Η ερώτηση που μπορεί να γεμίσει άγχος ένα παιδί χωρίς οι γονείς να το καταλαβαίνουν
Γιατί η φράση «τι βαθμούς πήραν οι άλλοι;» συνδέεται με ανασφάλεια, σύγκριση και πίεση σύμφωνα με ειδικούς στην παιδική ψυχολογία
Μπορεί να ακούγεται σαν μια απολύτως συνηθισμένη ερώτηση μέσα στην καθημερινότητα μιας οικογένειας, όμως πολλές φορές κρύβει ένα βαθύτερο μήνυμα που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί αντιλαμβάνεται την αξία του.
Η φράση «τι βαθμούς πήραν τα άλλα παιδιά;» είναι από εκείνες τις εκφράσεις που επαναλαμβάνονται συχνά μετά από ένα διαγώνισμα ή την ανακοίνωση βαθμολογιών, χωρίς οι γονείς να συνειδητοποιούν πάντα το ψυχολογικό αποτύπωμα που μπορεί να αφήσει.
H συνεχής αναφορά στη σύγκριση με τους άλλους μπορεί να οδηγήσει το παιδί στην πεποίθηση ότι η προσωπική του αξία εξαρτάται από τη θέση που καταλαμβάνει απέναντι στους συνομηλίκους του. Έτσι, ακόμη κι όταν έχει προσπαθήσει ή έχει σημειώσει πρόοδο, ενδέχεται να αισθανθεί ότι αυτό δεν αρκεί αν δεν βρίσκεται «μπροστά» από τους υπόλοιπους.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί στην παιδική ψυχολογία, τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις ερωτήσεις απλώς ως μια κουβέντα για το σχολείο. Πολλές φορές τις μεταφράζουν ως έναν έμμεσο τρόπο αξιολόγησης, σαν να καλούνται να αποδείξουν αν είναι «αρκετά καλά» σε σχέση με τους άλλους. Όταν αισθάνονται ότι υστερούν, μπορεί να γεννηθούν συναισθήματα άγχους, απογοήτευσης ή φόβου μήπως δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των γονιών τους.
Η σύγκριση, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί προσωρινά να λειτουργήσει ως κίνητρο, σε βάθος χρόνου συνδέεται συχνά με ανασφάλεια και μειωμένη αυτοεκτίμηση. Το παιδί μαθαίνει να αξιολογεί τον εαυτό του μέσα από την επίδοση των άλλων και όχι μέσα από τη δική του εξέλιξη, την προσωπική προσπάθεια ή τη βελτίωσή του.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι αυτό δεν σημαίνει πως οι γονείς πρέπει να αδιαφορούν για τη σχολική πρόοδο ή να αποφεύγουν τα όρια και την καθοδήγηση. Αντίθετα, τα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερότητα, υποστήριξη και ενθάρρυνση ώστε να εξελίσσονται. Η διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται η επιτυχία και η αποτυχία μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.
Αντί η συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από το τι πέτυχαν οι άλλοι, οι ψυχολόγοι προτείνουν οι γονείς να εστιάζουν περισσότερο στο ίδιο το παιδί: πώς ένιωσε, αν δυσκολεύτηκε, αν είναι ικανοποιημένο από την προσπάθειά του ή αν χρειάζεται βοήθεια. Μέσα από αυτή τη στάση, το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η αποδοχή και η αγάπη δεν εξαρτώνται από μια σύγκριση ή μια «κατάταξη».
Η ουσιαστική ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, όπως υπογραμμίζουν οι ειδικοί, χτίζεται όταν το παιδί νιώθει ότι η αξία του αναγνωρίζεται ανεξάρτητα από το αν είναι πρώτο ή καλύτερο από τους άλλους. Σε ένα περιβάλλον όπου αισθάνεται ασφάλεια και αποδοχή, μπορεί να αναπτύξει πιο υγιή σχέση με τον εαυτό του, τη μάθηση και τις προσωπικές του δυνατότητες.