Φαιδρά Πορτοκαλέα #034: Το άγαλμα, η Άθωνος, η Δημοτική ακροβασία, η γαλάζια πίτα, η « αιώνια» βάρδια, το ΠΑΣΟΚ που αντέχει και ο καθρέφτης…

Έτσι είναι η Ελλάδα, μια χώρα που κλαίει, φωνάζει, γελάει και συνεχίζει. Σαν τον τύπο στο καφενείο που τα ξέρει όλα, αλλά στο τέλος πληρώνει τον καφέ και φεύγει μουρμουρίζοντας.

Φαιδρά Πορτοκαλέα #034: Το άγαλμα, η Άθωνος, η Δημοτική ακροβασία, η γαλάζια πίτα, η « αιώνια» βάρδια, το ΠΑΣΟΚ που αντέχει και ο καθρέφτης…

Το Άγαλμα στη χειρότερη Γωνία, τ. Πατριάρχης  Ιωακείμ Γ’ έπιασε στασίδι στην Βογατσικού

Μετά από μια επική περιπέτεια που θύμιζε περισσότερο κωμωδία παρά ιστορική τιμή, το άγαλμα του Ιωακείμ Γ’, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1874-1878) και μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη βρήκε επιτέλους τη «μόνιμη του θέση». Όχι σε κάποια πλατεία, όχι μπροστά σε ναό, αλλά…σε μια γωνία. Ναι, καλά διαβάσατε. Στη διασταύρωση Μητροπόλεως και Βογατσικού, έξω από το Μητροπολιτικό Μέγαρο!!!! Μια τοποθεσία τόσο «εμβληματική», που κάποιοι κάτοικοι τη χαρακτηρίζουν «τιμωρία» και άλλοι απλώς «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει». Ε, και τελικά… έβρεξε. Κυριολεκτικά.

Η Φιλόπτωχος Αδελφότης Θεσσαλονίκης, με ιερό ζήλο και ενθουσιασμό, είχε σκεφτεί το αυτονόητο, να τοποθετηθεί το άγαλμα στην πλατεία Αγίας Σοφίας, μπροστά στον ιστορικό ναό. Αλλά, σύμφωνα με τις καλά πληροφορημένες καρδερίνες μας , η Αρχαιολογική Υπηρεσία εμφανίστηκε ξαφνικά σαν τον αυστηρό καθηγητή που πετάει το τετράδιο έξω από την τάξη. «Αποκλείεται!» είπαν. Ο χώρος είναι αρχαιολογικός, και το άγαλμα θα μπορούσε να πατήσει… αρχαία. Ούτε λόγος να σταθεί εκεί ο Ιωακείμ, ούτε καν με προσευχή.

Ακολούθησε ψάξιμο για άλλη τοποθεσία. Φήμες λένε πως ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Στέλιος Αγγελούδης, δεν ήθελε να τοποθετηθεί πουθενά αλλού, χωρίς κανείς να ξέρει αν αυτό το «πουθενά» ήταν κυριολεκτικό ή πολιτικό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τελικά επελέγη η διακριτική (έως εξαφανισμένη) γωνία στο κέντρο της πόλης, για να σταθεί εκεί ο Ιωακείμ σαν VIP πεζοδρομιακός παρατηρητής.

Και σαν να μην έφτανε η παραγκωνισμένη θέση, ήρθε και το κερασάκι στην τούρτα, την ημέρα των εγκαινίων, ξέσπασε κατακλυσμός. Η βροχή έπεφτε σαν να είχε εκνευριστεί ο ίδιος ο ουρανός με την επιλογή της τοποθεσίας. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έφτασε, πρόλαβε μετά βίας να ευλογήσει το άγαλμα (ή έναν βρεγμένο μουσαμά , δεν είμαστε σίγουροι), και εξαφανίστηκε σε λιγότερο από πέντε λεπτά. Ο δε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος είχε οργανώσει δεξίωση, που ακυρώθηκε… γιατί ούτε ο καφές δεν έβραζε εκείνη την ώρα , τον είχαν σβήσει τα νερά.

Έτσι, το άγαλμα που δημιουργήθηκε από τη σπουδαία γλύπτρια Αφροδίτη Λίτη το 2013, και περίμενε 13 χρόνια για να «αναδειχθεί», κατέληξε τελικά στη γωνία ενός πεζοδρομίου, κάτω από βροχή, ανάμεσα σε κορνίζες πινακίδων, παρκαρισμένα σκούτερ και χαμηλές προσδοκίες.

