Μετά τη Γκιλφόιλ: Ποιος καθορίζει τη σχέση με τις ΗΠΑ;

Η παραίτηση της Αμερικανίδας πρέσβειρας αναδιαμορφώνει τις διπλωματικές ισορροπίες. Ο Κάθετος Διάδρομος, οι ενεργειακές συμφωνίες, οι συσχετισμοί στην Ουάσιγκτον και ο ρόλος της ομογένειας

Μετά τη Γκιλφόιλ: Ποιος καθορίζει τη σχέση με τις ΗΠΑ;

Η αιφνίδια αποχώρηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, κατόπιν αιτήματος του Λευκού Οίκου, δημιουργεί νέα δεδομένα σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν αποκτήσει ιδιαίτερο στρατηγικό και οικονομικό βάθος. Πέρα από τις καταγγελίες που οδήγησαν στην παραίτησή της, ανακύπτει ένα ουσιαστικότερο ερώτημα: πόσο εξαρτάται η πορεία της διμερούς συνεργασίας από τις προσωπικές διασυνδέσεις ενός πρέσβη με την αμερικανική εξουσία και πόσο από τα ευρύτερα συμφέροντα που έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια;

Η Γκιλφόιλ διέθετε ένα ασυνήθιστο για τα διπλωματικά δεδομένα χαρακτηριστικό, την προσωπική της πρόσβαση στο περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ. Η παρουσία της συνδέθηκε με την προώθηση μεγάλων ενεργειακών συμφωνιών, τη μεταφορά αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη και τη φιλοδοξία ανάδειξης της Ελλάδας σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο. Η αποχώρησή της, επομένως, εγείρει ερωτήματα για τη συνέχεια αυτών των πρωτοβουλιών, αλλά και για το ενδεχόμενο αλλαγής του τρόπου με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την Αθήνα.

Η απάντηση προϋποθέτει την εξέταση των εσωτερικών συσχετισμών στην κυβέρνηση Τραμπ, του ρόλου του Μάρκο Ρούμπιο, της επιρροής του Κογκρέσου και της ελληνοαμερικανικής ομογένειας, πέρα από τις επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης.

Η παραίτηση και οι αντοχές της στρατηγικής συνεργασίας

Η χρονική συγκυρία της αποχώρησης παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μόλις στις 7 Οκτωβρίου, έξι ημέρες πριν από την παραίτηση, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επισκεπτόταν την Αθήνα για τον έκτο Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών. Το κοινό ανακοινωθέν που υπέγραψε με τον Γιώργο Γεραπετρίτη επιβεβαίωνε την πρόθεση περαιτέρω εμβάθυνσης της συνεργασίας στην άμυνα, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στις νέες τεχνολογίες.

Η ανακοίνωση περιλάμβανε πωλήσεις αμερικανικού στρατιωτικού υλικού ύψους τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων, αναφορές στον Κάθετο Διάδρομο και την έρευνα υδρογονανθράκων, καθώς και πρωτοβουλίες τεχνολογικής συνεργασίας. Οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις αναλήφθηκαν σε κυβερνητικό επίπεδο, γεγονός που διαφοροποιεί τη θεσμική τους βαρύτητα από τις προσωπικές πρωτοβουλίες μιας πρέσβειρας.

Παράλληλα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Σούδα και στην Αλεξανδρούπολη, η Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας και τα εξοπλιστικά προγράμματα συγκροτούν ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων. Η Ελλάδα εξυπηρετεί στρατηγικές ανάγκες των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ η γεωγραφική της θέση συνδέει τις ευρωπαϊκές υποδομές με κρίσιμες περιοχές αστάθειας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αποχώρηση της Γκιλφόιλ δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη αναθεώρησης της αμερικανικής στρατηγικής. Μπορεί, ωστόσο, να επηρεάσει την ταχύτητα προώθησης συγκεκριμένων πρωτοβουλιών, την πολιτική υποστήριξη επιμέρους επιχειρηματικών σχημάτων και τα δίκτυα επικοινωνίας που είχαν αναπτυχθεί γύρω από την πρώην πρέσβειρα.

Η διάκριση αποκτά μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας των καταγγελιών που προηγήθηκαν της παραίτησης. Δημοσιεύματα της Wall Street Journal περιέγραψαν σχέσεις της Γκιλφόιλ με επιχειρηματικούς παράγοντες και εκπροσώπους συμφερόντων, προκαλώντας αντιδράσεις στο Κογκρέσο. Ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς ζήτησε από τον Ρούμπιο εξηγήσεις για την πιθανή αξιοποίηση διπλωματικών επαφών προς όφελος ιδιωτικών εταιρειών. Οι ισχυρισμοί αμφισβητούνται από την πρώην πρέσβειρα και δεν αποτελούν αποδεδειγμένες παραβάσεις.

