ΗΠΑ: Μαζική προσέλευση στις κάλπες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές – Γιατί ανησυχεί ο Τραμπ

Περισσότεροι από 50 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη ψηφίσει, με τους Δημοκρατικούς να εμφανίζουν ισχυρότερη κινητοποίηση και να διεκδικούν την ανατροπή των συσχετισμών στο Κογκρέσο

ΗΠΑ: Μαζική προσέλευση στις κάλπες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές – Γιατί ανησυχεί ο Τραμπ
epa13256898 US President Donald Trump walks on the South Lawn of the White House upon his return to Washington, DC, USA, 23 September 2026. Trump returned after addressing the 81st session of the United Nations General Assembly (UNGA) in New York. EPA/Yuri Gripas / POOL

Σε ιδιαίτερα τεταμένο πολιτικό κλίμα οδηγούνται οι ΗΠΑ προς τις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης 3 Νοεμβρίου, με την πρόωρη συμμετοχή των ψηφοφόρων να καταγράφει εντυπωσιακά επίπεδα και το Δημοκρατικό Κόμμα να βλέπει μια σημαντική ευκαιρία να ανακτήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου. Η δυσαρέσκεια για την οικονομική κατάσταση, το αυξημένο κόστος ζωής και η χαμηλή δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ δημιουργούν ένα περιβάλλον που ευνοεί την αντιπολίτευση, χωρίς ωστόσο να προεξοφλεί την έκβαση της αναμέτρησης.

Περισσότεροι από 50 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν ήδη καταθέσει την ψήφο τους πριν από την επίσημη ημέρα των εκλογών, αριθμός που αποτελεί ρεκόρ για ενδιάμεση εκλογική αναμέτρηση. Τα πρώτα στοιχεία που έχουν αναλυθεί από το Εκλογικό Εργαστήριο του Πανεπιστημίου της Φλόριντα δείχνουν ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων που συμμετείχαν στην πρόωρη διαδικασία προέρχεται από το στρατόπεδο των Δημοκρατικών.

Η αυξημένη κινητοποίηση καταγράφεται σε αρκετές πολιτείες, ακόμη και σε περιοχές όπου οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούσαν παραδοσιακά ισχυρή παρουσία. Η εικόνα αυτή έχει ενισχύσει τις προσδοκίες της αντιπολίτευσης, η οποία ελπίζει να αποκτήσει την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και να διεκδικήσει σημαντικά κέρδη στη Γερουσία.

Ρεκόρ πρόωρης συμμετοχής και ισχυρότερη κινητοποίηση των Δημοκρατικών

Τα στοιχεία από τις επιμέρους πολιτείες αποτυπώνουν το μέγεθος της εκλογικής κινητοποίησης. Στη Βόρεια Καρολίνα, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Δημοκρατικοί είχαν ήδη ψηφίσει, έναντι περίπου 679.000 Ρεπουμπλικανών, καταρρίπτοντας το προηγούμενο ρεκόρ συμμετοχής στην πρόωρη ψηφοφορία για ενδιάμεσες εκλογές.

Στο Τέξας, ο αριθμός των πολιτών που είχαν ψηφίσει έφτασε τα 7,6 εκατομμύρια, ενώ στη Νότια Καρολίνα πλησίασε το ένα εκατομμύριο. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφηκε στη Τζόρτζια, όπου περισσότεροι από 2,8 εκατομμύρια ψηφοφόροι συμμετείχαν πριν από την ημέρα των εκλογών, σημειώνοντας αύξηση 13% σε σύγκριση με την αντίστοιχη διαδικασία του 2022.

Αυξημένη ήταν η συμμετοχή και στο Μέιν, το Κάνσας και το Μίσιγκαν, όπου η πρόωρη προσέλευση ξεπέρασε κατά περισσότερο από 30% τα επίπεδα των προηγούμενων ενδιάμεσων εκλογών, σύμφωνα με στοιχεία του Associated Press.