Αν περνάς μέσα από την κόλαση, συνέχισε να περπατάς

 Winston Churchill

 

Από  την  Άθωνος με αγάπη  και χωρίς φως

Στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, εκεί όπου άλλοτε οι αγορές ήταν στολίδια και σημαιοφόροι της τοπικής οικονομίας, σήμερα δεσπόζει το μεταμοντέρνο θαύμα της παραμέλησης, η αγορά Βατικιώτη στην πλατεία Άθωνος,  η οποία, αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολές διοίκησης ως υπόδειγμα αυτοδιαχείρισης υπό πλήρη εγκατάλειψη.

Εκεί λοιπόν, τα κεντρικά φώτα  που κάποτε φώτιζαν τις ελπίδες των εμπόρων και τα κεφάλια των πελατών, αποξηλώθηκαν λίγο πριν τις εκλογές, προφανώς για να μη ρίχνουν φως στις προεκλογικές υποσχέσεις. Μέχρι σήμερα , μην ρωτάτε πόσες νύχτες και πρωινά πέρασαν , ούτε ένας προβολέας δεν έχει επιστρέψει. Ίσως να τους έστειλαν για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό. Τηλέφωνα στον Δήμο; Ούτε ήχος, ούτε φως. Μόνο ηχογραφημένα μηνύματα και σιωπή… τόσο ηχηρή όσο και το σκοτάδι τους.

Και σαν να μην έφτανε το ζήτημα του φωτισμού, έρχεται και το ένδοξο σιδερένιο στέγαστρο, ένα μνημείο της εποχής Κοσμόπουλου,  να θυμίσει ότι στην Ελλάδα, ό,τι δεν πέφτει μόνο του, το ξεχνάμε. Σκουριασμένο, τρύπιο, μια μεταλλική υπόμνηση ότι το μόνο που συντηρείται με συνέπεια στην πόλη είναι η αδιαφορία. Καμία συντήρηση, καμία ανακαίνιση, καμία πρόνοια. Το καλοκαίρι γίνεται φούρνος, τον χειμώνα ντουζιέρα  και οι επαγγελματίες, ηρωικοί σαν τους τελευταίους των Μοϊκανών, επιδιορθώνουν μόνοι τους λούκια και τζάμια, μπας και σωθούν από τις καταιγίδες και τις 40άρες,θερμοκρασίες, αλήθεια, είναι αγορά ή reality επιβίωσης;

Ανάλογη εικόνα και στο Καπάνι, όπου το αδελφό στέγαστρο, κουρασμένο από τα χρόνια και την αδιαφορία, αγωνίζεται να σταθεί όρθιο, μαζί με τους επαγγελματίες του. Είναι σαν τα στέγαστρα αυτά να σχηματίζουν μια αόρατη συμμαχία: «Δεν πέφτουμε ακόμα, αλλά κι εσείς δεν μας φροντίζετε». Και να τα αποτελέσματα  βροχή στους πάγκους, ήλιος στα κεφάλια, και ο Δήμος… στον κόσμο του.

Εν τω μεταξύ, στους γύρω δρόμους, Παπαμάρκου, Γενναδίου, Βατικιώτη  ετοιμάζεται φωτισμός, όχι με χρήματα  από τον Δήμο, αλλά από έρανο των επαγγελματιών και με τη βοήθεια του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου!!!!!  Η αυτοδιαχείριση  πάει σύννεφο, αφού η θεσμική φροντίδα έχει κάνει φτερά  μαζί με τους προβολείς.

