Εκδόθηκε NAVTEX για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Επανεκκινούν οι έρευνες εν μέσω τουρκικών αντιδράσεων
Το ιστορικό της υπόθεσης και το γεωπολιτικό διακύβευμα
Νέα δεδομένα διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, καθώς η Αθήνα προχώρησε σήμερα, Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, στην έκδοση της NAVTEX για την επανεκκίνηση των θαλάσσιων ερευνών, με την Άγκυρα να απαντά λίγες ώρες αργότερα με αντι-NAVTEX, επαναφέροντας τις διεκδικήσεις της στην περιοχή.
Η εξέλιξη σηματοδοτεί ένα κρίσιμο βήμα για την επανεκκίνηση του Great Sea Interconnector (GSI), ενός έργου στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο παραμένει σε εκκρεμότητα εδώ και χρόνια, εξαιτίας τεχνικών, οικονομικών και γεωπολιτικών εμποδίων.
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στην επιστροφή του γαλλικού ερευνητικού πλοίου «Abeille Marengo» στην περιοχή της Κάσου, όπου αναμένεται να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μετρήσεις του βυθού, αλλά και στη στάση που θα κρατήσει η Τουρκία κατά την εξέλιξη των εργασιών.
Εκδόθηκε η ελληνική NAVTEX για τις έρευνες
Η Αθήνα βρισκόταν από τις προηγούμενες ημέρες στην τελική ευθεία για την έκδοση της σχετικής NAVTEX, με τις αρμόδιες υπηρεσίες να εξετάζουν τις συντεταγμένες των περιοχών όπου θα πραγματοποιηθούν οι θαλάσσιες έρευνες.
Στις 2 Νοεμβρίου ενημερώθηκαν τα μέλη της Ειδικής Διυπουργικής Επιτροπής Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης (ΕΧΑΕΘ), η οποία λειτουργεί υπό την εποπτεία του υπουργείου Εξωτερικών, προκειμένου να αξιολογήσουν τα στοιχεία και να καταθέσουν τις εισηγήσεις τους.
Η διαδικασία ολοκληρώθηκε την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου, με θετική γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής και την υπογραφή της απόφασης αδειοδότησης από τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, η αδειοδότηση αφορά εργασίες έρευνας και πόντισης καλωδίου στο πλαίσιο του GSI, έπειτα από σχετικό αίτημα της γαλλικής εταιρείας NEXANS, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της εταιρείας GSI.
Ακολούθησε η έκδοση της προβλεπόμενης αγγελίας προς ναυτιλλομένους από την Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού.
Η ελληνική NAVTEX έχει αριθμό 1411/26 και καλύπτει το χρονικό διάστημα από τις 6 Νοεμβρίου 2026 έως τις 6 Μαρτίου 2027, δηλαδή συνολικά τέσσερις μήνες.
Στο κείμενό της αναφέρεται ότι οι ερευνητικές εργασίες για την υποθαλάσσια εγκατάσταση του καλωδίου θα πραγματοποιηθούν από το γαλλικό πλοίο «Abeille Marengo», σε συγκεκριμένη θαλάσσια διαδρομή που εκτείνεται από την περιοχή ανατολικά της Κρήτης προς την Ανατολική Μεσόγειο και νοτιοανατολικά της Ρόδου.
Η περιοχή των ερευνών καθορίζεται από σειρά γεωγραφικών συντεταγμένων, οι οποίες περιλαμβάνονται αναλυτικά στη ναυτική οδηγία.
Η έκδοση της NAVTEX επιτρέπει στο ερευνητικό σκάφος να προχωρήσει στις προβλεπόμενες εργασίες, με την έναρξη των ερευνών να τοποθετείται μέσα στο Σαββατοκύριακο. Αρχικά, το πλοίο αναμένεται να κινηθεί στα ανοιχτά της Κάσου, ξεκινώντας από περιοχές εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Το «Abeille Marengo» βρίσκεται στο λιμάνι του Ηρακλείου και αναμένεται να αποπλεύσει μετά την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Η τουρκική αντίδραση: Αντι-NAVTEX με αναφορά στην τουρκική υφαλοκρηπίδα
Η απάντηση της Άγκυρας δεν άργησε να έρθει.
