Σοκολάτα που δεν λιώνει στη ζέστη – Το πείραμα των επιστημόνων
Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να επιτευχθεί ισορροπία ανάμεσα στην αντοχή στη ζέστη και στην εμπειρία της κατανάλωσης
Η σοκολάτα έχει ένα χαρακτηριστικό που την κάνει ξεχωριστή και ταυτόχρονα δημιουργεί πονοκέφαλο στους παραγωγούς της. Λιώνει εύκολα όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει, κάτι που μπορεί να θεωρείται μέρος της απόλαυσής της όταν βρίσκεται στο στόμα, όχι όμως όταν πρέπει να μεταφερθεί ή να αποθηκευτεί σε μια ζεστή χώρα.
Το βούτυρο κακάο, το βασικό λίπος της σοκολάτας, έχει σημείο τήξης περίπου στους 34 βαθμούς Κελσίου, όταν βρίσκεται στην κατάλληλη κρυσταλλική μορφή. Αυτό εξηγεί γιατί ένα κομμάτι σοκολάτας μπορεί να παραμένει συμπαγές σε κανονικές συνθήκες και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα να αρχίζει να λιώνει στη θερμοκρασία του σώματος.
Η ιδιότητα αυτή αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη βιομηχανία τροφίμων, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου το θερμόμετρο ανεβαίνει συχνά πάνω από τους 35 βαθμούς. Οι επιστήμονες αναζητούν έτσι τρόπους ώστε η σοκολάτα να διατηρεί το σχήμα και τη σύστασή της ακόμη και σε θερμοκρασίες που μπορεί να φτάνουν τους 38 έως 45 βαθμούς Κελσίου.
Η έρευνα δεν αφορά μόνο την αλλαγή των συστατικών. Σημαντικό ρόλο παίζει ο τρόπος με τον οποίο αυτά συνδυάζονται και η δομή που αποκτά τελικά το προϊόν. Η διαδικασία ξεκινά από τους καρπούς του κακαόδεντρου, οι οποίοι υφίστανται ζύμωση, ξήρανση και καβούρδισμα πριν μετατραπούν σε πάστα κακάο. Από αυτήν προκύπτουν το βούτυρο και η σκόνη κακάο που χρησιμοποιούνται στη συνέχεια για την παραγωγή διαφορετικών τύπων σοκολάτας, σύμφωνα με το Cnn.gr.
Στην πορεία ακολουθούν στάδια όπως το κονσάρισμα, κατά το οποίο το μείγμα αναδεύεται και θερμαίνεται για αρκετή ώρα, αλλά και η θερμοστάθμιση. Η τελευταία διαδικασία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς καθορίζει την κρυσταλλική μορφή του βουτύρου κακάο και επηρεάζει τη σκληρότητα, τη γυαλάδα και το χαρακτηριστικό «σπάσιμο» της σοκολάτας.
Μία από τις λύσεις που εξετάζονται αφορά τη ζάχαρη. Μικρές ποσότητες νερού ή συστατικών όπως η γλυκερόλη και η σορβιτόλη μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να δημιουργηθεί στο εσωτερικό της σοκολάτας ένα είδος τρισδιάστατου δικτύου. Η δομή αυτή λειτουργεί σαν «σκελετός», βοηθώντας τα στερεά συστατικά να παραμένουν στη θέση τους ακόμη και όταν το λίπος αρχίζει να λιώνει.
Η συγκεκριμένη τεχνική χρειάζεται, ωστόσο, μεγάλη ακρίβεια. Η υπερβολική υγρασία μπορεί να επηρεάσει την υφή του προϊόντος και να οδηγήσει ακόμη και στην εμφάνιση λευκών σημαδιών στην επιφάνειά του, λόγω αλλαγών στη δομή της ζάχαρης.
Μια διαφορετική προσέγγιση αφορά τα λιπαρά συστατικά. Οι ερευνητές εξετάζουν την αντικατάσταση μέρους του βουτύρου κακάο με φυτικά λίπη, μεταξύ άλλων από καριτέ, φοινικέλαιο και κουκούτσι μάνγκο. Υπάρχουν επίσης ειδικά τροποποιημένα λίπη που έχουν σχεδιαστεί ώστε να προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία.
Η χρήση τους, όμως, έχει και όρια. Αν η αναλογία είναι μεγάλη, η σοκολάτα μπορεί να γίνει υπερβολικά σκληρή και να αποκτήσει μια ανεπιθύμητη κηρώδη αίσθηση στο στόμα. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται τα τελευταία χρόνια και υλικά όπως οι ολεογέλες και οι διφασικές γέλες, που μπορούν να συγκρατούν φυτικά έλαια μέσα σε μια σταθερή δομή και να περιορίζουν το λιώσιμο.

Στο μικροσκόπιο βρίσκεται παράλληλα και η ίδια η διαδικασία παραγωγής. Η καλύτερη άλεση των συστατικών και το πιο αποτελεσματικό κονσάρισμα μπορούν να δημιουργήσουν μικρότερα και πιο ομοιόμορφα σωματίδια, με αποτέλεσμα μια πιο συμπαγή δομή. Έτσι, ακόμη και όταν ένα μέρος του λίπους αρχίζει να λιώνει, η σοκολάτα μπορεί να διατηρεί για περισσότερη ώρα το αρχικό της σχήμα.
Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι η Cadbury Flake, όπου η ιδιαίτερη εσωτερική δομή με τις λεπτές στρώσεις και τους μικροσκοπικούς θύλακες αέρα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο θερμαίνεται και μαλακώνει το προϊόν.
Το ζητούμενο για τους επιστήμονες δεν είναι, πάντως, να δημιουργήσουν απλώς μια σοκολάτα που δεν λιώνει. Μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσε να στερήσει από το προϊόν ακριβώς εκείνο το χαρακτηριστικό που το κάνει ελκυστικό στον καταναλωτή.
Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να επιτευχθεί ισορροπία ανάμεσα στην αντοχή στη ζέστη και στην εμπειρία της κατανάλωσης. Η σοκολάτα θα πρέπει να μπορεί να ταξιδεύει και να αποθηκεύεται χωρίς να παραμορφώνεται, αλλά όταν φτάσει στο στόμα να εξακολουθεί να έχει τη γνώριμη υφή, το άρωμα και την αίσθηση ότι λιώνει σταδιακά.
Και υπάρχει ακόμη μία παράμετρος: ορισμένες αλλαγές στη σύνθεση μπορεί να επηρεάσουν το αν ένα προϊόν εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζεται νομικά «σοκολάτα». Έτσι, η προσπάθεια για ένα πιο ανθεκτικό προϊόν στη ζέστη δεν είναι απλώς ζήτημα τεχνολογίας. Είναι μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στη σύνθεση, την παραγωγή και στη γεύση που οι καταναλωτές έχουν μάθει να περιμένουν.