Ο αποδεκτός βανδαλισμός καταντά συλλογική ανευθυνότητα
Η καταστροφή του Seatrac στους Νέους Επιβάτες δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που συγχέει την επιείκεια με την αδιαφορία απέναντι στην παραβατικότητα.
Ο βανδαλισμός του συστήματος Seatrac στην παραλία των Νέων Επιβατών δυστυχώς δεν σοκάρει. Δεν σοκάρει επειδή η κακομεταχείριση κάθε δημόσιας υποδομής -μικρής ή μεγάλης- έχει πια καταστεί κανονικότητα.
Άτομα κυρίως νεαρής ηλικίας μουτζουρώνουν, παραμορφώνουν, καταστρέφουν οτιδήποτε συναντούν στο διάβα τους, ασχέτως με το τι ακριβώς είναι αυτό. Δεν σέβονται ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνήματα, ιδιωτικές περιουσίες, ακόμη και εξοπλισμό εξυπηρέτησης ατόμων με ειδικές ανάγκες, όπως συνέβη στην τελευταία περίπτωση. Περιφρονώντας την ξένη περιουσία, εκδηλώνουν την αδιαφορία τους για το σύνολο, άρα ενεργούν αντικοινωνικά.
Επί πολλά έτη, η Βουλή, η Δικαιοσύνη και οι αστυνομικές αρχές αντιμετωπίζουν αυτού του είδους την παραβατικότητα με επιείκεια. Η έως τώρα κρατούσα άποψη είναι πως η κατάσταση θα βελτιωθεί παιδαγωγικά και, ως τότε, θα πρέπει να υπάρχει ανοχή. Ωστόσο, ούτε η δημόσια παιδεία ούτε η οικογενειακή ανατροφή έχουν επιτύχει οποιαδήποτε αύξηση της νεανικής ευσυνειδησίας. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει: η νεολαία αισθάνεται όλο και πιο ανεξέλεγκτη, ενώ οι επίσημες αρχές -με την παθητικότητά τους- ουσιαστικά την ενθαρρύνουν.
Ομολογουμένως, πολλοί γονείς απαιτούν άνευ ορίων ανεκτικότητα εκ μέρους των αρμόδιων αρχών. Οι εν λόγω γονείς συχνά ευθύνονται για τη συμπεριφορά των παιδιών τους· οι ίδιοι τους καλλιέργησαν την ψευδαίσθηση ότι έχουν μόνο δικαιώματα και καθόλου ευθύνες. Τους μετέφεραν την πεποίθηση ότι η κάθε είδους αντικοινωνική συμπεριφορά είναι αποδεκτή, ίσως και επαινετέα. Λογικό είναι, λοιπόν, να ζητούν την αδράνεια του κράτους μπροστά στους βανδαλισμούς, θέλοντας να μην τιμωρηθούν τα παιδιά τους για δικά τους σφάλματα.
Το δυστύχημα είναι ότι για τούτα τα σφάλματα τιμωρείται τελικά όλο το κοινωνικό σύνολο, αν και ελάχιστα ευθύνεται. Η περίπτωση του Seatrac δεν αποτελεί μία ακόμη καταστροφή. Αποτελεί κατάπτυστη πράξη επειδή στρέφεται κατά των πλέον ευάλωτων συνανθρώπων μας. Δυστυχώς, η ανοχή εκλαμβάνεται ως αδυναμία, συνεπώς έχει έρθει πια η ώρα για περισσότερη αυστηρότητα.
Αναμφίβολα, στην κατάσταση που βρίσκονται, οι ελληνικές φυλακές περισσότερο καλλιεργούν την εγκληματικότητα παρά αναμορφώνουν. Εν τούτοις, τα τριτοκοσμικά χαρακτηριστικά του σωφρονιστικού μας συστήματος δεν επιτρέπεται να προσφέρουν γενική άφεση αμαρτιών με πρόσχημα την επιπολαιότητα της νιότης. Εκτός των φυλακών υπάρχει το εργαλείο της κοινωφελούς εργασίας, το οποίο μπορεί να δώσει λύσεις. Ο κάθε βάνδαλος θα δει διαφορετικά όσες καταστροφές προκάλεσε όταν κληθεί να τις επανορθώσει. Το ίδιο ισχύει αν υποχρεωθεί να εργαστεί σε δομές περίθαλψης και φιλοξενίας χρονίως πασχόντων, δηλαδή εκείνων που χρειάζονται τα Seatrac. Εξυπακούεται ότι τέτοιου είδους ποινές θα πρέπει να συνοδεύονται από συνεδρίες ψυχολογικής παρακολούθησης, ώστε να εντοπιστούν τα αίτια της βίαιης διάθεσης και να καταπολεμηθούν στοχευμένα.
Οι δραστικές επιλογές είναι αρκετές. Το βέβαιο είναι πως κάτι πρέπει να γίνει, και πρέπει να γίνει άμεσα. Εκτός από την καταστροφή χρήσιμου εξοπλισμού και δημόσιου χώρου, τα παιδιά αυτά υφίστανται καταστροφή της προσωπικότητάς τους και, κατ’ επέκταση, των προοπτικών τους. Δίχως να το συνειδητοποιούμε, η υπερβολική ανοχή σταδιακά τα οδηγεί στο κοινωνικό περιθώριο,στην ανεργία, σε βία εις βάρος δικών τους ανθρώπων, στη σεξουαλική κακοποίηση, ακόμη και στο βαρύ έγκλημα. Η υπερβολική ανοχή δεν είναι καλοσύνη. Είναι ανευθυνότητα.
ΥΓ: Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, είχε ξαναξεσπάσει πυρκαγιά στα γειτονικά Τσαΐρια της Περαίας, με φημολογούμενη ευθύνη μιας κοινωνικής ομάδας που επίσης χαίρει ιδιαίτερης ανοχής.