Οι αγροτικές επιδοτήσεις δεν είναι λάφυρο της εκάστοτε εξουσίας

Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Μίλτος Τόσκας, Στέλεχος της ΕΛΑΣ, Φαρμακοποιός, εκπαιδευτικός και κριτικός Κινηματογράφου

Οι αγροτικές επιδοτήσεις δεν είναι λάφυρο της εκάστοτε εξουσίας

Οι αγροτικές επιδοτήσεις δεν είναι λάφυρο της εκάστοτε εξουσίας Αρθρογραφεί στο TheOpinion ο Μίλτος Τόσκας, Στέλεχος της ΕΛΑΣ, Φαρμακοποιός, εκπαιδευτικός και κριτικός Κινηματογράφου

Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται μπροστά σε μια βαθιά αντίφαση. Περίπου έξι εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης εκτιμάται ότι παραμένουν ακαλλιέργητα, την ώρα που χιλιάδες νέοι άνθρωποι θέλουν να παράγουν μένοντας στον τόπο τους και δεν έχουν πρόσβαση σε χωράφι. Παράλληλα μόλις το 7,2% των Ελλήνων αγροτών είναι κάτω των 40 ετών, ενώ η χώρα εξακολουθεί να εισάγει κρέας κι αγροτικά προϊόντα αξίας άνω του 1,5 δισ. ευρώ ετησίως.

Η εικόνα αυτή είναι το αποτέλεσμα μιας δημόσιας πολιτικής που για χρόνια αντιμετώπισε τη γη, τις αγροτικές ενισχύσεις και τους ευρωπαϊκούς πόρους ως ξεχωριστά ζητήματα κι όχι ως μέρη ενός ενιαίου σχεδίου για την παραγωγή, την επισιτιστική ασφάλεια και τη δημογραφική ανανέωση της υπαίθρου.

Οι αγροτικές επιδοτήσεις δεν είναι λάφυρο εξουσίας, ούτε πρέπει να αποτελούν σε καμία περίπτωση μηχανισμό εξυπηρέτησης ημετέρων. Είναι δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι που ανήκουν στους πραγματικούς παραγωγούς, δηλαδή σε εκείνους που καλλιεργούν, επενδύουν, δημιουργούν θέσεις εργασίας και κρατούν ζωντανή την περιφέρεια.

Όταν ένας έντιμος αγρότης χάνει ή καθυστερεί την ενίσχυσή του εξαιτίας αδιαφανών διαδικασιών, ελλιπών ελέγχων ή μίας κτηματολογικής εκκρεμότητας, η ζημιά ξεπερνά το οικονομικό πεδίο. Κλονίζεται η εμπιστοσύνη του προς το κράτος και το πολιτικό σύστημα κι επικρατεί η άποψη ότι οι γνωριμίες και η πρόσβαση στους κατάλληλους μηχανισμούς κρίνεις ποιος λαμβάνει την ενίσχυση, ακόμα κι αν δε τη δικαιούται.

Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο διαθέτει εργαλεία. Ο ν. 4061/2012 προβλέπει τη δυνατότητα παραχώρησης διαθέσιμων δημόσιων αγροτικών εκτάσεων σε κατ’ επάγγελμα αγρότες, συνεταιρισμούς, ομάδες παραγωγών και ανέργους. Τυχόν αδιαφανείς τροποποιήσεις όμως προκαλούν σύγχυση κι οδηγούν προς τη λάθος κατεύθυνση όσον αφορά την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Καμία νομιμοποίηση εκ των υστέρων δεν είναι αποδεκτή χωρίς πλήρη διαφάνεια. Κάθε σχετική ρύθμιση πρέπει να εξετάζεται δημόσια: ποιους αφορά, ποια στοιχεία τη θεμελιώνουν, ποιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα προκαλεί και ποιους ελέγχους προβλέπει. Η προστασία ενός πραγματικού παραγωγού από μια διοικητική αδικία είναι αναγκαία. Η αναδρομική προσαρμογή των κανόνων, ώστε να καλυφθούν αδικαιολόγητες ενισχύσεις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η θεσμική σοβαρότητα απαιτεί να μη συγχέουμε τις δύο περιπτώσεις, αλλά και να μην προδικάζουμε τα αποτελέσματα των ερευνών. Απαιτεί διασταύρωση των δηλώσεων με το Κτηματολόγιο, τα στοιχεία καλλιέργειας και τους πραγματικούς δικαιούχους, δημοσιοποίηση των κριτηρίων και ουσιαστικούς ελέγχους. Κάθε ευρώ πρέπει να είναι ανιχνεύσιμο από την προέλευσή του μέχρι τον τελικό αποδέκτη του.

