Τέμπη: «Θα παλέψω για την αλήθεια ως την τελευταία αναπνοή μου» – Καταθέτει η οικογένεια Ρούτσι

Τέμπη: «Θα παλέψω για την αλήθεια ως την τελευταία αναπνοή μου» – Καταθέτει η οικογένεια Ρούτσι

Με την 41η δικάσιμο, σε βαριά ατμόσφαιρα, μετά και τις νέες σπαρακτικές καταθέσεις που έδωσαν χθες συγγενείς θυμάτων, αλλά και άνθρωποι πού επέβαιναν στο μοιραίο Intercity 62 και από τύχη ή από κάποια συγκυρία κατάφεραν να σωθούν, συνεχίζεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη.

Για σήμερα, με βάση τον πρόγραμματισμό της έδρας, αναμένεται να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την κατάθεση του ο Πάνος Ρούτσι, καθώς και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, η μητέρα του Ντένις, Μιρέλα και ο αδερφός του, Κρίστιαν.

Υπενθυμίζεται ότι ο Πάνος Ρούτσι άρχισε να καταθέτει στις 7 Οκτωβρίου, αλλά πριν ολοκληρώσει όσα είχε να πει στο δικαστήριο αισθάνθηκε αδιαθεσία.

Με αποτέλεσμα η Πρόεδρος αρχικά να διακόψει για λίγο την διαδικασία και στη συνέχεια να δώσει πρόωρη λήξη στη συνεδρίαση, καθώς ο μάρτυρας χρειαστηκε να διακομιστεί αρχικά με φορείο σε ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ και στη συνέχεια στο εφημερεύον νοσοκομείο.

Η πρώτη κατάθεση του Πάνου Ρούτσι

Είχε προλάβει, όμως, να μιλήσει για ώρα στο δικαστήριο, σε μια κατάθεση ψυχής, για όλα αυτά που τον βασανίζουν κάθε βράδυ και για τα οποία περίμενε τέσσερα χρόνια.

“Ο Ντένις υπηρέτησε εδώ, τελείωσε την θητεία του, είχε όνειρα. Δούλευε για να μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο του. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Πηγαίναμε μαζί στη δουλειά. Ήταν οι πιο ωραίες στιγμές της ζωής μου αυτές που περνουσαμε μαζί” είπε αρχικά και αναφέρθηκε στη μοιραία νύχτα.

“Εκείνο τον Φλεβάρη είπε η κοπέλα του πως ήθελε να δει τους γονείς της στην Αθήνα, 28 Φλεβάρη ήταν να γυρίσουν, του είπα πάρε τηλέφωνο μόλις φτάσεις. Με πήρε κάποια στιγμή και μου είπε πως έχει καθυστέρηση στα Παλαιοφάρσαλα. Θα σε πάρω εγώ, μου είπε, μην περιμένεις.

Πήγε μεσάνυχτα, δεν με πήρε τηλέφωνο. Τον πήρα τηλέφωνο πολλές φορές, αλλά τίποτα. Μου είπε η μητέρα του, δεν πας στον σταθμό να δεις τι έχει γίνει. Όπως πάω στον σταθμό, βλέπω κόσμο να κλαίει. Έψαχνα παντού να τον βρω.

Φτάσαμε στο σημείο πάνω στην Εθνική Οδό. Είχε ακόμη φωτιά και καπνό. Με σταμάτησε ένα περιπολικό. Τι να δω, χάος. Σαν να βλέπεις κόλαση. Είναι ο γιος μου εκει, είπα. Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις. Έχω ακόμα αυτή τη μυρωδιά, σε έτσουζε στη μύτη. Αλλά δεν έδωσα σημασία” συνέχισε να περιγράφει.

“Στο νοσοκομείο ειδα άλλους γονείς να κλαίνε να ουρλιάζουν. Είχε έρθει ο κ. Πλεύρης, ξεσπασαμε πάνω του, καθώς δεν είχαμε καμία ενημέρωση.

Έρχονταν ασθενοφόρα και έφερναν μαύρες σακούλες, για να δω αν είναι μέσα το παιδί μου, δεν αντέχω τους είπα. Κάποια στιγμή μας είπαν πως ήταν πολύ δύσκολο να ταυτοποιηθούν κάποιοι άνθρωποι.

Τρέχαμε να τον δούμε όταν ταυτοποιήθηκε. Μας είπαν πως ήταν αδύνατον. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, δεν γινόταν. Ούτε στην Αθήνα μπορεσα να τον δω, να τον αγκαλιάσω. Ένα φέρετρο κλειστο. Δεν μπόρεσα να τον δω, έστω για τελευταία φορά. Από τότε κατερρευσα” είπε συγκινημένος ο Πάνος Ρούτσι.

