Μετά τον Χαμενεΐ: Κρίση ηγεσίας, εθνοτικές ρωγμές και η αναμέτρηση για το μέλλον του Ιράν

Στρατιωτική δομή, κοινωνικές ρωγμές και οι μειονότητες ως πυρήνες αλλαγής σε μια χώρα που απειλείται όχι μόνο από εξωτερική πίεση αλλά και από εσωτερική διάσπαση

Μετά τον Χαμενεΐ: Κρίση ηγεσίας, εθνοτικές ρωγμές και η αναμέτρηση για το μέλλον του Ιράν
Unplash

Η δομική αντοχή του ιρανικού πολιτικού συστήματος δοκιμάζεται σε μια στιγμή που η χώρα βιώνει την πιο σοβαρή κρίση της από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο θάνατος του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ μετά από την κοινή αμερικανοϊσραηλινή επίθεση σημάδεψε την κορύφωση μιας σειράς συγκρούσεων και αβεβαιοτήτων που έχουν βαθιές ρίζες στις δομές εξουσίας, στις εθνικές ταυτότητες, στα κοινωνικά ρήγματα αλλά και στην ίδια την εθνική αφήγηση για το μέλλον. Η απότομη είσοδος σε ένα κενό εξουσίας δεν αποτελεί μόνο νομική διαδικασία διαδοχής, αλλά μια στιγμή όπου συγκρούονται αφηγήσεις, όπου οι περιφερειακές δυνάμεις επανακαθορίζουν τη θέση τους και όπου οι μειονότητες, αποθαρρυμένες από χρόνια παραγκωνισμό, βλέπουν έναν πιθανό, αν και επικίνδυνο, δρόμο για διεκδίκηση.

Ο θάνατος του Χαμενεΐ, που επικυρώθηκε από επίσημες ανακοινώσεις και αναμεταδόθηκε από κρατικά και διεθνή μέσα, έχει ήδη προκαλέσει εκδηλώσεις πένθους αλλά και αντιδράσεις στους δρόμους της Τεχεράνης και άλλων πόλεων. Οι εικόνες είναι αντιφατικές, με μερίδα του πληθυσμού να πανηγυρίζει για την πτώση ενός προσώπου που αντιπροσώπευε την πολιτική καταπίεση και άλλους να εκφράζουν θλίψη για την απώλεια μιας κεντρικής ηγετικής φυσιογνωμίας. Αυτή η έντονη αντίθεση δεν αντανακλά απλώς συναισθήματα. Δείχνει μια κοινωνία βαθιά πολωμένη, η οποία καλείται να επαναπροσδιορίσει τα πολιτικά και πολιτισμικά της όρια.

Το πώς θα καλυφθεί το πολιτικό κενό αποτελεί κρίσιμη ερώτηση. Η σύσταση ενός προσωρινού τριμελούς συμβουλίου ηγεσίας αντιπροσωπεύει μια προσπάθεια διατήρησης της λειτουργίας του κράτους σε μια εξαιρετικά ρευστή στιγμή. Στην ιρανική θεσμική τάξη, η διαδικασία επιλογής του νέου ανώτατου ηγέτη ανήκει στη Συνέλευση των Ειδικών, όμως η πραγματική εξουσία στις διαπραγματεύσεις για την επόμενη φάση της ηγεσίας βρίσκεται στα παρασκήνια, σε κύκλους που συνδέονται με την Πολεμική Φρουρά και τους υψηλούς βαθμούς της δικαστικής εξουσίας. Αυτό ενισχύει την εικόνα μιας χώρας όπου η πολιτική μετάβαση θα είναι λιγότερο αποτέλεσμα ανοιχτής διαδικασίας και περισσότερο προϊόν εσωτερικών συσχετισμών ισχύος.

Η συζήτηση περί αποκεφαλισμού της ηγεσίας, η οποία επανέρχεται σε κάθε κρίση υψηλής έντασης, βασίζεται στην υπόθεση ότι η απομάκρυνση της κορυφής αποδιοργανώνει το σύστημα. Ωστόσο, το ιρανικό καθεστώς έχει επενδύσει στη συλλογική λήψη αποφάσεων και στη δημιουργία παράλληλων κέντρων ισχύος, ώστε να απορροφά τους κραδασμούς. Η στρατηγική ανθεκτικότητα, που ενισχύθηκε από χρόνια κυρώσεων και διεθνούς απομόνωσης, λειτουργεί ως μηχανισμός προσαρμογής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξωτερική πίεση μπορεί να ενισχύσει την εσωτερική πειθαρχία, ιδίως όταν η σύγκρουση παρουσιάζεται ως υπαρξιακή απειλή.

Η πλειάδα των μειονοτήτων και ο κίνδυνος πολιτικής έκρηξης σε κενό εξουσίας

Η εθνοτική και κοινωνική σύνθεση του Ιράν επιτρέπει μια βαθύτερη κατανόηση των δομικών εντάσεων που τώρα έρχονται στην επιφάνεια. Το Ιράν είναι πολυεθνικό κράτος με σημαντικές ομάδες, όπως οι Αζέροι, οι Κούρδοι, οι Μπαλούχοι και οι Άραβες Αχβάζι, καθώς και θρησκευτικές μειονότητες που ιστορικά έχουν βιώσει καταστολή, περιθωριοποίηση και πολιτική απομόνωση. Οι Αζέροι αποτελούν τη μεγαλύτερη μειονότητα και έχουν ενεργό ρόλο στις πολιτικές κινητοποιήσεις, ιδίως στα αστικά κέντρα του βορρά, ενώ οι Κούρδοι και οι Μπαλούχοι βρίσκονται σε περιοχές όπου οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας είναι συχνές και παρατεταμένες. Η παρουσία τους δεν είναι μόνο δημογραφική παράμετρος. Αποτελεί στρατηγική μεταβλητή μέσα σε ένα κράτος που λειτούργησε επί δεκαετίες με βάση έναν συγκεντρωτικό εθνικισμό.