Η ίδια αρχή πρέπει να διέπει και την κατανομή της γης. Σήμερα η πρόσβαση εμποδίζεται από τον κατακερματισμό της ιδιοκτησίας, τη γραφειοκρατία, την κτηματολογική αταξία και ένα πλειοδοτικό σύστημα που συχνά ευνοεί εκείνον που διαθέτει περισσότερο κεφάλαιο κι όχι εκείνον που διαθέτει το καλύτερο παραγωγικό σχέδιο. Έτσι δημιουργείται ένας παράλογος κύκλος: γη χωρίς αγρότες και αγρότες χωρίς γη.

Η δημιουργία μιας σύγχρονης Τράπεζας Γης μπορεί να σπάσει αυτόν τον κύκλο. Αντίστοιχοι θεσμοί λειτουργούν εδώ και δεκαετίες στη Γαλλία, ενώ παραδείγματα ψηφιακής διαχείρισης αδρανών εκτάσεων υπάρχουν στη Γαλικία (Ισπανία) και στην Πορτογαλία.

Μία ελληνική Τράπεζα Γης πρέπει να στηρίζεται σε τέσσερις καθαρές αρχές: ενιαίο ψηφιακό μητρώο δημόσιων κι ιδιωτικών αδρανών εκτάσεων, κοινωνικά κριτήρια για τις μικρές παραχωρήσεις, συμβάσεις διάρκειας 10 έως 20 ετών με ρήτρα καλής χρήσης και ισχυρά κίνητρα για τους ιδιοκτήτες που διαθέτουν τη γη τους προς παραγωγική αξιοποίηση.

Για τις εκτάσεις έως 50 στρέμματα, προτεραιότητα πρέπει να έχουν οι νέοι κάτω των 40 ετών, όσοι δε διαθέτουν ιδιόκτητη γη και εκείνοι που καταθέτουν τεκμηριωμένο επιχειρηματικό σχέδιο. Η πρόοδος πρέπει να μετριέται και να δημοσιοποιείται κάθε χρόνο, ανά περιφέρεια: πόσα στρέμματα ενεργοποιήθηκαν, πόσοι νέοι αγρότες εγκαταστάθηκαν, πόσες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν και πόσες αδρανείς εκτάσεις απέκτησαν διαχείριση βλάστησης, διότι η αξιοποίηση της χέρσας γης δεν αφορά μόνο την παραγωγή τροφίμων, περιορίζει την ερήμωση, προστατεύει το τοπίο και μειώνει τη συσσώρευση εύφλεκτης βιομάζας.

Οφείλουμε να κάνουμε δύο πράγματα ταυτόχρονα: να προστατεύσουμε τις επιδοτήσεις από κάθε πελατειακή ή αδιαφανή διαχείριση και να δώσουμε στους πραγματικούς παραγωγούς πρόσβαση στη γη, στη χρηματοδότηση και στη γνώση.

Οι αγροτικές ενισχύσεις έχουν συγκεκριμένο παραγωγικό σκοπό. Όταν διανέμονται χωρίς διαφάνεια, το κόστος το πληρώνουμε όλοι: στις τιμές των τροφίμων, στις εισαγωγές, στην ερήμωση της υπαίθρου και τελικά δυστυχώς στις στάχτες που τόσο μας πληγώνουν ως χώρα σχεδόν κάθε καλοκαίρι. Η Ελλάδα διαθέτει τη γη, τους ανθρώπους και τους ευρωπαϊκούς πόρους. Αυτό που της λείπει είναι ένα κράτος που θα τα συνδέσει με κανόνες, δικαιοσύνη και δημόσια λογοδοσία. Εμείς καταθέτουμε αυτήν την πρόταση και περιμένουμε την κοινωνία και τον αγροτοκτηνοτροφικό κόσμο να την αξιολογήσει.