Πανελλαδικές: Το αδιάβλητο σύστημα που πλέον δεν αρκεί για το μέλλον της Ελλάδας

Οι εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ παραμένουν αξιόπιστες, όμως η κοινωνία, η οικονομία και η αγορά εργασίας έχουν αλλάξει τα δεδομένα.

Πανελλαδικές: Το αδιάβλητο σύστημα που πλέον δεν αρκεί για το μέλλον της Ελλάδας
Εικόνα: Eurokinissi

Θα ξεκινήσω το κείμενο αυτής της Κυριακής με μια παραδοχή που σπανίως ακούγεται όταν ανοίγει η σχετική συζήτηση: το σύστημα των Πανελλαδικών δεν είναι αποτυχημένο. Αντιθέτως, σε έναν κρίσιμο τομέα πέτυχε εκεί όπου το ελληνικό κράτος αποτυγχάνει συχνά: στην αξιοπιστία. Εδώ και δεκαετίες, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες αποδέχονται τα αποτελέσματα των εξετάσεων επειδή γνωρίζουν ότι, παρά τις αδυναμίες τους, πρόκειται για έναν θεσμό αδιάβλητο. Σε μια χώρα όπου η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς έχει καταστεί σχεδόν δεύτερη φύση, αυτό δεν είναι διόλου μικρό επίτευγμα.

Το πρόβλημα είναι ότι το αδιάβλητο δεν ταυτίζεται πάντα με το δίκαιο. Κυρίως όμως δεν ταυτίζεται με το ορθό. Η φετινή ολοκλήρωση των Πανελλαδικών συνοδεύτηκε από ειδήσεις που θα έπρεπε να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερο προβληματισμό από όσον τελικά προκάλεσαν. Δύο μαθήτριες στην Ηλιούπολη έβαλαν τέλος στη ζωή τους, με τη μία να αναφέρεται στο αποχαιρετιστήριο σημείωμά της στην αγωνία των εξετάσεων. Λίγο αργότερα έγινε γνωστός και ο θάνατος ενός 47χρονου πατέρα, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση έντονου άγχους για την πορεία του παιδιού του.

Προφανώς κανένα τραγικό γεγονός δεν μπορεί να αποδοθεί σε έναν μόνο παράγοντα. Όμως η εμφάνιση παρόμοιων περιστατικών μάς υποχρεώνει να αναρωτηθούμε αν η πίεση που παράγει το εκπαιδευτικό μας σύστημα αποτελεί πλέον ένα δομικό χαρακτηριστικό του και όχι μια απλή παρενέργεια. Κάθε Ιούνιο παρακολουθούμε την ίδια εικόνα: παιδιά να μετρούν τη ζωή τους μόνο με μόρια· γονείς να μετατρέπουν την καθημερινότητά τους σε εργαστήριο εξετάσεων· διευρυμένες οικογένειες να βρίσκονται στο τέλος διετούς ή τριετούς συναγερμού, σε κατάσταση νευρικού κλονισμού.

Και όπως πάντα, όταν τελειώνουν όλα, η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο αν τα θέματα ήταν εύκολα ή δύσκολα. Σπανίως συζητάμε αν το σύστημα αυτό καθαυτό ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής μας. Σπανίως συζητάμε για τις αντιφάσεις του.

Οι Πανελλαδικές καθιερώθηκαν για μια Ελλάδα διαφορετική. Για μια πορεία περισσότερο γραμμική, περισσότερο προβλέψιμη: σπουδές, εργασία, σταθερή επαγγελματική πορεία, σύνταξη. Ένα μοντέλο ζωής που ίσως λειτούργησε για αρκετές προηγούμενες γενιές. Σήμερα όμως οι άνθρωποι αλλάζουν επάγγελμα δύο, τρεις ή και τέσσερις φορές, συχνά καθ’επιθυμία τους. Επιστρέφουν στην εκπαίδευση στα σαράντα ή στα πενήντα τους. Δημιουργούν νέες δεξιότητες μέσα από ψηφιακές πλατφόρμες. Εργάζονται σε επαγγέλματα που δεν υπήρχαν πριν από δέκα χρόνια. Έχουν μπροστά τους τεκτονικές αλλαγές, οφειλόμενες στη ρομποτική και στην τεχνητή νοημοσύνη.