Λίγες ώρες μετά την έκδοση της ελληνικής NAVTEX, η Τουρκία εξέδωσε αντι-NAVTEX, αμφισβητώντας την αρμοδιότητα της Ελλάδας για τις ερευνητικές εργασίες σε τμήμα της περιοχής που έχει δεσμευτεί.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι μέρος της θαλάσσιας περιοχής που περιλαμβάνεται στην ελληνική NAVTEX 1411/26 εμπίπτει στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, όπως αυτή έχει δηλωθεί στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στις 18 Μαρτίου 2020.
Παράλληλα, η Άγκυρα αναφέρει ότι οι τουρκικές αρχές δεν έχουν χορηγήσει άδεια για τις συγκεκριμένες ερευνητικές δραστηριότητες και υποστηρίζει ότι όλες οι έρευνες σε περιοχές που θεωρεί ότι εμπίπτουν στη δική της θαλάσσια δικαιοδοσία πρέπει να συντονίζονται με τις αρμόδιες τουρκικές υπηρεσίες.
Η τουρκική αντι-NAVTEX δεν αποτελεί απλώς μια τυπική αντίδραση σε μια ναυτική οδηγία. Εντάσσεται στη διαχρονική προσπάθεια της Άγκυρας να αμφισβητήσει την ελληνική δικαιοδοσία σε θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, προβάλλοντας τις δικές της ερμηνείες για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, θεωρεί ότι οι έρευνες πραγματοποιούνται σε περιοχές ελληνικής και κυπριακής δικαιοδοσίας και ότι η έκδοση των σχετικών αδειών αποτελεί αρμοδιότητα των ελληνικών αρχών.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο την πορεία ενός ενεργειακού έργου, αλλά συνδέεται άμεσα με τις ευρύτερες ελληνοτουρκικές διαφορές για τις θαλάσσιες ζώνες.
Σε επιχειρησιακή ετοιμότητα οι Ένοπλες Δυνάμεις
Την ίδια στιγμή, οι Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκονται σε αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα, καθώς η Αθήνα έχει επεξεργαστεί σχέδια αντιμετώπισης διαφορετικών σεναρίων τουρκικής αντίδρασης.
Τα σενάρια που έχουν εξεταστεί περιλαμβάνουν διαφορετικά επίπεδα έντασης.
Στην περίπτωση μιας χαμηλής έντασης αντίδρασης, όπως η έκδοση αντι-NAVTEX ή η προβολή τουρκικών ισχυρισμών περί υφαλοκρηπίδας, προβλέπεται διακριτική παρουσία μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού στην ευρύτερη περιοχή, με στόχο την επιτήρηση και την παρακολούθηση των κινήσεων.
Σε περίπτωση μεγαλύτερης έντασης, εφόσον δηλαδή εμφανιστούν τουρκικά πολεμικά πλοία κοντά στο ερευνητικό σκάφος και επιχειρήσουν να επηρεάσουν τις εργασίες του, προβλέπεται ενεργοποίηση σχεδίου προστασίας και παρακολούθησης του γαλλικού πλοίου.
Σε ένα ακόμη πιο σοβαρό ενδεχόμενο, που θα περιλαμβάνει απόπειρα παρεμπόδισης των ερευνών ή επικίνδυνους χειρισμούς στη θάλασσα, η διαχείριση θα περάσει σε υψηλότερο επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Οι σχεδιασμοί αυτοί, όπως παρουσιάζονται στο σχετικό ρεπορτάζ, αποτυπώνουν την πρόθεση της Αθήνας να διασφαλίσει την απρόσκοπτη πραγματοποίηση των ερευνών, χωρίς να επιδιώκει κλιμάκωση της έντασης.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι να προχωρήσει το έργο χωρίς να επαναληφθούν περιστατικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε νέα ελληνοτουρκική κρίση.
Τι είναι η NAVTEX και γιατί έχει τόσο μεγάλη σημασία
Η NAVTEX (Navigational Telex) είναι ένα διεθνές σύστημα μετάδοσης ναυτιλιακών και μετεωρολογικών πληροφοριών, το οποίο χρησιμοποιείται για την ενημέρωση των πλοίων σχετικά με δραστηριότητες και κινδύνους σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές.
Μέσω μιας NAVTEX μπορούν να ανακοινωθούν, μεταξύ άλλων, ερευνητικές εργασίες, στρατιωτικές ασκήσεις, εργασίες πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων και άλλες δραστηριότητες που ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφαλή ναυσιπλοΐα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ελληνική NAVTEX ενημερώνει τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα ότι το γαλλικό ερευνητικό πλοίο θα πραγματοποιήσει εργασίες σε συγκεκριμένη θαλάσσια διαδρομή και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η σημασία της, ωστόσο, είναι και γεωπολιτική.
Η έκδοσή της από την ελληνική Υδρογραφική Υπηρεσία αποτυπώνει την άσκηση των αρμοδιοτήτων που επικαλείται η Αθήνα για την αδειοδότηση και την πραγματοποίηση ερευνών στην περιοχή.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία χρησιμοποιεί την αντι-NAVTEX για να καταγράψει επίσημα τη δική της αντίθετη θέση.
Χρειάζεται, πάντως, να διευκρινιστεί ότι μια NAVTEX δεν αποτελεί από μόνη της πράξη οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών ούτε επιλύει νομικά μια διαφορά για την υφαλοκρηπίδα. Είναι πρωτίστως ναυτική αγγελία που γνωστοποιεί συγκεκριμένες δραστηριότητες. Η αντιπαράθεση γύρω από αυτές τις αγγελίες αποτυπώνει τις διαφορετικές θέσεις των δύο χωρών, χωρίς να επιλύει τη μεταξύ τους διαφορά.
Η κρίση του Ιουλίου 2024 στα ανοιχτά της Κάσου
Για να γίνει κατανοητή η σημερινή εξέλιξη, χρειάζεται μια αναδρομή στο καλοκαίρι του 2024, όταν η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου βρέθηκε στο επίκεντρο μιας σοβαρής ελληνοτουρκικής έντασης.
Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς, το ιταλικό ερευνητικό πλοίο «Ievoli Relume» πραγματοποιούσε θαλάσσιες έρευνες νότια της Κάσου και της Καρπάθου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την πόντιση του υποθαλάσσιου καλωδίου.
Οι εργασίες αφορούσαν τη χαρτογράφηση του βυθού και τη συγκέντρωση τεχνικών δεδομένων που ήταν απαραίτητα για τον σχεδιασμό της διαδρομής του καλωδίου.
Η παρουσία του πλοίου στην περιοχή προκάλεσε την αντίδραση της Τουρκίας, η οποία υποστήριξε ότι οι έρευνες πραγματοποιούνταν σε περιοχή της δικής της υφαλοκρηπίδας.
Η Άγκυρα ανέπτυξε πολεμικά πλοία στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, ενώ η Ελλάδα κινητοποίησε αντίστοιχα μονάδες του Πολεμικού Ναυτικού.
Για περίπου 40 ώρες, ελληνικά και τουρκικά πολεμικά πλοία βρέθηκαν σε κοντινή απόσταση, με την κατάσταση να παραμένει ιδιαίτερα τεταμένη.
Η κρίση αντιμετωπίστηκε τελικά μέσω διπλωματικών επαφών μεταξύ των δύο πλευρών, με τους υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, Γιώργο Γεραπετρίτη και Χακάν Φιντάν, να βρίσκονται σε επικοινωνία.
Το ιταλικό ερευνητικό πλοίο ολοκλήρωσε τις τότε εργασίες του και αποχώρησε από την περιοχή, συνοδευόμενο από ελληνική μονάδα του Πολεμικού Ναυτικού.
Το περιστατικό ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η υλοποίηση του GSI δεν αποτελεί αποκλειστικά ένα τεχνικό ή ενεργειακό εγχείρημα, αλλά συνδέεται άμεσα με τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ακολούθησε νέος κύκλος ερευνών τον Αύγουστο του 2024, με το «Ievoli Relume» να επιστρέφει στην περιοχή νότια της Κάσου και της Καρπάθου. Αυτή τη φορά η δραστηριότητα εξελίχθηκε χωρίς την ένταση του προηγούμενου μήνα, υπό την παρουσία ελληνικών μονάδων.
Ωστόσο, οι θαλάσσιες έρευνες δεν ολοκληρώθηκαν στον βαθμό που απαιτούνταν για την απρόσκοπτη συνέχιση του έργου, με αποτέλεσμα να παραμείνει ανοιχτό ένα σημαντικό τεχνικό και διπλωματικό μέτωπο.
Η γαλλική παρουσία και η προσπάθεια επανεκκίνησης
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της φετινής προσπάθειας επανεκκίνησης είναι η ενισχυμένη συμμετοχή της Γαλλίας.
Στις 5 Αυγούστου 2026, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, υπογράφηκε συμφωνία για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector.
Η Meridiam απέκτησε ποσοστό 66%, ενώ ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί το 34%.
Παράλληλα, υπογράφηκε τριμερής συμφωνία μεταξύ ΑΔΜΗΕ, GSI και της γαλλικής εταιρείας Nexans για την πραγματοποίηση των θαλάσσιων ερευνών που απαιτούνται για την υλοποίηση του έργου.
Η συμμετοχή της Meridiam θεωρείται σημαντική όχι μόνο από οικονομική, αλλά και από διπλωματική άποψη, καθώς προσδίδει στο έργο ισχυρότερη γαλλική παρουσία.
Η Γαλλία έχει διαχρονικά στενές σχέσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ η συμμετοχή γαλλικών εταιρειών και η παρουσία γαλλικού ερευνητικού πλοίου προσθέτουν ευρωπαϊκή διάσταση σε ένα ζήτημα που μέχρι σήμερα εξελισσόταν κυρίως στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και οι επαφές της γαλλικής διπλωματίας με την Άγκυρα, με στόχο να υπάρξει ενημέρωση για τις προγραμματισμένες εργασίες και να περιοριστεί ο κίνδυνος νέας έντασης.
Πριν από την έκδοση της NAVTEX, η γαλλική πρόταση για προηγούμενη ενημέρωση της Τουρκίας είχε αποτελέσει μέρος των διπλωματικών χειρισμών.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση, ωστόσο, είχε προκαλέσει προβληματισμό ως προς τη νομική της ερμηνεία, καθώς η ενημέρωση ενός άλλου κράτους δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αναγνώριση δικαιώματος αδειοδότησης ή συναίνεσης εκεί όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι ασκεί τις δικές της αρμοδιότητες.
Τι είναι το Great Sea Interconnector και γιατί ενδιαφέρει Ελλάδα και Κύπρο
Το Great Sea Interconnector αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά έργα της Ανατολικής Μεσογείου.
Πρόκειται για την ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με την Κύπρο μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου υψηλής τάσης συνεχούς ρεύματος (HVDC).
Το έργο προβλέπει αρχική μεταφορική ικανότητα 1.000 MW και υποθαλάσσια διαδρομή περίπου 900 χιλιομέτρων μεταξύ Κρήτης και Κύπρου.
Ο συνολικός σχεδιασμός προβλέπει τη σύνδεση της Κύπρου με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, ενώ σε επόμενη φάση προβλέπεται και η επέκταση της διασύνδεσης προς το Ισραήλ.
Η σημασία του είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την Κύπρο, η οποία παραμένει το μοναδικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς ηλεκτρική διασύνδεση με άλλο κράτος-μέλος.
Με την ολοκλήρωσή του, το έργο θα επιτρέψει την αμφίδρομη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των δύο χωρών.
Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος θα μπορεί να εισάγει ηλεκτρική ενέργεια όταν υπάρχει ανάγκη, αλλά και να διοχετεύει ενέργεια προς το ευρωπαϊκό δίκτυο όταν υπάρχει διαθέσιμο πλεόνασμα, ιδιαίτερα από ανανεώσιμες πηγές.
Παράλληλα, αναμένεται να ενισχυθεί η ενεργειακή ασφάλεια, να περιοριστεί η απομόνωση του κυπριακού ηλεκτρικού συστήματος και να δημιουργηθούν νέες δυνατότητες αξιοποίησης της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Το έργο έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ύψους 657 εκατομμυρίων ευρώ από τον μηχανισμό Connecting Europe Facility, ενώ ο αρχικός προϋπολογισμός του υπολογίζεται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ.
Οι οικονομικές εκκρεμότητες
Παρά τη σημερινή πρόοδο στο μέτωπο των αδειοδοτήσεων και των ερευνών, η υλοποίηση του GSI εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές προκλήσεις.
Το κόστος του έργου, η κατανομή των επιβαρύνσεων μεταξύ των δύο χωρών και η τελική βιωσιμότητα της επένδυσης εξακολουθούν να απασχολούν Αθήνα και Λευκωσία.
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο υπουργός Οικονομικών της Κύπρου είχε αναφέρει ότι το τελικό κόστος ενδέχεται να ξεπεράσει σημαντικά τα 1,9 δισ. ευρώ, καθώς στον αρχικό υπολογισμό δεν περιλαμβάνονται όλες οι πρόσθετες δαπάνες, όπως οι κατασκευαστικές εργασίες, η ασφάλιση, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης και η συντήρηση.
Για τον λόγο αυτό, η οικονομική βιωσιμότητα του έργου και οι όροι συμμετοχής της κυπριακής πλευράς παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες για την επόμενη ημέρα.
Η είσοδος της Meridiam στο μετοχικό σχήμα της GSI δημιουργεί νέα δεδομένα, ωστόσο δεν εξαλείφει αυτομάτως τις οικονομικές εκκρεμότητες.
Τα επόμενα βήματα και το κρίσιμο τεστ του Σαββατοκύριακου
Μετά την έκδοση της ελληνικής NAVTEX και την τουρκική αντι-NAVTEX, το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στο πεδίο.
Το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι ο απόπλους του «Abeille Marengo» από το Ηράκλειο και η επιστροφή του στην περιοχή των ερευνών, αρχικά στα ανοιχτά της Κάσου.
Το ερευνητικό πλοίο θα πρέπει να πραγματοποιήσει τις προβλεπόμενες μετρήσεις και να συγκεντρώσει τα απαραίτητα τεχνικά δεδομένα για τη συνέχεια της υποθαλάσσιας διαδρομής.
Παράλληλα, θα έχει ιδιαίτερη σημασία ο τρόπος με τον οποίο θα κινηθεί η Τουρκία μετά την έκδοση της αντι-NAVTEX. Το ερώτημα είναι εάν θα περιοριστεί στη διπλωματική αμφισβήτηση και στις ναυτικές αναγγελίες ή εάν θα υπάρξει παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κοντά στο ερευνητικό σκάφος.
Στο διπλωματικό επίπεδο, η συμμετοχή της Γαλλίας και η ευρωπαϊκή διάσταση του έργου αποτελούν σημαντικές παραμέτρους για την Αθήνα και τη Λευκωσία.
Η έκδοση της NAVTEX αποτελεί, αναμφίβολα, ένα σημαντικό βήμα για την επανεκκίνηση του Great Sea Interconnector. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ξεπεράστηκαν όλα τα εμπόδια ούτε ότι έχει εξασφαλιστεί η ομαλή ολοκλήρωση των ερευνών και της κατασκευής.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η νέα προσπάθεια θα καταφέρει να προχωρήσει πέρα από το διπλωματικό και γεωπολιτικό αδιέξοδο των προηγούμενων ετών, μετατρέποντας ένα έργο που παραμένει για σχεδόν μία δεκαετία στα σχέδια σε μια πραγματική ενεργειακή σύνδεση Ελλάδας και Κύπρου.