Νέος κίνδυνος υπέρτασης για όσα παιδιά καταναλώνουν αναψυκτικά
Τι δείχνει μελέτη 25 ετών για τον κίνδυνο υπέρτασης
Τα αναψυκτικά στην παιδική ηλικία συνδέεται με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης υψηλής αρτηριακής πίεσης στην ενήλικη ζωή, σύμφωνα με μεγάλη μακροχρόνια έρευνα.
Η καθημερινή επιλογή ροφημάτων με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη κατά τα παιδικά και εφηβικά χρόνια μπορεί να έχει συνέπειες που επεκτείνονται δεκαετίες αργότερα, επηρεάζοντας την καρδιαγγειακή υγεία στην ενήλικη ζωή. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μεγάλης μελέτης που διήρκεσε 25 χρόνια και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Circulation της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας.
Η έρευνα βασίστηκε σε δεδομένα άνω των 25.000 παιδιών και εφήβων ηλικίας 9 έως 16 ετών στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στο πλαίσιο της μελέτης, οι συμμετέχοντες κατέγραφαν συστηματικά τις διατροφικές τους συνήθειες, την κατανάλωση ζαχαρούχων ροφημάτων και χυμών, αλλά και παραμέτρους όπως το σωματικό βάρος, τη φυσική δραστηριότητα και το κάπνισμα.
Οι ερευνητές στόχευσαν να εξετάσουν τη σχέση ανάμεσα στην πρόσληψη φρουκτόζης και την κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών με την εμφάνιση υπέρτασης στην ενήλικη ζωή. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η υψηλή κατανάλωση τέτοιων ροφημάτων σχετίζεται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής υψηλής αρτηριακής πίεσης.
Συγκεκριμένα, παιδιά που κατανάλωναν δύο ή περισσότερες μερίδες ζαχαρούχων ροφημάτων ημερησίως εμφάνισαν έως και 52% μεγαλύτερο κίνδυνο υπέρτασης ως ενήλικες, σε σύγκριση με όσους περιόριζαν την κατανάλωση σε λιγότερες από τρεις μερίδες την εβδομάδα. Μια τυπική μερίδα αντιστοιχούσε περίπου σε ένα κουτάκι ή ποτήρι των 350 ml.
Αναλυτικότερα, κάθε ημερήσια μερίδα αναψυκτικών συσχετίστηκε με 23% αυξημένο κίνδυνο, ενώ τα αθλητικά ποτά με 36%. Παράλληλα, η αυξημένη κατανάλωση χυμών φρούτων φάνηκε επίσης να σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο, καθώς άτομα που έπιναν 1,5 ή περισσότερα ποτήρια την ημέρα εμφάνισαν 35% μεγαλύτερη πιθανότητα ανάπτυξης υπέρτασης.
Αντίθετα, η αντικατάσταση ζαχαρούχων ροφημάτων με πιο απλές επιλογές φάνηκε να λειτουργεί προστατευτικά. Η αντικατάσταση μιας μερίδας την ημέρα με ολόκληρα φρούτα συνδέθηκε με 22% χαμηλότερο κίνδυνο, ενώ η αντικατάσταση του χυμού φρούτων με φρούτα ολόκληρης μορφής μείωσε τον κίνδυνο κατά 19%.
Παρόμοια, η αντικατάσταση των ζαχαρούχων ροφημάτων με νερό ή γάλα συσχετίστηκε με μείωση του κινδύνου έως και 13%, αν και για ορισμένους συνδυασμούς δεν καταγράφηκε σημαντική διαφοροποίηση.
Η επικεφαλής της μελέτης, Βασάντι Μάλικ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο και συνεργαζόμενη ερευνήτρια στο Χάρβαρντ, επισημαίνει ότι οι διατροφικές συνήθειες που διαμορφώνονται από μικρή ηλικία μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδείξει άμεση αιτιώδη σχέση. Παράλληλα, σημειώνεται ότι τα δεδομένα βασίστηκαν σε αυτοαναφορές, ενώ το δείγμα περιλάμβανε κυρίως λευκούς, μη ισπανόφωνους συμμετέχοντες, περιορίζοντας τη δυνατότητα γενίκευσης των αποτελεσμάτων.
Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη ενισχύει την άποψη ότι η μείωση της κατανάλωσης ζαχαρούχων ροφημάτων από την παιδική ηλικία μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα πρόληψης για μελλοντικά καρδιαγγειακά προβλήματα, με την Αμερικανική Καρδιολογική Εταιρεία να υποστηρίζει ήδη πολιτικές που στοχεύουν στον περιορισμό τους μέσω φορολόγησης, σχολικών παρεμβάσεων και ενημέρωσης.