Επομένως, η πραγματική ζωή δεν είναι πια προβλέψιμη. Είναι μια αλληλουχία προσαρμογών. Παρά ταύτα, το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί βάσει σκεπτικού της δεκαετίας του 1980, και αυτή είναι η πρώτη του αντίφαση, η οποία μας οδηγεί στη δεύτερη.

Αν το ελληνικό σχολείο ήταν επαρκές, δεν θα ήταν αναγκαία η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή βιομηχανία φροντιστηρίων. Εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες δαπανούν κάθε χρόνο τεράστια ποσά για κάτι που θεωρητικά θα έπρεπε να παρέχει το δημόσιο σχολείο. Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: η Ελλάδα καταγράφει σχεδόν το υψηλότερο ποσοστό ενισχυτικής διδασκαλίας στην Ευρώπη, ενώ οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών για παραπαιδεία υπολογίζονται σε δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Δαπάνες που μειώνουν περαιτέρω το χαμηλότατο διαθέσιμο εισόδημα.

Με απλά λόγια, το κράτος συντηρεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο στην πράξη απαιτεί ένα συμπληρωματικό, ιδιωτικό σύστημα για να αποδώσει καρπούς. Τούτο το γεγονός αφήνει σαφές ταξικό αποτύπωμα. Ο μαθητής που διαθέτει περισσότερους οικονομικούς πόρους εξασφαλίζει καλύτερη προετοιμασία, άρα περισσότερες επιλογές και ευκαιρίες. Μπορεί λοιπόν οι Πανελλαδικές να είναι τυπικά αδιάβλητες, αλλά η αφετηρία των διαγωνιζομένων δεν μπορεί να είναι η ίδια.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη, βαθύτερη αντίφαση. Παρά τη φροντιστηριακή υπερπροσπάθεια, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει απελπιστικά χαμηλές επιδόσεις στις διεθνείς αξιολογήσεις PISA. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι Πανελλαδικές μετρούν κυρίως τη δυνατότητα αναπαραγωγής γνώσεων μέσα σε ένα αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο. Το PISA αξιολογεί κάτι διαφορετικό: κριτική σκέψη, επίλυση προβλημάτων, εφαρμογή γνώσης υπό πραγματικές συνθήκες.

Με άλλα λόγια, εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας για να πετύχουν μόνο έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο, και στη συνέχεια αναρωτιόμαστε γιατί δυσκολεύονται σε αξιολογήσεις δεξιοτήτων απαραίτητων για την ζωή και τη σταδιοδρομία. Αυτό είναι αποτέλεσμα των συνθηκών που επικρατούν στο Λύκειο. Θεωρητικά, πρόκειται για την τελευταία βαθμίδα γενικής παιδείας πριν την ενηλικίωση. Στην πράξη έχει μετατραπεί σε σκέτο προθάλαμο εξετάσεων.

Η κριτική σκέψη, η συνεργασία, η δημιουργικότητα, η προσαρμοστικότητα, οι επικοινωνιακές δεξιότητες, ο οικονομικός και ψηφιακός αλφαβητισμός, η κατανόηση των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης, τα πεδία STEM, η εφαρμοσμένη τεχνολογία, ακόμη και η συζήτηση γύρω από την ηθική διάσταση των νέων τεχνολογιών, παραμένουν δευτερεύουσες προτεραιότητες. Τη στιγμή που ο υπόλοιπος πλανήτης συζητά για τις τεράστιες επαγγελματικές και εκπαιδευτικές προκλήσεις του μέλλοντος, εμείς εξακολουθούμε να αναμετρούμαστε με ωρολόγια προγράμματα που στον πυρήνα τους παραμένουν σχεδόν αμετάβλητα εδώ και δεκαετίες. Ωρολόγια προγράμματα γεμάτα θεωρία και αποστήθιση.