Και κάπως έτσι, στην καρδιά της πόλης, η τελευταία “νοικοκυρεμένη” αγορά παλεύει με τη σκουριά, τα νερά και τη σκοτεινιά , μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Η αδιαφορία είναι πιο επικίνδυνη από την εχθρότητα

 Έλι Βίζελ, βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης και επιζών του Ολοκαυτώματος

 

Πυρασφαλτολογία και Ηλεκτρολογισμός, η νέα τέχνη της Δημοτικής Ακροβασίας

Και ιδού, πολίτες του φωτός και του καμένου ρελέ, στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου η λογική πάει για φραπέ και η ευθύνη καπνίζει έξω απ’ το δημοτικό κτίριο, μάθαμε πως η TV100, το στολίδι της τοπικής ενημέρωσης , λειτουργεί χωρίς πιστοποιητικό πυρασφάλειας, χωρίς ηλεκτρολογικό σχέδιο, και μέχρι πρότινος, χωρίς γείωση. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά δεν γειώνανε! Το ρεύμα έψαχνε μόνο του πού να πάει

Ε, τι να γίνει δηλαδή; Στη Σαχάρα να είχε χτιστεί η μονάδα, τουλάχιστον θα ‘χε άμμο να σβήσει τη φωτιά. Αν, ας πούμε, ένας απλός πολίτης μερακλής ανοίξει καφέ χωρίς αυτά τα χαρτιά, του ‘ρχεται η Δημοτική Αποστολή της Ιεράς Εξέτασης με πρόστιμα, σφραγίσματα και παλαιοδιαθηκική οργή. Αλλά όταν είναι κρατικό το μαγαζί; Ε, τότε γίνεται κρατικώς ανεξέλεγκτο! Καλώς ήλθατε στη Δημοκρατία της Πυρασφαλτολογίας, όπου οι νόμοι εφαρμόζονται μόνο στα πεζοδρόμια, όχι στα κρατικά πελατολόγια.

Κι αντί οι υπεύθυνοι να σκύψουν το κεφάλι, να πουν ένα «ναι, βάλαμε ανθρώπους να δουλεύουν σε ωρολογιακή βόμβα με wifi », οι αρμόδιοι  βγήκαν να μας μιλήσουν για τα περασμένα μεγαλεία. Ασφαλώς. Όταν δεν έχεις απαντήσεις για το παρόν, το παρελθόν είναι φιλικότερη ζώνη ώρας. Λες και δεν έχουν συμβεί ήδη τραγωδίες, λες και το εργοστάσιο της Βιολάντα δεν μας θύμισε τι σημαίνει αδιαφορία για την ασφάλεια.

Το περίεργο είναι πως το κτίριο λειτουργούσε. Κανονικά. Σαν να ήταν όλα εντάξει. Σαν να μη χρειάζεται το κράτος να τηρεί τους δικούς του νόμους. Σαν να φωνάζει κάποιος από το βάθος: «Πού να πηγαίνει η γείωση μωρέ, φτάνει να δουλεύει η κάμερα!» Κάπως έτσι γεννήθηκε ο  ηλεκτρολογισμός, μια νέα πίστη, στην οποία το ρεύμα ευλογείται και δεν σε σκοτώνει , αν έχεις δημοτική ταυτότητα. Η ντροπή έχει πράγματι ντραπεί. Κι ίσως φοβάται μήπως κι αυτή… δεν έχει πιστοποιητικό πυρασφάλειας.

Είναι επικίνδυνο να έχεις δίκιο όταν η εξουσία έχει άδικο

 Voltaire

 

 

Κόμμα σε Αδράνεια, πίτα σε εγρήγορση

Η τοπική οργάνωση της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη μοιάζει πια με εκείνα τα παλιά σίριαλ που τα θυμάσαι αμυδρά, δεν τα βλέπει κανείς, αλλά κάθε Χριστούγεννα παίζουν σε επανάληψη. Καθημερινά δεν υπάρχουν, στις γειτονιές σπανίζουν, στις αγορές τους ψάχνεις με μεγεθυντικό φακό, όμως όταν έρθει η ώρα της πίτας, ω του θαύματος, εμφανίζονται όλοι. Στελέχη, παράγοντες, παρατρεχάμενοι, θεματοφύλακες της παράδοσης, άνθρωποι που δεν τους έχει δει ούτε το ίδιο τους το κόμμα εδώ και χρόνια, ξεπροβάλλουν ξαφνικά σαν μανιτάρια μετά από βροχή, με χαμόγελο, χειραψία και βλέμμα καρφωμένο στο φλουρί.

Η κοπή της πίτας είναι τελικά το μοναδικό πολιτικό γεγονός που λειτουργεί σαν μαγνήτης. Εκεί που η κομματική οργάνωση θυμίζει μυθοπλασία χαμηλού προϋπολογισμού, ξαφνικά γίνεται υπερπαραγωγή, παρόντες οι καινούργιοι, παρόντες οι επίδοξοι, παρόντες οι μισοξεχασμένοι. Από τους παλιούς, σχεδόν κανείς. Οι παλαιοκομματικοί μάλλον άλλαξαν κανάλι, κάποιοι άλλαξαν κόμμα, κάποιοι απλώς κουράστηκαν να περιμένουν μια παράταξη που τους θυμάται μόνο όταν κόβεται ζύμη με άχνη.

Απουσίες πολλές και ηχηρές(πιθανόν δικαιολογημένες τουλάχιστον τυπικά….), βουλευτές που δεν φάνηκαν, παράγοντες που είχαν πάντα θέση στο τραπέζι αλλά αυτή τη φορά έλειπαν. Γιατί, κανείς δεν ξέρει. Άλλοι λένε υποχρεώσεις, άλλοι δυσαρέσκεια, άλλοι απλώς βαρεμάρα. Οι καρδερίνες  μας πάντως, αυτές με την ανθρώπινη φωνή και την επαγγελματική περιέργεια, άκουσαν ψιθύρους για μετρήσεις. Κάτι ποσοστά που τριγυρνούν επικίνδυνα χαμηλά, κάτι δεκαπεντάρια που ακούγονται σαν κακόγουστο αστείο για έναν νομό που κάποτε θεωρούνταν προπύργιο.

Αν ισχύουν όλα αυτά, τότε η πορτοκαλιά  μας, που χρόνια τώρα φωνάζει σαν τον γραφικό θείο στο οικογενειακό τραπέζι, δικαιώνεται. Αν κάποιοι στο Μαξίμου είχαν ακούσει έστω λίγο, όχι πολύ, λίγο, ίσως σήμερα να μιλούσαμε για μικρότερη ζημιά. Όμως όσο πίτες κι αν κοπούν, όσο κι αν κάποιοι ελέγχουν μηχανισμούς, σε μια κατάσταση που θυμίζει διάλυμα υπό διάλυση, η εικόνα της γαλάζιας παράταξης στη Θεσσαλονίκη παραμένει βαριά.

Και κάπως έτσι, μέσα σε άχνη, φλουριά και χειραψίες, η κομματική πραγματικότητα της πόλης επιβεβαιώνει τον εαυτό της. Όχι με θόρυβο ουσίας, αλλά με θόρυβο παρουσιών. Όχι με πολιτικό βάθος, αλλά με πολιτική ζαχαρόπαστα. Γιατί μπορεί οι οργανώσεις να στήνονται μόνο για την πρεμιέρα, μπορεί οι παλιοί να έχουν αποχωρήσει σιωπηλά και οι νέοι να εμφανίζονται μόνο όταν μυρίζει βασιλόπιτα, όμως η ουσία δεν γλυκαίνει με φλουρί. Χωρίς επαφή με τον κόσμο, χωρίς ρίζες και χωρίς αλήθεια, καμία πίτα δεν σώζει το τραπέζι. Και χωρίς να γίνουμε γιατροί ή σεξολόγοι, θα πούμε μόνο αυτό, υπάρχουν στιγμές που ό,τι κι αν κάνεις, δύσκολα σηκώνεται.

Όποιος εξαπατά τον λαό, θα βρίσκει πάντα κάποιον που θα θέλει να εξαπατηθεί, μέχρι να έρθει η στιγμή που κανείς δεν θα ακούει πια

 Μακιαβέλι

 

Η Αιώνια Βάρδια του Προέδρου και το Συνδικάτο της Ακινησίας

Υπάρχει ένα παράδοξο σχεδόν ποιητικό στη σύγχρονη συνδικαλιστική πραγματικότητα. Ενώ οι εργαζόμενοι αλλάζουν βάρδιες, επαγγέλματα, συμβάσεις, πλατφόρμες και εργοδότες με ρυθμούς καταιγιστικούς, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος,  μένει σταθερός. Σαν παλιό ρολόι τοίχου στο εργοστάσιο που μπορεί να μην δείχνει πια σωστά την ώρα, αλλά κανείς δεν το κατεβάζει, γιατί το έχουμε συνηθίσει.

Δεκαοκτώ χρόνια στην ίδια καρέκλα δεν είναι θητεία, είναι επίπλωση. Και στα εβδομήντα ένα, με εμπειρία που θα ζήλευε και μουσείο εργατικού κινήματος, ο κύριος πρόεδρος δηλώνει ξανά παρών. Όχι βέβαια στο εργοτάξιο, ούτε στη γραμμή παραγωγής, ούτε στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, αλλά στο γνώριμο φυσικό του περιβάλλον, το συνέδριο, το πάνελ, το μικρόφωνο. Εκεί που ο ιδρώτας είναι μεταφορικός και η σύμβαση συλλογική, αλλά η καρέκλα απολύτως ατομική.

Χωρίς να αμφισβητείται τίποτα και χωρίς να παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας, το ερώτημα παραμένει αθώο και αυτό. Μπορεί ένας άνθρωπος που δεν έχει πια καμία βιωματική σχέση με τον εργαζόμενο του σήμερα, να εκφράσει τον εργαζόμενο του αύριο. Τον εργαζόμενο των τεσσάρων ωρών, των μπλοκ, των εφαρμογών, της ανασφάλειας και του ενοικιαζόμενου βίου. Ή μήπως η ΓΣΕΕ μοιάζει όλο και περισσότερο με λέσχη παλαίμαχων, όπου η ανανέωση θεωρείται ύποπτη και η αλλαγή επικίνδυνη.

Το τέλμα δεν έρχεται πάντα με σκάνδαλο, έρχεται και με την συνήθεια. Με την αίσθηση ότι δεν υπάρχει άλλος, ότι μόνο ο ίδιος ξέρει, ότι αν φύγει θα πέσουν τα ντουβάρια. Κι έτσι, η συνομοσπονδία αντί να είναι φωνή πίεσης, καταντά ηχώ του ίδιου της του παρελθόντος, με λόγο ασφαλή, αλλά ακίνδυνο. Με παρουσία σταθερή, αλλά ακίνητη. Ίσως τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα να μην είναι ποιος ελέγχεται, αλλά ποιος δεν αλλάζει. Γιατί το συνδικαλιστικό κίνημα δεν χρειάζεται αιώνιους προέδρους, χρειάζεται ζωντανούς εκπροσώπους.

Καμία εξουσία δεν φθείρεται τόσο πολύ όσο εκείνη που αρνείται να τελειώσει

Ζορζ Κλεμανσό, Γάλλος πολιτικός και πρωθυπουργός

 

ΠΑΣΟΚ παντού, το Πράσινο που άντεξε και στη Μπλε Μπουγάδα

Κάποτε λέγαμε για το ΠΑΣΟΚ ότι «είναι παντού». Τώρα, με τη Νέα Δημοκρατία να κυβερνά, μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε και επιστημονικά, όχι απλώς είναι παντού, αλλά έχει ριζώσει σε υπουργεία, σε γραμματείες, σε επιτροπές και σε κάθε θεσμική χαραμάδα που μυρίζει κονδύλι. Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει απλώς ανοίξει την πόρτα στους πρώην πασόκους , τους έστρωσε κόκκινο χαλί, τους κέρασε και κονδύλια, και τους έδωσε και την καρέκλα της διαχείρισης.

Και τώρα, όπως λένε και οι Αγγλοσάξονες, surprise, surprise! Τα σάπια θεμέλια που το ΠΑΣΟΚ έστηνε από τη δεκαετία του ’80 επιστρέφουν ως πολιτικός μπούμερανγκ. Γιατί όταν σε νευραλγικές θέσεις δεν τοποθετείς ανθρώπους με πίστη στο δικό σου όραμα, αλλά πολιτικά μετανάστες χωρίς ρίζες και χωρίς ντροπή, τότε το μόνο που διασφαλίζεις είναι ότι το φαγοπότι θα συνεχιστεί, απλώς αλλάζει το ντεκόρ.

Ο νεοδημοκράτης,  ο ιδεολόγος έστω,  φοβάται την έκθεση, φοβάται το πολιτικό κόστος, νοιάζεται για το πώς θα βγει η κυβέρνηση του στην κάλπη. Ο πασόκος των ’90s που έχει βρεθεί σε νεοδημοκρατική κυβέρνηση δεν φοβάται τίποτα, ούτε την κάλπη, ούτε την τιμή, ούτε την Αρχή για το Ξέπλυμα. Γιατί δεν έχει τίποτα να χάσει. Είναι εκεί ως τεχνοκράτης-μπαλαντέρ, χωρίς δεσμεύσεις, χωρίς συνέπειες, και κυρίως  χωρίς ιδεολογική ντροπή.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο η διαφθορά. Είναι η πολιτική αφέλεια, να νομίζεις ότι ο λύκος με γραβάτα έγινε πρόβατο επειδή πήγε σε άλλο μαντρί. Η Νέα Δημοκρατία πίστεψε ότι μπορεί να φτιάξει κράτος με πασοκική μαγιά. Και τώρα, καθώς σκάει το ένα σκάνδαλο πίσω απ’ το άλλο, προσπαθεί να πείσει ότι «δεν ήξερε».  Η εξουσία, αγαπητοί, δεν είναι τεχνοκρατία,  είναι πίστη, είναι ευθύνη, είναι συνέπεια. Κι αν  παραδώσεις το σπίτι σου, σ’ εκείνον που δεν αγαπά ούτε το όνομά σου, θα στο φάει  μέχρι και τα θεμέλια.

Η σιωπή για το κακό είναι ντροπή, ακόμη κι όταν αφορά φίλους

Σοφοκλής, Αντιγόνη

 

Η εβδομάδα που η Ελλάδα κοίταξε τον καθρέφτη, αναστέναξε βαριά και άλλαξε θέμα

Η εβδομάδα που πέρασε στην Ελλάδα δεν ήταν απλώς γεμάτη γεγονότα, ήταν σαν λαϊκή αγορά Σαββάτου, είχε απ’ όλα, τραγωδία, φασαρία, αγανάκτηση, λίγη ελπίδα, και στο τέλος τον λογαριασμό που πάντα πέφτει στον ίδιο, τον απλό άνθρωπο που προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς ζει.

Ξεκινήσαμε με εικόνες βαριές, ανθρώπινες ζωές χαμένες στη θάλασσα, παιδιά που δεν πρόλαβαν να μάθουν τη λέξη αύριο, και μια κοινωνία που κάθε φορά δηλώνει σοκαρισμένη, αλλά έχει αρχίσει να σοκάρεται με χρονοκαθυστέρηση. Κοιτάμε τη θάλασσα με δέος το καλοκαίρι και με αμηχανία τον χειμώνα, λες και δεν είναι η ίδια θάλασσα που παίρνει ζωές και συνειδήσεις μαζί.

Στο ίδιο έργο θεατές και στα πανεπιστήμια, όπου η γνώση συγκρούστηκε με τις ασπίδες, τα συνθήματα με τα γκλομπ, και η νεότητα με την αιώνια ελληνική απορία, ποιος φταίει τελικά. Εκεί που υποτίθεται πως γεννιούνται ιδέες, γεννήθηκαν πάλι δελτία συλλήψεων και τηλεοπτικά παράθυρα γεμάτα ειδικούς που εξηγούν τα ανεξήγητα με ύφος δασκάλου σε μαθητή που δεν άνοιξε ποτέ το βιβλίο.

Και μέσα σε όλα αυτά, στα ήσυχα σπίτια που δεν βγαίνουν στις ειδήσεις, η βία συνέχισε να δουλεύει υπερωρίες. Όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με χαμηλές φωνές, φόβο και κλειστές πόρτες. Γιατί στην Ελλάδα η βία δεν χρειάζεται πάντα πλατεία, της αρκεί ένα σαλόνι.

Κι όμως, μέσα στο γενικό ανακάτεμα, βρήκαμε και κάτι να χαμογελάσουμε στραβά. Έργα που ξεκινούν, ψηφιακές υποσχέσεις, πολιτισμός που μπαίνει στο cloud, λες και αν ανεβάσουμε την ιστορία μας στο ίντερνετ, θα σωθεί από την καθημερινή μας προχειρότητα. Ελπίζουμε, γιατί αλλιώς δεν βγαίνει.

Έτσι είναι η Ελλάδα, μια χώρα που κλαίει, φωνάζει, γελάει και συνεχίζει. Σαν τον τύπο στο καφενείο που τα ξέρει όλα, αλλά στο τέλος πληρώνει τον καφέ και φεύγει μουρμουρίζοντας.

Η αδιαφορία για τα μικρά πράγματα καταλήγει να καταστρέφει τα μεγάλα.

 Αριστοτέλης