Ακόμη και χωρίς να προεξοφλείται η κατάληξη της υπόθεσης, η διερεύνησή της μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερη εξέταση συγκεκριμένων επιχειρηματικών σχέσεων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται συνολική αμφισβήτηση της συνεργασίας Αθήνας και Ουάσιγκτον.

Ο Κάθετος Διάδρομος και το πραγματικό ενεργειακό διακύβευμα

Στο επίκεντρο των προβληματισμών βρίσκεται ο Κάθετος Διάδρομος, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές πρωτοβουλίες που προωθήθηκαν κατά τη θητεία της Γκιλφόιλ. Ο σχεδιασμός προβλέπει τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Ελλάδα προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και άλλες αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, με προοπτική τροφοδοσίας και της Ουκρανίας.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρωτοβουλία συνδυάζει εμπορικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Η αύξηση των εξαγωγών αμερικανικού LNG ενισχύει τις επιχειρήσεις τους, ενώ η διαφοροποίηση των πηγών ενεργειακού εφοδιασμού περιορίζει την εξάρτηση ευρωπαϊκών χωρών από τη Ρωσία. Η Ελλάδα αποκτά, αντίστοιχα, τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τις υποδομές της Ρεβυθούσας και της Αλεξανδρούπολης, ενισχύοντας την περιφερειακή της παρουσία.

Ο σχεδιασμός αυτός, πάντως, προϋπήρχε της Γκιλφόιλ. Είχε ήδη υποστηριχθεί από την προηγούμενη αμερικανική διοίκηση, με χαρακτηριστικές τις παρεμβάσεις του Τζέφρι Πάιατ, πρώην πρέσβη στην Ελλάδα και μετέπειτα αρμόδιου για τους ενεργειακούς πόρους στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η συνέχεια αυτή αποκαλύπτει ότι ο Κάθετος Διάδρομος εντάσσεται σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, η οποία υπερβαίνει την εναλλαγή κυβερνήσεων.

Εξάλλου, τον Ιούνιο του 2026, η αμερικανική Venture Global και η Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν η AKTOR με ποσοστό 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%, επέκτειναν την εικοσαετή συμφωνία τους για την προμήθεια ενός εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως, με έναρξη το 2030. Πρόκειται για συμβατική δέσμευση με επιχειρηματικό ορίζοντα που υπερβαίνει κατά πολύ τη διάρκεια μιας διπλωματικής θητείας.

Ο πραγματικός κίνδυνος για τον Κάθετο Διάδρομο συνδέεται περισσότερο με την οικονομική του βιωσιμότητα παρά με την αλλαγή προσώπων στην αμερικανική πρεσβεία. Το υψηλό κόστος διαμετακόμισης, τα διασυνοριακά τέλη, οι διαθέσιμες υποδομές και η εξασφάλιση μακροχρόνιων αγοραστών αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μελέτη του Green Tank, τον Σεπτέμβριο του 2026, υπολόγισε πως η μεταφορά φυσικού αερίου μέσω του Κάθετου Διαδρόμου προς την Ουκρανία εμφανίζει κόστος κατά 21% έως 76% υψηλότερο έναντι εναλλακτικών διαδρομών. Η εκτίμηση αυτή αναδεικνύει τις εμπορικές δυσκολίες του εγχειρήματος, ανεξάρτητα από τη διπλωματική υποστήριξη που απολαμβάνει.

Από την άλλη πλευρά, η ευρωπαϊκή απόφαση για σταδιακή απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, με πλήρη εφαρμογή από το 2027 για το LNG και από το φθινόπωρο του ίδιου έτους για το αέριο μέσω αγωγών, δημιουργεί πρόσθετες ανάγκες διαφοροποίησης του εφοδιασμού.

Συνεπώς, πιθανές καθυστερήσεις ή αναπροσαρμογές επιμέρους σχεδίων δεν μπορούν να αποκλειστούν. Η ακύρωσή τους, όμως, αποκλειστικά εξαιτίας της παραίτησης Γκιλφόιλ δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα δεδομένα. Περισσότερο ευάλωτες θα μπορούσαν να αποδειχθούν πρωτοβουλίες που βρίσκονται ακόμη στο στάδιο των διαπραγματεύσεων και εξαρτώνται από την πολιτική κινητοποίηση συγκεκριμένων προσώπων.

