“Και τώρα πού θα πάμε τους ανθρώπους μας;”

Αναγνώστρια του TheOpinion γράφει στην επιστολή της για την αγωνία των οικογενειών έπειτα από το λουκέτο στον «Ευαγγελισμό»

“Και τώρα πού θα πάμε τους ανθρώπους μας;”

“Είναι κάποιες στιγμές που συνειδητοποιείς στο πετσί σου πόσο μόνος μπορεί να μείνει ένας άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια. Και μαζί του και εκείνοι που τον αγαπούν.

Το λουκέτο της ιδιωτικής κλινικής «Ευαγγελισμός» στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν για όλους τίτλος στις ειδήσεις. Για κάποιους ήταν αγωνία, τηλέφωνα, συζητήσεις επί συζητήσεων και μία αναζήτηση που έπρεπε να ξεκινήσει από το μηδέν.

Και τώρα, πού θα πάμε τον άνθρωπό μας;

Και αλήθεια έχω αμφιβολίες για το πόσο μπορεί κάποιος να καταλάβει αυτή την ερώτηση, αν δεν έχει βιώσει μία τέτοια κατάσταση.

Γιατί δεν μιλάμε για ανθρώπους που -τουλάχιστον επί του παρόντος- είναι σε θέση απλώς να μαζέψουν τα πράγματά τους και να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Μιλάμε για ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια για να σηκωθούν, να περπατήσουν, να κάνουν τα πιο απλά, τα πιο βασικά πράγματα που οι υπόλοιποι θεωρούμε δεδομένα. Ανθρώπους που έχουν ανάγκη από φροντίδα -ακόμη και 24ωρη.

Και πίσω από τον καθένα υπάρχει μια οικογένεια. Παιδιά, εγγόνια, αδέλφια, σύζυγοι. Άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο που μπορούν -ακόμη κι όταν δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι ποιο είναι αυτό.

Και θέλω να καταστήσω απολύτως σαφές πως αυτή η επιστολή δεν γράφτηκε για την υπεράσπιση καμίας ιδιωτικής κλινικής, αλλά δεν μπορώ να μη σκέφτομαι τι γίνεται μετά.

Τι γίνεται όταν μπαίνει λουκέτο, αλλά ταυτόχρονα δεν υπάρχει άλλη ανοιχτή πόρτα για να υποδεχθεί εκείνους που έχουν ανάγκη;

Γιατί η ανάγκη για φροντίδα δεν σταματά επειδή μια κλινική παύει να λειτουργεί.

Τότε αρχίζει ένας ατέρμονος κύκλος αναζήτησης.

Τηλέφωνα σε κέντρα αποκατάστασης, αναζητήσεις σε πλατφόρμες με νοσηλευτές στο σπίτι.

Και ερωτήσεις.

Ερωτήσεις για διαθεσιμότητα, παρεχόμενες υπηρεσίες και τελικά για το κόστος.

Και τότε έρχεται η συνειδητοποίηση πως οι ανάγκες του ανθρώπου σου μπαίνουν στο «ζύγι» με τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας.

Πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει μια οικογένεια κάθε μήνα; Για πόσο καιρό;

Και τελικά τι κάνεις όταν δεν μπορείς να πληρώσεις;

Η απάντηση που ακούγεται αυτόματα είναι να πάρεις τον άνθρωπό σου στο σπίτι.

Και μακάρι να ήταν τόσο απλό όσο ακούγεται.

Ένα σπίτι δεν είναι πάντα κατάλληλο για κάποιον που δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί και ένας συγγενής δεν γνωρίζει πάντα πώς να τον σηκώσει και να διαχειριστεί τις καθημερινές του ανάγκες.

Και ακόμη κι αν μάθει, ακόμη κι αν προσπαθήσει με όλες του τις δυνάμεις, δεν μπορεί να βρίσκεται παντού κάθε στιγμή.

Υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται, που μεγαλώνουν παιδιά, που έχουν και οι ίδιοι προβλήματα υγείας, ακόμη και ηλικιωμένοι που φροντίζουν άλλους ηλικιωμένους.

Και υπάρχουν κι εκείνοι που θα ήθελαν να κάνουν τα πάντα, αλλά απλώς δεν μπορούν.

Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο απ’ όλα. Να αγαπάς έναν άνθρωπο, να θέλεις να του προσφέρεις όσα χρειάζεται και να αισθάνεσαι ότι δεν έχεις ούτε τις γνώσεις, ούτε τα μέσα, ούτε τις αντοχές.

Να αναρωτιέσαι αν κάνεις αρκετά, να νιώθεις ενοχές επειδή δεν μπορείς να κάνεις περισσότερα.

Όμως η αγάπη δεν αντικαθιστά τη νοσηλευτική φροντίδα. Και σίγουρα δεν πληρώνει από μόνη της έναν επαγγελματία που θα βρίσκεται στο σπίτι, έναν φυσικοθεραπευτή ή τον εξοπλισμό που μπορεί να χρειάζεται ένας ασθενής.

Και αυτό δεν θα έπρεπε να μας κάνει να αισθανόμαστε ανεπαρκείς ως συγγενείς.

Θα έπρεπε να μας κάνει να αναρωτιόμαστε τι είδους στήριξη προσφέρει το κράτος σε αυτούς που τη χρειάζονται περισσότερο.

Μιλάμε συχνά για τον σεβασμό στους ηλικιωμένους, για την αξία της οικογένειας, για την αξιοπρέπεια. Και είναι στα αλήθεια πολύ όμορφα λόγια, που δυστυχώς -ως αποδεικνύεται- δεν συνοδεύονται από τις ανάλογες πράξεις.

Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, θα έπρεπε να υπάρχει στήριξη. Να υπάρχει ενημέρωση του ίδιου και της οικογένειας για τους τρόπους που μπορούν να κινηθούν. Μια κατάλληλη δομή στην οποία να μπορεί να απευθυνθεί είτε βοήθεια στο σπίτι -όταν αυτό είναι εφικτό.

Μια λύση που σίγουρα να μην έχει ως προϋπόθεση το να υπάρχουν λεφτά στην άκρη.

Αλήθεια, γιατί θα πρέπει να είναι όλα τόσο δύσκολα, τόσο περίπλοκα;

Γιατί πρέπει να αισθάνεσαι ότι είτε θα πρέπει να διαλέξεις την οικονομική επιβίωση της οικογένειάς σου και ή την αξιοπρεπή φροντίδα του ανθρώπου που αγαπάς;

Και γιατί ένα πρόβλημα υγείας -όπως αυτά που παρουσιάζονται καθημερινά σε τόσους ανθρώπους- να μετατρέπεται σε έναν αγώνα δρόμου, με αγωνία και άγχος για το αύριο;

Οι γονείς μας μεγαλώνουν, οι παππούδες μας χρειάζονται όλο και περισσότερη βοήθεια. Κάποιος άνθρωπός μας μπορεί να τραυματιστεί, να αρρωστήσει, να χάσει για λίγο ή ακόμη και για πάντα την αυτονομία του.

Και τότε αναγκαζόμαστε να αντιληφθούμε εκ των έσω πως η φροντίδα δεν είναι απλώς μια αφηρημένη έννοια. Πλέον έχει πρόσωπο. Είναι ο άνθρωπός μας, η αγωνία να είναι καλά, να μην πονάει, να μη φοβάται, να μη νιώθει βάρος.

Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται μια οικογένεια να φτάσει στα όριά της για να εξασφαλίσει τα αυτονόητα.

Γιατί το πιο σκληρό δεν είναι να χρειάζεται ο άνθρωπός σου βοήθεια, αλλά να ξέρεις ότι τη χρειάζεται και να μην ξέρεις πού να απευθυνθείς για να του την προσφέρεις.

Και κανένας άνθρωπος που έχει ανάγκη από φροντίδα δεν πρέπει να μένει μετέωρος.

Ούτε εκείνος ούτε η οικογένειά του”.

*Η παραπάνω επιστολή εστάλη στο TheOpinion από αναγνώστρια, της οποίας συγγενής συγκαταλέγεται σε αυτούς που πρέπει να μετακινηθούν, λόγω του λουκέτου στην ιδιωτική κλινική της Θεσσαλονίκης. Τα στοιχεία της βρίσκονται στη διάθεση του μέσου.