Νέα επιστημονικά δεδομένα συνδέουν τα «παντοτινά χημικά» με αυξημένο κίνδυνο παιδικής λευχαιμίας
Μελέτη από τις ΗΠΑ εξετάζει την πρώιμη έκθεση σε PFAS και τη σχέση της με σοβαρούς παιδικούς καρκίνους
Η πιθανή σύνδεση ανάμεσα στην έκθεση σε χημικές ουσίες με εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια ζωής στο περιβάλλον και την υγεία των παιδιών επανέρχεται στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης, μέσα από νέα έρευνα που εξετάζει τον ρόλο των λεγόμενων «παντοτινών χημικών».
Τα PFAS (per- and polyfluoroalkyl substances) είναι μια ευρεία κατηγορία χημικών ενώσεων που χρησιμοποιούνται σε πλήθος καθημερινών προϊόντων, από αντικολλητικά σκεύη και συσκευασίες τροφίμων μέχρι αδιάβροχα υφάσματα και υλικά ανθεκτικά στους λεκέδες. Η ιδιότητά τους να μην αποδομούνται εύκολα στο περιβάλλον τα καθιστά ιδιαίτερα ανθεκτικά, με αποτέλεσμα να συσσωρεύονται στον ανθρώπινο οργανισμό με την πάροδο του χρόνου.
Νέα μελέτη ερευνητών από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ίρβαϊν, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Exposure Science & Environmental Epidemiology, εξετάζει την πιθανή συσχέτιση της πρώιμης έκθεσης σε PFAS με την εμφάνιση οξείας λεμφοβλαστικής λευχαιμίας, της πιο συχνής μορφής καρκίνου στην παιδική ηλικία.
Η έρευνα βασίστηκε σε ανάλυση αποξηραμένων δειγμάτων αίματος νεογνών, καθώς και σε δεδομένα περιβαλλοντικής έκθεσης. Στο δείγμα περιλήφθηκαν 125 παιδιά που αργότερα διαγνώστηκαν με λευχαιμία και 219 παιδιά χωρίς καρκίνο, όλα γεννημένα στην κομητεία του Λος Άντζελες μεταξύ 2000 και 2015. Οι επιστήμονες συσχέτισαν επίσης τις περιοχές κατοικίας των μητέρων κατά τη γέννηση με μετρήσεις PFAS στο πόσιμο νερό. Στα δείγματα εντοπίστηκαν 17 διαφορετικές χημικές ουσίες της συγκεκριμένης κατηγορίας, με τα PFOA και PFOS να εμφανίζονται σε υψηλότερες συγκεντρώσεις. Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα παιδιά με μεγαλύτερα επίπεδα έκθεσης παρουσίαζαν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης λευχαιμίας, ενώ η συνδυασμένη παρουσία των δύο βασικών ουσιών φάνηκε να ενισχύει τον κίνδυνο.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση, ενώ επισημαίνουν και τους περιορισμούς της μελέτης, όπως το σχετικά μικρό δείγμα. Παράλληλα, σημειώνουν ότι τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με προηγούμενη έρευνα της ίδιας ομάδας, η οποία είχε εξετάσει περισσότερα από 40.000 παιδιά και είχε επίσης εντοπίσει συσχέτιση μεταξύ PFAS στο πόσιμο νερό και αυξημένου κινδύνου παιδικών καρκίνων. Η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει ότι η παρουσία των PFAS στο περιβάλλον παραμένει εκτεταμένη και σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της έρευνας. Στόχος, όπως αναφέρουν οι ειδικοί, είναι να αποσαφηνιστούν οι μηχανισμοί με τους οποίους οι ουσίες αυτές επηρεάζουν τον ανθρώπινο οργανισμό και να διερευνηθούν τρόποι περιορισμού της έκθεσης, ειδικά στις πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες.