Ο χειρισμός που Δεν φωνάζει: Πώς σβήνεται η αυτοεκτίμηση χωρίς ίχνος βίας – Μια κλινική θεώρηση του gaslighting

Ο χειρισμός που Δεν φωνάζει: Πώς σβήνεται η αυτοεκτίμηση χωρίς ίχνος βίας – Μια κλινική θεώρηση του gaslighting

Στο θεραπευτικό πλαίσιο, πολλοί άνθρωποι δεν προσέρχονται με την πρόθεση να μιλήσουν για κακοποίηση, αλλά για “μπερδεμένα συναισθήματα”, “απώλεια εμπιστοσύνης στον εαυτό” ή “συνεχείς αμφιβολίες για το τι είναι φυσιολογικό”.

Κι όμως, πίσω από αυτές τις λέξεις, πολύ συχνά κρύβεται μια μορφή ψυχικής αποδόμησης που δεν ονομάζεται εύκολα. Πρόκειται για τον χειρισμό χαμηλής έντασης, μια σειρά δηλαδή  μικρών, επαναλαμβανόμενων ψυχολογικών επιθέσεων που δεν είναι φανερές, αλλά λειτουργούν διαβρωτικά στην αυτοαντίληψη, την εσωτερική συνοχή και την αίσθηση ταυτότητας του ατόμου.

Η ψυχοδυναμική του χειρισμού: Τι οδηγεί κάποιον σε τέτοιες συμπεριφορές;

Ο χειρισμός δεν γεννιέται από αμιγώς κακόβουλη πρόθεση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόκειται για σύνθετους αμυντικούς μηχανισμούς που οργανώνονται ασυνείδητα, σε άτομα που δυσκολεύονται να αντέξουν τη συναισθηματική εγγύτητα ή να ανεχτούν την αίσθηση απώλειας ελέγχου. Η ανάγκη για επικυριαρχία, η ελλιπής εσωτερική σταθερότητα ή και τα ναρκισσιστικά στοιχεία, δημιουργούν ένα πλαίσιο στο οποίο ο άλλος αντιμετωπίζεται όχι ως υποκείμενο προς αυθεντική σύνδεση, αλλά ως “αντικείμενο” προς χειρισμό για τη διατήρηση μιας ψευδούς εσωτερικής ισορροπίας.

Η αμφιθυμία, η ασυνέπεια, η ακύρωση του άλλου δεν είναι τυχαία: αποτελούν μορφές εξουσίας σε σχέσεις όπου ο χειριστικός σύντροφος δεν μπορεί να εμπιστευτεί ότι είναι αγαπητός χωρίς να ελέγχει. Το «σε κάνω να με χρειάζεσαι» υποκαθιστά το «σε εμπιστεύομαι ότι μπορείς να με επιλέγεις ελεύθερα». Έτσι, ο χειρισμός δεν εμφανίζεται μόνο ως εργαλείο ελέγχου αλλά και ως ψυχική πανοπλία, πίσω από την οποία συχνά κρύβεται μια παλιά, ανοργάνωτη πληγή: η βαθιά πεποίθηση ότι, χωρίς εξουσία, δεν υπάρχει σχέση.

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές είναι το gaslighting , πρόκειται για τη διαστρέβλωση της προσωπικής πραγματικότητας. Ο θύτης δεν χρειάζεται να φωνάξει ούτε να προσβάλλει ευθέως, αλλά αρκεί να αρνηθεί, να αμφισβητήσει ή να “διορθώσει” γεγονότα με τρόπο που σταδιακά κάνει το άτομο να μην εμπιστεύεται ούτε τη μνήμη, ούτε την αντίληψη, ούτε τα συναισθήματά του. Η φράση «Αυτό δεν το είπα ποτέ», ειπωμένη με αυτοπεποίθηση και επανάληψη, μπορεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη στον ίδιο τον εαυτό. Το gaslighting είναι ύπουλο ακριβώς γιατί δεν φαίνεται: δεν προσβάλλει το σώμα, αλλά αποσυντονίζει τον ψυχισμό και υπονομεύει τη σταθερότητα της εσωτερικής πυξίδας.

Συχνά, αυτή η στρατηγική συνυπάρχει με μια πιο “καλοπροαίρετη” μορφή ελέγχου: την υποτίμηση που παρουσιάζεται ως φροντίδα. Σχόλια όπως «Μην το πάρεις προσωπικά, αλλά δεν το ‘χεις με τις δημόσιες ομιλίες» ή «Μήπως να μην κυνηγήσεις αυτή τη θέση; Είναι πολύ απαιτητική για σένα» δεν εκφράζουν ενδιαφέρον, αλλά συστηματική αμφισβήτηση των ικανοτήτων, των ορίων και της εξέλιξης του άλλου. Η υποτίμηση εδώ λειτουργεί σαν ένα φίλτρο που προβάλλεται πάνω στην αυτοεικόνα του προσώπου και, με τον χρόνο, γίνεται μέρος της. Το άτομο παύει να δοκιμάζει, να διεκδικεί, να πιστεύει στη δυνατότητα αλλαγής. Δεν περιορίζεται απ’ έξω — περιορίζεται από την ίδια του την ψυχολογική εσωτερίκευση της απαξίωσης.

Αυτά τα μοτίβα συχνά συνοδεύονται από παθητική επιθετικότητα. Μια μορφή επιθετικότητας που δεν εκφράζεται ποτέ άμεσα, αλλά γίνεται αντιληπτή μέσα από αποστάσεις, σιωπές, “ξεχασμένα” σημαντικά γεγονότα ή καθυστερημένες απαντήσεις. Δεν λέγεται ποτέ “θυμώνω”, αλλά γίνεται αισθητό μέσα από συμπεριφορές που στοχεύουν να πληγώσουν χωρίς να αφήνουν αποδείξεις. Το θύμα της παθητικής επιθετικότητας δυσκολεύεται να μιλήσει, γιατί δεν υπάρχει “τίποτα συγκεκριμένο”. Κι όμως, το σώμα και η ψυχή καταγράφουν το βίωμα της τιμωρίας χωρίς λόγια, ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα είδη συναισθηματικής εγκατάλειψης.

Αυτό που ενώνει όλα τα παραπάνω δεν είναι μόνο η δυσκολία αναγνώρισης, αλλά κυρίως το ψυχικό ίχνος που αφήνουν. Το πιο διαβρωτικό σύμπτωμα είναι η αμφιβολία προς τον ίδιο τον εαυτό. Το άτομο παύει να εμπιστεύεται τη δική του εκτίμηση για το τι είναι σωστό ή λάθος, πότε δικαιούται να στενοχωριέται, πότε έχει όρια που αξίζει να προστατευτούν. Δεν ρωτά πια αν ο άλλος φταίει, αλλά ρωτά αν φταίει το ίδιο. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο: όταν η εσωτερική φωνή γίνεται εχθρική, όταν τα όρια δεν καταπατούνται απ’ έξω αλλά ακυρώνονται από μέσα.

Μία από τις πιο σιωπηλές αλλά οδυνηρές μορφές χειρισμού είναι η σταδιακή απόσυρση της φροντίδας. Δεν υπάρχει ρήξη. Δεν ακούγεται “δεν σ’ αγαπάω πια”. Υπάρχει απλώς μια αραίωση των σημείων φροντίδας — λιγότερες λέξεις, λιγότερο ενδιαφέρον, λιγότερη συναισθηματική διαθεσιμότητα. Και κάθε φορά που το άτομο προσπαθεί να εκφράσει ότι κάτι έχει αλλάξει, ακούει: «Μην κάνεις σκηνές, όλα καλά είναι». Κι έτσι, απομένει μόνο με τη σύγχυση και τη σιωπή. Σαν να έχει τελειώσει κάτι χωρίς ποτέ να το μάθει.

Η επίδραση στον ψυχισμό του αποδέκτη: Από τον τραυματικό δεσμό στη σωματοποίηση

Η χρόνια έκθεση σε χειριστικές συμπεριφορές δημιουργεί συναισθηματική εξάρτηση, γνωστός και ως δεσμός τραύματος  (trauma bonding). Η ασυνέπεια, η εναλλαγή φροντίδας και απόσυρσης, η επιλεκτική επικύρωση και η διαστρέβλωση της αλήθειας, προκαλούν στον εγκέφαλο μια επαναλαμβανόμενη εμπλοκή με τον φόβο και την προσδοκία. Ο οργανισμός ενεργοποιεί το στρες, αλλά το ταυτίζει με την ανάγκη για επαφή. Έτσι, ο δεσμός με τον χειριστικό σύντροφο μοιάζει “αντικαταστάτης της σταθερότητας”, ενώ στην ουσία αναπαράγει διαρκή συναισθηματική αστάθεια.

Πολλά άτομα που βιώνουν τέτοιες συνθήκες εμφανίζουν συμπτώματα ψυχοσωματικά: υπερένταση, κρίσεις πανικού, θολούρα, δυσκολία συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου ή μεταπτώσεις διάθεσης. Και αυτά δεν είναι τυχαία. Το σώμα, ως φορέας της ασυνείδητης εμπειρίας, μιλά όταν η φωνή έχει σιγήσει. Οι μικρές πληγές που δεν αναγνωρίστηκαν, σωματοποιούνται. Και τα ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν, εγγράφονται στην ψυχή ως κόπωση, παραίτηση, αυτοαπόρριψη.

Η θεραπευτική διεργασία και η επανόρθωση της εσωτερικής αλήθειας

Στο θεραπευτικό πλαίσιο, η πρόκληση δεν είναι μόνο η κατανόηση ότι κάτι είναι χειριστικό. Είναι και η άδεια να ονομαστεί ως τέτοιο. Πολλοί άνθρωποι που έχουν βιώσει gaslighting, απαξίωση ή παθητική επιθετικότητα, έχουν εσωτερικεύσει τον ρόλο του “υπερβολικού”, του “ευαίσθητου”, του “δύσκολου”. Χρειάζεται χρόνος για να μετατοπιστεί η ενοχή από το υποκείμενο στον πραγματικό χώρο της ευθύνης, και αυτό γίνεται μόνο μέσα από μία σταθερή, ασφαλή σχέση, όπου η εσωτερική αλήθεια μπορεί να ειπωθεί χωρίς να κριθεί.

Η διεργασία αυτή περιλαμβάνει αναγνώριση – επεξεργασία – οριοθέτηση – αποκατάσταση. Η ψυχοεκπαίδευση, η κατανόηση των μηχανισμών εξάρτησης, η σύνδεση με πρωτογενή βιώματα που κανονικοποίησαν την απαξίωση, όλα συντελούν στην επαναδόμηση μιας πιο ασφαλούς εσωτερικής αναφοράς.

Η θεραπεία δεν αποσκοπεί στο να διδάξει “πώς να απαντά κανείς”, αλλά στο να θυμίσει ποιος είναι. Από εκεί ξεκινά και η ανάκτηση της φωνής. Μιας φωνής που δεν φωνάζει, αλλά δεν σωπαίνει άλλο.

Δεν χρειάζεται μια σχέση να περιέχει φωνές ή απειλές για να είναι επιβλαβής. Μπορεί να είναι ήσυχη, κομψή, πολιτισμένη — και να αφήνει πίσω της έναν άνθρωπο που αμφισβητεί πια την αξία του, χωρίς καν να καταλαβαίνει πώς έφτασε εκεί. Η ανάκτηση αυτής της αξίας είναι έργο εσωτερικής ανασυγκρότησης. Και αρχίζει, πάντα, με την αναγνώριση:

«Αυτό που ένιωσα… ήταν αληθινό.»

Κυριακή Λέντζιου

Κλινική Ψυχολόγος BSc, MSc, PhD©  – Ψυχοθεραπεύτρια

www.therapiamind.com

Facebook: Kiki Lentziou

Instagram: TherapiaMind & Kiki Lentziou

TikTok: Kiki Lentziou

Βιβλιογραφία:

  • Dorpat, T. L. (1994). Gaslighting, the double whammy, interrogation, and other methods of covert control in psychotherapy and analysis. Jason Aronson.
  • Herman, J. (1992). Trauma and Recovery. Basic Books.
  • Stark, E. (2007). Coercive Control: How Men Entrap Women in Personal Life. Oxford University Press.
  • Walker, L. E. (1979). The Battered Woman. Harper and Row.