Οι συσχετισμοί της Ουάσιγκτον και ο παράγοντας Ρούμπιο

Η επιλογή του διαδόχου της Γκιλφόιλ αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα από τις ισορροπίες της δεύτερης προεδρίας Τραμπ. Στην αμερικανική κυβέρνηση συνυπάρχουν πολιτικά στελέχη με άμεση πρόσβαση στον πρόεδρο, οι θεσμικοί μηχανισμοί του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και παράγοντες που προσεγγίζουν τις διεθνείς σχέσεις με διαφορετικές προτεραιότητες.

Ο Μάρκο Ρούμπιο διαθέτει ιδιαίτερη διαδρομή στα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου. Ήδη από το 2019, ως γερουσιαστής, είχε συνδιαμορφώσει με τον Δημοκρατικό Ρόμπερτ Μενέντεζ νομοθετική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της συνεργασίας ΗΠΑ, Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ σε θέματα ασφάλειας και ενέργειας.

Η πρωτοβουλία εκείνη αποτύπωνε την αντίληψη ότι η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί περιοχή αυξημένης στρατηγικής σημασίας για την Ουάσιγκτον. Επομένως, η σημερινή υποστήριξη του Ρούμπιο προς την Ελλάδα διαθέτει πολιτική και θεσμική προϊστορία.

Αυτό καθιστά ενδιαφέρον το ενδεχόμενο αντικατάστασης της Γκιλφόιλ από έναν περισσότερο συμβατικό διπλωμάτη, με ισχυρούς δεσμούς με την ηγεσία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.

Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να προσδώσει μεγαλύτερη θεσμική συνέχεια, προβλεψιμότητα και συστηματικό συντονισμό στη διμερή συνεργασία. Θα περιόριζε ενδεχομένως την εξάρτηση από προσωπικές παρεμβάσεις, διευκολύνοντας παράλληλα τη συνεργασία με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αμερικανικές υπηρεσίες.

Δεν θα στερούνταν, ωστόσο, ενδεχόμενων μειονεκτημάτων. Η Γκιλφόιλ διέθετε πρόσβαση στο προεδρικό περιβάλλον, η οποία μπορούσε να επιταχύνει πολιτικές επαφές και να κινητοποιεί επιχειρηματικά συμφέροντα. Ένας επαγγελματίας διπλωμάτης ενδέχεται να διαθέτει μικρότερη δυνατότητα απευθείας παρέμβασης στον Λευκό Οίκο.

Επιπλέον, ο Ρούμπιο δεν ασκεί εξωτερική πολιτική ανεξάρτητη από τον Τραμπ. Η δημόσια τοποθέτησή του στην Πνύκα, στις 7 Οκτωβρίου, συνέδεσε ρητά τις αξίες του δυτικού πολιτισμού με το δόγμα «Πρώτα η Αμερική», καταδεικνύοντας τη σύνδεσή του με τις κεντρικές προεδρικές κατευθύνσεις.

Η ελληνική πλευρά, επομένως, έχει να αντιμετωπίσει ένα περισσότερο σύνθετο πολιτικό περιβάλλον. Οι διαφοροποιήσεις ανάμεσα στον Ρούμπιο, στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και σε άλλους παράγοντες της κυβέρνησης αφορούν, μεταξύ άλλων, τον βαθμό διεθνούς εμπλοκής των ΗΠΑ, την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την αντιμετώπιση της Ρωσίας.

Για την Αθήνα, ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τουρκία. Μια περισσότερο συναλλακτική προσέγγιση στις σχέσεις Τραμπ και Ερντογάν θα μπορούσε να επηρεάσει επιμέρους ισορροπίες, ανεξάρτητα από την προσωπικότητα του Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα.

Στην εξίσωση προστίθεται το Κογκρέσο, ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Οι νέοι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί έπειτα από μια επικράτηση των Δημοκρατικών μπορούν να επηρεάσουν ουσιατικά την άσκηση ελέγχου στην κυβέρνηση, τις αμυντικές συμφωνίες και την πολιτική απέναντι στην Τουρκία, χωρίς να καθορίζουν αυτομάτως τις αποφάσεις του προέδρου.

Η ομογένεια και οι διακομματικές συμμαχίες

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ιδιαίτερη σημασία αποκτά ο ελληνοαμερικανικός παράγοντας, ο οποίος διαθέτει ένα διαχρονικό πλεονέκτημα: την παρουσία του σε διαφορετικά επίπεδα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Οργανώσεις όπως το Ελληνοαμερικανικό Ινστιτούτο, το Ελληνοαμερικανικό Συμβούλιο Ηγεσίας και η AHEPA διατηρούν οργανωμένες σχέσεις με το Κογκρέσο, κυβερνητικούς αξιωματούχους και επιχειρηματικούς παράγοντες.

Χαρακτηριστική είναι η λειτουργία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Ελληνικών Υποθέσεων, στην οποία πρωταγωνιστούν ο Ρεπουμπλικανός Γκας Μπιλιράκης και ο Δημοκρατικός Κρις Πάπας. Τον Μάιο του 2026, διακομματική νομοθετική πρωτοβουλία για την ανανέωση της αμερικανικής στρατιωτικής εκπαιδευτικής συνεργασίας με την Ελλάδα προχώρησε στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.

Η διακομματική αυτή διάσταση εξασφαλίζει δυνατότητες θεσμικής συνέχειας, ακόμη και όταν μεταβάλλονται οι κυβερνητικές πλειοψηφίες. Δεν συνεπάγεται, ωστόσο, απεριόριστη επιρροή.

Η υπόθεση των τουρκικών F-35 είναι ενδεικτική. Τον Ιούλιο του 2026, ομάδα 18 Δημοκρατικών βουλευτών ζήτησε να αποτραπεί η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα όσο εκκρεμεί το ζήτημα των ρωσικών S-400. Παρά την ευρύτερη κινητοποίηση ομογενειακών οργανώσεων, η επιστολή δεν συγκέντρωσε υπογραφές Ρεπουμπλικανών, αναδεικνύοντας τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι κομματικές ισορροπίες.

Η ομογένεια έχει παράλληλα αναπτύξει συνεργασίες με αμερικανοεβραϊκές οργανώσεις, ιδίως στο πλαίσιο της συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ. Μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες, οι ελληνικές επιδιώξεις συνδέονται με ευρύτερες αμερικανικές προτεραιότητες περιφερειακής ασφάλειας.

Υπάρχει, τέλος, η παρουσία Ελληνοαμερικανών στο ίδιο το κυβερνητικό σύστημα και στον επιχειρηματικό κύκλο του Τραμπ. Πρόσωπα όπως ο Μάικλ Κράτσιο και ο Μάικ Ρήγας, καθώς και επιχειρηματίες όπως ο Τζον Κατσιματίδης, αποτυπώνουν την ύπαρξη διαφορετικών δικτύων επικοινωνίας. Η ελληνική καταγωγή, βεβαίως, δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική υποστήριξη προς την Αθήνα. Η επιρροή καθορίζεται από την πραγματική πρόσβαση, τις θεσμικές αρμοδιότητες και τη σύγκλιση συμφερόντων.

Η επόμενη ημέρα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων θα κριθεί, τελικά, από τη δυνατότητα της Αθήνας να διατηρεί ταυτόχρονα ισχυρούς διαύλους με τους πυλώνες του αμερικανικού θεσμικού οικοδομήματος των εξωτερικών σχέσεων, τον Λευκό Οίκο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Κογκρέσο και την οργανωμένη ομογένεια.

Η παραίτηση της Γκιλφόιλ υπενθυμίζει τα όρια μιας διπλωματίας που στηρίζεται υπέρμετρα στις προσωπικές σχέσεις. Από την άλλη, η προεδρία Τραμπ καθιστά αναγκαία και την απευθείας πρόσβαση στον στενό κύκλο εξουσίας.

Για την Ελλάδα, η πρόκληση βρίσκεται στον συνδυασμό αυτών των δύο διαστάσεων. Η συνέχιση των ενεργειακών συμφωνιών, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας και η διατήρηση ευνοϊκών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο θα εξαρτηθούν από οικονομικές, στρατηγικές και πολιτικές επιλογές με διάρκεια μεγαλύτερη από τη θητεία οποιουδήποτε πρέσβη.

Η πραγματική δοκιμασία μετά τη Γκιλφόιλ αφορά την ανθεκτικότητα της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας απέναντι στις μεταβολές της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής. Και σε αυτό το πεδίο, οι θεσμοί, τα συμφέροντα και οι διακομματικές συμμαχίες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τη διαδρομή ή την πολιτική τύχη ενός μεμονωμένου προσώπου.