Αυτές οι μειονότητες έχουν βιώσει συστηματική καταπίεση και υπήρξαν στο παρελθόν εστίες ένοπλων και πολιτικών προκλήσεων. Η όξυνση της κατάστασης μετά τη δοκιμασία της πολεμικής σύγκρουσης και την κρίση πολιτικής ηγεσίας ενισχύει την πιθανότητα να δούμε πιο οργανωμένες αιτήσεις για αυξημένη αυτονομία ή, στο πιο ακραίο σενάριο, αιτήματα για άμεση ρήξη με το κεντρικό καθεστώς. Τέτοιες δυναμικές είναι πιο πιθανό να εκδηλωθούν σε περιόδους αβεβαιότητας, όταν η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αδύναμη.

Η αυξημένη στρατιωτικοποίηση σε περιοχές όπως το Σιστάν και το Μπαλουχιστάν, οι ανταρτοπόλεμοι μηχανισμοί που δρουν στα σύνορα και οι διεθνείς εκκλήσεις μειονοτικών οργανώσεων για υποστήριξη καταδεικνύουν ότι η εξουσία του κεντρικού κράτους μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρές τοπικές αντιστάσεις. Παράλληλα, μερίδα αυτών των ομάδων συμμετείχε στις πρόσφατες αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις, ενισχύοντας το επιχείρημα ότι η επόμενη ημέρα δεν μπορεί να νοηθεί μόνο ως πολιτική αλλαγή στην κορυφή, αλλά ως διαδικασία που περιλαμβάνει βαθιά γεωγραφική και κοινωνική αναπροσαρμογή.

Αντίθετες δυνάμεις, τόσο στο εσωτερικό όσο και στον περιφερειακό γεωπολιτικό χάρτη, παρακολουθούν τις εξελίξεις με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Οι γειτονικές χώρες, οι μεγάλες δυνάμεις και οι περιφερειακές συμμαχίες αξιολογούν την κατάσταση υπό το πρίσμα της σταθερότητας και της επιρροής. Η πιθανότητα πλήρους κατάρρευσης του ιρανικού πολιτικού συστήματος εμφανίζεται περιορισμένη, όμως η απουσία ξεκάθαρου εναλλακτικού σχεδίου ενισχύει το δημόσιο αίσθημα αβεβαιότητας και πολιτικής δυσπιστίας.

Εντός του πληθυσμού, υπάρχει μια δυναμική που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ο νεανικός χαρακτήρας της ιρανικής κοινωνίας και οι μαζικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων ετών δείχνουν έναν βαθμό απαίτησης για αλλαγή και μεταρρυθμίσεις. Η απουσία, ωστόσο, ενός ενιαίου και οργανωμένου πόλου αντιπολίτευσης δημιουργεί ερωτήματα για το πώς οι κοινωνικές αυτές διεκδικήσεις μπορούν να μετατραπούν σε σταθερή πολιτική πρόταση.

Η εξωτερική πίεση, τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, έχει ήδη τροφοδοτήσει την εσωτερική πόλωση. Για ορισμένους, η επιχείρηση εναντίον του καθεστώτος αποτέλεσε σημείο καμπής. Για άλλους, ενίσχυσε το αίσθημα εθνικής άμυνας απέναντι σε ξένη επέμβαση. Αυτή η διπλή ανάγνωση της πραγματικότητας λειτουργεί ως καταλύτης πολιτικών διεργασιών, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν είτε σε ανασύνταξη του καθεστώτος είτε σε περαιτέρω διάβρωση της νομιμοποίησής του.

Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων δημιουργεί ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Η κοινωνική δυναμική, οι μειονοτικές τάσεις και οι δομές πολιτικής εξουσίας συναντώνται σε ένα περιβάλλον που μεταβλήθηκε ριζικά μέσα σε λίγες ημέρες. Το πολιτικό κεφάλαιο που έχει συσσωρευτεί από τα κινήματα διαμαρτυρίας και από τις εθνοτικές διεκδικήσεις συνυπάρχει με μια θεσμική και στρατιωτική ανησυχία απέναντι στον κατακερματισμό.

Εφόσον η μεταβατική περίοδος περιοριστεί σε συμβολικές και διοικητικές ρυθμίσεις, χωρίς ουσιαστικό άνοιγμα προς την κοινωνία, η χώρα μπορεί να εισέλθει σε μια παρατεταμένη φάση εσωτερικής έντασης, όπου οι γραφειοκρατικές και στρατιωτικές δομές θα ενισχυθούν εις βάρος των κοινωνικών αιτημάτων. Αν όμως οι κοινωνικές και εθνοτικές δυναμικές αποκτήσουν θεσμική διέξοδο, τότε η επόμενη ημέρα μπορεί να μετατραπεί σε διαδικασία επανακαθορισμού της σχέσης κράτους και κοινωνίας.

Αυτό που διακυβεύεται υπερβαίνει τη διαδοχή ενός ηγέτη. Αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα της ιρανικής πολιτείας και τη δυνατότητά της να παραμείνει ενιαία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων. Το Ιράν βρίσκεται σε μια καμπή όπου οι επιλογές των επόμενων μηνών θα καθορίσουν αν η κρίση θα οδηγήσει σε συγκεντρωτική αναδίπλωση ή σε βαθύτερη πολιτική μεταμόρφωση.