“Μέχρι να συνέλθουμε, τι είχε γίνει, γιατί έγινε αυτό, είχε περάσει μια εβδομάδα, ήμασταν παγωμένοι. Δύο τρένα ήταν στην ίδια γραμμή 12 λεπτά. Μίλησαμε και με άλλους γονείς. Καταλάβαμε πως αυτό που έγινε δεν ήταν ένα δυστύχημα, ήταν στην ίδια γραμμή 12 λεπτά. Κανεις δεν κατάλαβε πως αυτά τα τρένα σε 12 λεπτά δεν θα υπήρχαν. Ούτε τηλεδιοικηση υπήρχε. Ούτε ο σταθμάρχης που δεν γύρισε το κλειδί. Τοτε άρχισε ο Γολγοθάς για να μάθουμε πώς έφυγε το παιδί μου” συνέχισε.

“Περίμενα από την αρχή να υπάρχουν κυρώσεις. Να αναλάβει ο καθένας τις ευθύνες του. Δεν μπορώ να μην τιμωρείται κανένας. Είναι πέρα από κάθε λογική. Δεν υπάρχει σεβασμος” ανέφερε με θυμό και μίλησε για την αλλοίωση του χώρου της τραγωδίας, ενώ κατήγγειλε κενά και λάθη στην ανάκριση.

“Δεν ξέραμε ότι υπήρχε από την πρώτη στιγμή το μπάζωμα, χωρίς να ψάχνουν. Δεν μπορείς με τόσους νεκρούς να πας να στρώσεις για να λειτουργήσει το τρένο. Είναι αδιανόητο, όταν καταλάβαμε τι έχει γίνει. Γιατί δεν μας δίνουν εξηγήσεις, δεν τιμωρείται κανένας. Ούτε μια συγνώμη.

Ψάχναμε τον κ. Μπακαΐμη. Την αλήθεια ψάχναμε. Δεν θα σταματήσω να έρχομαι σε εσάς, του είπα, μέχρι να μάθουμε την αλήθεια. Μετά δίνει εντολή να καταστραφούν τα DNA. Είναι δυνατόν; Θέλαμε, δεν θέλαμε, γίναμε και εμείς ερευνητές” τόνισε και σημείωσε ότι σέβεται τη Δικαιοσύνη.

“Εμπιστεύομαι την δικαιοσύνη, αλλά κάποιοι δεν λειτουργούν όπως πρεπει. Οι πληγές δεν έχουν κλεισει ακόμη. Θα ήθελα πάρα πολύ να δώσει απαντήσεις ο κ. Εφέτης Ανάκριτης για όλα όσα έκανε και δεν έκανε. Καταστράφηκε η οικογένεια μας, αλλάξαμε σπίτι, γιατί δε μπορούσαμε να ζούμε στο ίδιο σημείο που ήταν ο Ντένις. Δεν αντέχαμε πως ένα τρένο πήρε το παιδί μας.

Έχασα την δουλειά μου, δεν μπορούσα να δουλέψω. Μέχρι και σήμερα δεν μπορώ. Έχω καταστραφεί οικονομικά εντελώς. Πήγαινε-έλα, Αθήνα – Λάρισα, δεν αντέχεται. Και ψυχολογικά και οικονομικά” σημείωσε.

Και αναφέρθηκε στην απεργία πείνας. “Δεν μπορούσα να αντέξω ότι ο κ. Μπακαΐμης έκλεισε τον φάκελο. Είπα πως πρέπει να κάνω κάτι. Αποφάσισα να κάνω απεργία πείνας. Δεν είπα σε κανένα τίποτα. Δευτέρα 08:00 το πρωί πήγα. Δεν μπορώ να μην μάθω πως πέθανε το παιδί μου. Πήγα στο Σύνταγμα, μόνος μου κι έκατσα σε μια σπασμένη καρέκλα. Επέλεξα εκείνο το σημείο, γιατί πιστεύω πως είναι πολύ ιερό σημείο. Αυτά τα παιδιά έφυγαν πολύ ηρωικά για εμένα. Γιατί ήταν σε ένα τρένο και δεν ξέρανε τι πρόκειται να συμβεί. Είναι αγγελούδια.

Ήταν σωστό αυτό που έκανα. Δεν το μετάνιωσα καμία στιγμή. Ήταν για αυτό τον σκοπό. Από το απόγευμα εκείνη την ημέρα ερχόταν κόσμος. Ο κόσμος με βοήθησε να αντέξω. Η ζωή μου χωρίς το παιδί μου ήταν άδεια. Είναι πολύ δύσκολο αυτό που πέρασα. Αλλά είχα μια δύναμη για να αντέξω 23 μέρες. Δεν θα σταματήσω μέχρι να μάθω πώς πέθανε το παιδί μου. Θα παλέψω μέχρι την τελευταία αναπνοή μου” ανέφερε μεταξύ άλλων και ζήτησε τη διενεργεία εκταφής για να φανεί όλη η αλήθεια.