό, θα οδηγηθούμε με μαθηματική ακρίβεια σε δραματική έλλειψη γιατρών με κρίσιμες ειδικότητες. Αυτό σημαίνει αδυναμία του Εθνικού Συστήματος Υγείας να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός καταπονημένου πληθυσμού, κάτι που θα δημιουργήσει εξάρτηση από «εισαγόμενους» επαγγελματίες υγείας! Αν συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε, θα χάσουμε το σημαντικότερο πλεονέκτημά μας, τους άρτια εκπαιδευμένους Έλληνες γιατρούς που σε όλον τον κόσμο –πλην της Ελλάδας– θεωρούνται περιζήτητοι και αξιοποιούνται στο έπακρο!

Σήμερα, για να μην πω χθες, οφείλουμε να κάνουμε αναστροφή της αυτοκαταστροφικής μας πορείας, διότι το ερώτημα «Quo vadis?» δεν είναι φιλολογικό αλλά είναι πολιτικό, κοινωνικό και υγειονομικό. Απαιτεί μια σοβαρή, ορθά δομημένη, μακροπρόθεσμη πολιτική παρέμβαση, απαλλαγμένη από εύκολες δικαιολογίες. Η πολιτεία οφείλει να προσφέρει στους νέους γιατρούς μας αξιοπρεπείς αμοιβές, ασφαλές και σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον με σαφείς δυνατότητες εξέλιξης, μείωση γραφειοκρατίας και πραγματικές συνθήκες επιστημονικής προόδου. Αν δεν το πράξει, η απάντηση στο «πού πάμε» θα είναι απλή. Οδεύουμε σε ένα μέλλον όπου η πατρίδα μας δεν θα έχει αρκετούς γιατρούς για να φροντίσει τους πολίτες της. Και τότε δεν θα φταίνε όσοι έφυγαν, αλλά εκείνοι που επέλεξαν να μην τους ακούσουν…  (Αναδημοσίευση από το περιοδικό του ΙΣΘ, ΙΑΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ, εδώ ολόκληρο: ΤΑ ΙΑΤΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΣΘ )