Ενεργειακή ασφάλεια, ανακούφιση των πολιτών και δημοσιονομική αντοχή στο επίκεντρο της κυβερνητικής στρατηγικής

Ενεργειακή ασφάλεια, ανακούφιση των πολιτών και δημοσιονομική αντοχή στο επίκεντρο της κυβερνητικής στρατηγικής
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Σε μία συγκυρία κατά την οποία η διεθνής ενεργειακή αβεβαιότητα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει εκ νέου τις αντοχές της Ευρώπης και των εθνικών οικονομιών, η κυβέρνηση αναδεικνύει το τρίπτυχο ενεργειακή ασφάλεια, οικονομική σταθερότητα και στοχευμένη στήριξη των πολιτών.

Εξάλλου, όπως δήλωνε (αναφερόμενος στην Τουρκία, αλλά οι ομοιότητες είναι πολλές) ο πρώην υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Δημήτρης Καιρίδης, τις εκλογές κρίνουν δύο ηλεκτρικές συσκευές του σπιτιού μας: Η τηλεόραση και το ψυγείο. Και το δεύτερο αναδεικνύεται, λόγω ακρίβειας, σε «αγκάθι» για το Μαξίμου.

Στο πλαίσιο αυτό, η χθεσινή υπογραφή της σύμβασης γεώτρησης για το Block 2 στο Βορειοδυτικό Ιόνιο, αποκτά βαρύνουσα σημασία, καθώς συνδέεται ευθέως με τον ευρύτερο σχεδιασμό της κυβέρνησης για την αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών δυνατοτήτων.

Στα μέσα Φεβρουαρίου του 2027, θα πραγματοποιηθεί η πρώτη ερευνητική υπεράκτια γεώτρηση στη χώρα έπειτα από 4 δεκαετίες. Όπως τόνισε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου ,η χώρα περνά πλέον από τις μελέτες, τις προσδοκίες και τον σχεδιασμό δεκαετιών σε ένα στάδιο πραγματικής υλοποίησης.

Εφόσον οι ενδείξεις παρουσίας φυσικού αερίου επιβεβαιωθούν και καταστεί δυνατή η εμπορική αξιοποίηση, η Ελλάδα θα αποκτήσει ένα νέο αναπτυξιακό και γεωπολιτικό εργαλείο. Κι αυτό παίρνει θετικό πρόσημο όσον αφορά τα κυβερνητικά έργα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο υπουργός, η ενδεχόμενη επιτυχία της γεώτρησης μπορεί να σημαίνει περισσότερα δημόσια έσοδα, καθώς τουλάχιστον το 40% των κερδών θα κατευθύνεται στο Δημόσιο, αλλά και νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας, τεχνογνωσία υψηλής εξειδίκευσης, επενδύσεις και ενίσχυση των υποδομών. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιμένει ότι η όλη δραστηριότητα θα γίνει με πλήρη συμμόρφωση στα αυστηρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα και με αξιοποίηση της τελευταίας τεχνολογίας, ώστε να διασφαλιστεί ο σεβασμός στα οικοσυστήματα και τις τοπικές κοινωνίες.

Πίεση στις αγορές

Η ανάδειξη αυτής της ενεργειακής προοπτικής έρχεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη διεθνή συγκυρία. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης περιέγραψε με σαφήνεια το εύρος της πίεσης που ασκεί η νέα κρίση στις αγορές, επισημαίνοντας ότι ενδέχεται να βρισκόμαστε μπροστά στη μεγαλύτερη ενεργειακή κρίση της ιστορίας, εφόσον δεν ανοίξουν σύντομα τα Στενά του Ορμούζ. Υπογράμμισε μάλιστα ότι οι κίνδυνοι δεν αφορούν μόνο το πετρέλαιο, αλλά και κρίσιμες πρώτες ύλες και προϊόντα, όπως τα λιπάσματα, το θείο, το ήλιο και τα πετροχημικά, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο για την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Στη γραμμή αυτή, η κυβέρνηση επιχειρεί να περάσει το μήνυμα ότι η Ευρώπη σήμερα είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με το 2022. Όπως τόνισε ο κ. Πιερρακάκης, η ευρωπαϊκή οικονομία είναι λιγότερο ευάλωτη χάρη στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και στις επενδύσεις σε υποδομές που έχουν ήδη γίνει τα τελευταία χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η εξάρτηση παραμένει σημαντική, καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να εισάγει το 57% της ενέργειάς της. Την ίδια στιγμή, το γεγονός ότι το 43% της ηλεκτροπαραγωγής προέρχεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές δείχνει ότι η μετάβαση προχωρά, αλλά όχι ακόμη στον βαθμό που απαιτεί η νέα εποχή. Για την Αθήνα, το συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να επιταχυνθούν ακόμη περισσότερο οι επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις και αποθήκευση.

Σε ό,τι αφορά το μακροοικονομικό περιβάλλον, ο υπουργός Οικονομικών ξεκαθάρισε ότι η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού, αν και η εικόνα χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού είναι ήδη ορατή.

Σε αναζήτηση ευρωπαϊκής αντίδρασης

Για την κυβέρνηση, ο πιο κρίσιμος παράγοντας είναι η διάρκεια της κρίσης. «Άλλες είναι οι επιπτώσεις αν η κρίση διαρκέσει δύο εβδομάδες και άλλες αν συνεχιστεί για τρεις μήνες», σημειώνουν στο TheOpinion κυβερνητικά στελέχη.

Σε αυτό το σκεπτικό στηρίζεται και η ελληνική θέση υπέρ μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής αντίδρασης, με προσωρινά, στοχευμένα και προσαρμοσμένα μέτρα, σε συνεννόηση με τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Είναι άμεση ανάγκη να αποδειχτεί ότι η Ε.Ε. διαθέτει… σφυγμό.

Η πίεση αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία του πληθωρισμού. Όπως περιέγραψε ο υπουργός Οικονομίας, ο δείκτης τιμών καταναλωτή τον Μάρτιο διαμορφώθηκε στο 3,9% σε ετήσια βάση, με περισσότερο από το ένα τρίτο αυτής της ανόδου να συνδέεται με τέσσερις κατηγορίες που σχετίζονται με τις μετακινήσεις: βενζίνη, πετρέλαιο κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης και αεροπορικά εισιτήρια.

Στον αντίποδα, η πτώση κατά 25,2% στην τιμή του φυσικού αερίου λειτούργησε ανακουφιστικά για τα νοικοκυριά, ενώ η κυβέρνηση σημειώνει ότι δεν υπάρχει, τουλάχιστον προς το παρόν, γενικευμένη διάχυση της ενεργειακής κρίσης σε όλο το φάσμα της κατανάλωσης. Το ηλεκτρικό ρεύμα κατέγραψε ετήσια αύξηση μόλις 2,4%, ενώ στα τρόφιμα υπήρξαν και κατηγορίες με αισθητή αποκλιμάκωση, όπως τα ζυμαρικά και το ελαιόλαδο.

Δεύτερη δέσμη μέτρων

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει η κυβέρνηση και τη δεύτερη δέσμη μέτρων για την άμβλυνση των επιπτώσεων στους καταναλωτές, με επιδότηση του πετρελαίου κίνησης και fuel pass για τη μεγάλη πλειονότητα των οδηγών. Στόχος, όπως τονίζει, δεν είναι απαραίτητα να μηδενιστούν οι αυξήσεις στις ονομαστικές τιμές, αλλά να περιοριστεί η πραγματική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά και την αγορά. Μάλιστα δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να υπάρξει και τρίτη δέσμη μέτρων -εάν και εφόσον χρειαστεί!

Το επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς ενισχύεται, τέλος, από την εικόνα της εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Τα προσωρινά στοιχεία δείχνουν υπέρβαση του στόχου στο πρωτογενές αποτέλεσμα, με καθαρή υπεραπόδοση 411 εκατ. ευρώ έναντι των προβλέψεων, αφού αφαιρεθούν ειδικοί παράγοντες ετεροχρονισμού πληρωμών και λογιστικών εγγραφών. Για το οικονομικό επιτελείο, αυτή η εικόνα επιτρέπει στην κυβέρνηση να συνεχίσει τη γραμμή της δημοσιονομικής σοβαρότητας, διατηρώντας παράλληλα περιθώρια για παρεμβάσεις όπου χρειάζεται.