Σε εθνικό επίπεδο, τα δεδομένα του University of Florida Election Lab δείχνουν ότι το 43% των πρόωρων ψήφων προέρχεται από εγγεγραμμένους Δημοκρατικούς, έναντι 31% των Ρεπουμπλικανών. Το υπόλοιπο 25% αφορά ψηφοφόρους που δεν είναι εγγεγραμμένοι σε κάποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα.

Ο πολιτικός επιστήμονας του Πανεπιστημίου της Φλόριντα, Μάικλ ΜακΝτόναλντ, έχει περιγράψει αυτή τη διαφορά ως πιθανή «ψήφο αποδοκιμασίας» προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Ωστόσο, η πρόωρη συμμετοχή δεν αποτελεί από μόνη της ασφαλή ένδειξη για το τελικό αποτέλεσμα, καθώς δεν αποτυπώνει απαραίτητα το σύνολο των πολιτικών προτιμήσεων όσων θα ψηφίσουν την Τρίτη.

Την ίδια ώρα, δημοσκόπηση των PBS News, NPR και Marist καταγράφει προβάδισμα των Δημοκρατικών στην πρόθεση ψήφου για τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Συγκεκριμένα, το 52% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι προτίθεται να στηρίξει τον Δημοκρατικό υποψήφιο στην εκλογική του περιφέρεια, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους Ρεπουμπλικανούς ανέρχεται στο 44%.

Οι δημοσκοπήσεις δίνουν προβάδισμα, αλλά το προηγούμενο του Τραμπ προκαλεί επιφυλάξεις

Παρά την αισιοδοξία στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης, η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της φετινής αναμέτρησης. Η πολιτική ιστορία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι εκλογικές επιδόσεις του Ντόναλντ Τραμπ μπορούν να ξεπεράσουν τις προβλέψεις, ακόμη και όταν οι μετρήσεις πραγματοποιούνται λίγες ημέρες πριν από την κάλπη.

Το 2016, ο Ρεπουμπλικανός πολιτικός κατάφερε να κερδίσει την προεδρία παρά τις προβλέψεις που έδιναν προβάδισμα στη Χίλαρι Κλίντον. Αντίστοιχες αποκλίσεις καταγράφηκαν και το 2024, όταν επικράτησε στις προεδρικές εκλογές, ενώ το 2020 οι δημοσκοπήσεις είχαν εκτιμήσει μεγαλύτερη διαφορά υπέρ του Τζο Μπάιντεν από αυτήν που τελικά καταγράφηκε.

Ανάλογα προβλήματα εμφανίστηκαν και στις φετινές εσωκομματικές αναμετρήσεις των Δημοκρατικών. Στο Μίσιγκαν, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέν εμφανιζόταν να έχει σαφές προβάδισμα στις προκριματικές εκλογές για τη Γερουσία, όμως η τελική διαφορά περιορίστηκε περίπου στη μία ποσοστιαία μονάδα. Στο Ουισκόνσιν, υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών που προηγούνταν στις μετρήσεις με σχεδόν 20 μονάδες κατέληξε να χάσει με διαφορά μικρότερη της μίας μονάδας.

Ο πρόεδρος της Ipsos Public Affairs, Κλίφορντ Γιανγκ, επισημαίνει ότι η πραγματοποίηση αξιόπιστων δημοσκοπήσεων έχει γίνει δυσκολότερη, καθώς οι παραδοσιακοί τρόποι επικοινωνίας με τους πολίτες δεν αποδίδουν πλέον με τον ίδιο τρόπο. Η μείωση των σταθερών τηλεφωνικών συνδέσεων, τα συστήματα φιλτραρίσματος κλήσεων και η περιορισμένη διάθεση των πολιτών να συμμετέχουν σε έρευνες δυσκολεύουν τη συγκέντρωση αντιπροσωπευτικών στοιχείων.

Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί και η πιθανότητα υποεκπροσώπησης των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων. Εάν οι συντηρητικοί πολίτες συμμετέχουν λιγότερο στις δημοσκοπήσεις από ό,τι στην πραγματική εκλογική διαδικασία, τότε τα αποτελέσματα ενδέχεται να εμφανίζουν τεχνητά μεγαλύτερη δυναμική για τους Δημοκρατικούς.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η δυσκολία πρόβλεψης του ποιοι από τους εγγεγραμμένους ψηφοφόρους θα προσέλθουν τελικά στις κάλπες. Στις προηγούμενες προεδρικές αναμετρήσεις, σημαντικό μέρος της εκλογικής βάσης του Τραμπ, που δεν είχε σταθερή συμμετοχή σε προηγούμενες εκλογές, κινητοποιήθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι είχαν υπολογίσει οι δημοσκόποι.

Οι κρίσιμες πολιτείες και η μάχη για τον έλεγχο του Κογκρέσου

Το ενδιαφέρον στρέφεται ιδιαίτερα στις πολιτείες όπου οι εκλογικές αναμετρήσεις για τη Γερουσία παραμένουν αμφίρροπες. Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται ανταγωνιστικοί ακόμη και σε περιοχές που θεωρούνταν ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς, γεγονός που ενισχύει τις προσδοκίες τους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Νότιας Καρολίνας, όπου πρόσφατη δημοσκόπηση των New York Times κατέγραψε ισοπαλία στη μάχη για τη Γερουσία. Πρόκειται για πολιτεία στην οποία ο Τραμπ είχε επικρατήσει με διαφορά 18 ποσοστιαίων μονάδων στις προεδρικές εκλογές του 2024. Παράλληλα, έρευνες του CNN εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς να προηγούνται στο Τέξας, το Κάνσας και το Μέιν.

Η αντιπολίτευση ελπίζει να εξασφαλίσει τουλάχιστον 218 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αριθμό που απαιτείται για την πλειοψηφία. Στη Γερουσία, όπου ανανεώνεται περίπου το ένα τρίτο των εδρών, η ανατροπή των συσχετισμών θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα ιδιαίτερα δύσκολη, ωστόσο οι τελευταίες μετρήσεις έχουν δημιουργήσει μεγαλύτερη αβεβαιότητα.

Εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο έστω και ενός από τα δύο νομοθετικά σώματα, θα μπορούν να επηρεάζουν καθοριστικά την κοινοβουλευτική ατζέντα, τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και την προώθηση των κυβερνητικών νομοσχεδίων. Παράλληλα, θα έχουν τη δυνατότητα να εντείνουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο των ενεργειών της κυβέρνησης Τραμπ.

Ο Τραμπ στην προεκλογική μάχη και η ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εντείνει τις τελευταίες εβδομάδες τις δημόσιες εμφανίσεις του, επιχειρώντας να ενισχύσει τους υποψηφίους του και να περιορίσει τις απώλειες για το κόμμα του. Την Κυριακή βρέθηκε στην Άιοβα και στη συνέχεια στο Κάνσας, δύο πολιτείες όπου είχε επικρατήσει με άνεση στις προεδρικές εκλογές του 2024.

Κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Άιοβα, επανέλαβε την πεποίθησή του ότι οι Ρεπουμπλικανοί θα επικρατήσουν, ενώ η παρουσία του διακόπηκε αρκετές φορές από διαδηλωτές. Ο ίδιος χαρακτήρισε τους διαμαρτυρόμενους πληρωμένους ταραχοποιούς και κάλεσε τους υποστηρικτές του να κινητοποιηθούν, προειδοποιώντας ότι μια επικράτηση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να ανατρέψει τις πολιτικές που έχει εφαρμόσει η κυβέρνησή του.

Πίσω από τη δημόσια αισιοδοξία του Λευκού Οίκου, ωστόσο, η αυξημένη παρουσία του προέδρου σε πολιτείες που θεωρούνται παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές αποτυπώνει τη σημασία που αποδίδει η κυβέρνηση στην εκλογική αναμέτρηση.

Σύμφωνα με το AFP, η δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής και τον πόλεμο στο Ιράν αποτελεί έναν από τους παράγοντες που δυσκολεύουν την προεκλογική προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών. Η στρατιωτική εμπλοκή στο εξωτερικό έχει προκαλέσει ερωτήματα, καθώς ο Τραμπ είχε εμφανιστεί προεκλογικά ως υποστηρικτής του περιορισμού των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Την ίδια στιγμή, ο γερουσιαστής Ραφαέλ Γουόρνοκ εμφανίστηκε στο CNN «νευρικός αλλά αισιόδοξος», υπογραμμίζοντας την ανάγκη να υπάρξουν κοινοβουλευτικοί περιορισμοί στην εξουσία του προέδρου.

Τι μπορεί να ανατρέψει τις προβλέψεις την τελευταία στιγμή

Παρά τη θετική εικόνα που καταγράφουν οι Δημοκρατικοί, υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που ενδέχεται να περιορίσουν την εκλογική τους επίδοση. Πολλές από τις περιφέρειες που βρίσκονται στο επίκεντρο της φετινής αναμέτρησης είχαν κερδηθεί με σημαντική διαφορά από τον Τραμπ το 2024, γεγονός που προσφέρει στους Ρεπουμπλικανούς ένα αρχικό εκλογικό πλεονέκτημα.

Επιπλέον, οι αλλαγές στα όρια των εκλογικών περιφερειών έχουν περιορίσει τον αριθμό των εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων που μπορούν εύκολα να περάσουν από το ένα κόμμα στο άλλο. Η αυξανόμενη πολιτική πόλωση έχει επίσης δημιουργήσει ένα περισσότερο παγιωμένο εκλογικό σώμα, με λιγότερους ψηφοφόρους να εμφανίζονται διατεθειμένοι να αλλάξουν πολιτική προτίμηση.

Στους παράγοντες που ενισχύουν τη θέση των Ρεπουμπλικανών προστίθεται και η οικονομική τους υπεροχή στην προεκλογική εκστρατεία, καθώς διαθέτουν σημαντικούς οικονομικούς πόρους για διαφημιστικές καμπάνιες και επιθέσεις εναντίον των αντιπάλων τους.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει, πάντως, ότι στις ενδιάμεσες εκλογές το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία συχνά χάνει έδαφος. Το 2010, οι Ρεπουμπλικανοί κέρδισαν περισσότερες από 60 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία δυσκολευόταν να ανακάμψει από τη χρηματοπιστωτική κρίση και η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα αντιμετώπιζε έντονες αντιδράσεις για τις μεταρρυθμίσεις στην υγεία.

Το 2022, αντίθετα, οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να περιορίσουν τις απώλειές τους, διατηρώντας τον έλεγχο της Γερουσίας, παρά το γεγονός ότι έχασαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές δεν ακολουθούν πάντοτε τις παραδοσιακές προβλέψεις.

Σημαντικό ρόλο θα παίξει και το ποσοστό των αναποφάσιστων, καθώς ακόμη και μικρές μετακινήσεις ψηφοφόρων μπορούν να καθορίσουν το αποτέλεσμα σε πολιτείες όπου οι διαφορές είναι οριακές. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η αξιολόγηση των μέσων όρων πολλών δημοσκοπήσεων προσφέρει πιο ολοκληρωμένη εικόνα από την απομόνωση μιας μεμονωμένης έρευνας, χωρίς όμως να εξαλείφει την αβεβαιότητα.

Το διακύβευμα των εκλογών ξεπερνά, επομένως, την απλή καταμέτρηση των εδρών. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, μια απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα μπορούσε να δυσκολέψει σημαντικά την προώθηση της πολιτικής του ατζέντας κατά τα τελευταία δύο χρόνια της δεύτερης θητείας του. Για τους Δημοκρατικούς, αντίθετα, μια εκλογική επιτυχία θα αποτελούσε ευκαιρία να επανακτήσουν θεσμικό ρόλο και να ενισχύσουν τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.

Το αποτέλεσμα, ωστόσο, θα κριθεί στην κάλπη. Η αυξημένη συμμετοχή, οι ευνοϊκές δημοσκοπήσεις και η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δημιουργούν μια θετική συγκυρία για την αντιπολίτευση, αλλά το προηγούμενο των προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων υπενθυμίζει ότι η πολιτική δυναμική στις ΗΠΑ μπορεί να αλλάξει ακόμη και την τελευταία στιγμή.