Εξυπακούεται ότι τα παραδοσιακά γνωστικά αντικείμενα δεν είναι πάντα άχρηστα. Εν τούτοις, δεν υπάρχει επαρκής ισορροπία στην παρεχόμενη γνώση, και όταν μια κοινωνία δυσκολεύεται να προσαρμόσει το σχολείο της στις αυριανές ανάγκες, αργά ή γρήγορα χάνει το τρένο της προόδου.

Δυστυχώς το πρόβλημα δεν εξαντλείται στην εισαγωγή στο πανεπιστήμιο· συνεχίζεται και μέσα σε αυτό. Περισσότερα από 10.000 μέλη ΔΕΠ υπηρετούν σήμερα στα ελληνικά ΑΕΙ και ένα μεγάλο μέρος τους επιτελεί σοβαρό διδακτικό και ερευνητικό. Ωστόσο, κατά καιρούς αναδεικνύονται περιπτώσεις «κορυφαίων» πανεπιστημιακών που δεν θα έπρεπε ποτέ να έχουν φτάσει στις θέσεις που κατέχουν. Πρόσωπα με παρωχημένη σκέψη, με μηδαμινό επιστημονικό αποτύπωμα, με ιδεοληπτικές εμμονές, μα με ισχυρές διασυνδέσεις σε πανεπιστημιακές και πολιτικές φράξιες. Πρόσωπα που γελοιποιούν το λειτούργημά τους, και σε μεγάλο βαθμό ευθύνονται για την κακή διεθνή εικόνα των ιδρυμάτων μας.

Εδώ εντοπίζεται η τελευταία αντίφαση. Οι γονείς δαπανούν τεράστιους οικονομικούς πόρους για να στείλουν τα παιδιά τους στο πανεπιστήμιο, αλλά το ίδιο το σύστημα δεν εγγυάται ότι όσοι αξιολογούν, διδάσκουν ή διοικούν διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά. Δεν εγγυάται ότι είναι ικανοί για τη δουλειά τους εκείνοι που εν πολλοίς καθορίζουν τις προοπτικές των Ελληνόπουλων. Αν προσθέσουμε και τη διατήρηση ολόκληρων τμημάτων που θα έπρεπε να κλείσουν ή έστω να μεταπέσουν σε μεταπτυχιακά, το κύρος της ανώτατης βαθμίδας αμαυρώνεται σοβαρά.

Η συζήτηση για την ποιότητα της εκπαίδευσης κατά κανόνα σταματά σε ζητήματα τεχνικά: αναλογία εκπαιδευτικών/εκπαιδευομένων, μέγεθος μονάδων, αριθμός μαθημάτων, χρόνος εκμάθησης, εξοπλισμός. Το ερώτημα που σπάνια τίθεται είναι άλλο. Τι είδους ανθρώπους θέλουμε να διαμορφώνει η εθνική παιδεία; Αν ο στόχος της είναι απλώς η αδιάβλητη κατανομή θέσεων στα πανεπιστήμια και η απονομή τίτλων, τότε το σημερινό μοντέλο λειτουργεί ικανοποιητικά. Αν όμως αποσκοπεί στη δημιουργία πολιτών ικανών να σκέφτονται κριτικά, να συνεργάζονται, να προσαρμόζονται σε έναν κόσμο που αλλάζει με κυριολεκτικά διαστημικές ταχύτητες, να επιτυγχάνουν τους στόχους τους στον τόπο τους και να είναι ψυχικά ισορροπημένοι, τότε το σημερινό μοντέλο είναι σαφώς ξεπερασμένο.

Συνεπώς η συζήτηση για το Εθνικό Απολυτήριο ή για οποιαδήποτε νέα μεταρρύθμιση δεν πρέπει να περιοριστεί σε οργανωτικές λεπτομέρειες. Μέσα από αυτήν θα πρέπει πρώτα να αποτυπωθεί το όραμα, επειδή η παιδεία είναι το βασικό εργαλείο με το οποίο μια χώρα ορίζει το μέλλον της, την επιβίωση και την προκοπή της. Σήμερα προσπαθούμε να σχεδιάζουμε αυτό το μέλλον με εργαλεία του παρελθόντος, πράγμα αδύνατο.