«Γιώργο βγαίνεις…»: Η τελευταία ανάρτηση του Μαζωνάκη

Από το λαϊκό τραγούδι μέχρι τις πιο σύγχρονες μουσικές αναζητήσεις η πορεία του χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή ανάγκη για αλλαγή

«Γιώργο βγαίνεις…»: Η τελευταία ανάρτηση του Μαζωνάκη
EUROKINISSI

Μία βραδιά αφιερωμένη στα 33 χρόνια του στο μουσικό στερέωμα, μια επετειακή συναυλία που δε θα γίνει.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε προγραμματίσει τη μεγάλη του συναυλία για τις 20 Σεπτεμβρίου στην Τεχνόπολη, όμως δεν πρόλαβε να ερμηνεύσει τις μεγάλες του επιτυχίες στο κοινό που τον λάτρευε.

«Γιώργο βγαίνεις…» έγραφε η λεζάντα της τελευταίας ανάρτησης του Γιώργου Μαζωνάκη που συνόδευε την αφίσα της εκδήλωσης, στο instagram.

Ο πιο ροκ λαϊκός καλλιτέχνης

Από τα πρώτα του βήματα στις πίστες μέχρι την καθιέρωσή του ως μία από τις πιο ιδιαίτερες παρουσίες της ελληνικής μουσικής σκηνής, ο Γιώργος Μαζωνάκης ακολούθησε μια διαδρομή γεμάτη επιτυχίες, αλλαγές και ανατροπές.

Γεννημένος στις 4 Μαρτίου 1972, μεγάλωσε στη Νίκαια του Πειραιά, έχοντας καταγωγή από τη Σητεία της Κρήτης. Η μουσική υπήρχε από νωρίς στη ζωή του. Μεγάλωσε ακούγοντας κλασικά λαϊκά τραγούδια, με ιδιαίτερη αγάπη στις φωνές του Στράτου Διονυσίου, του Γιάννη Πάριου, της Μαρινέλλας και της Χάρις Αλεξίου, ενώ παράλληλα άκουγε πολύ ξένο ροκ.

Ήδη από την ηλικία των 15 ετών είχε καταλάβει πως αυτό που ήθελε ήταν να γίνει επαγγελματίας τραγουδιστής. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε σε νυχτερινό κέντρο της Πάτρας και από εκεί ξεκίνησε ένας δρόμος που θα τον οδηγούσε, λίγα χρόνια αργότερα, στην κορυφή.

Το καλοκαίρι του 1992 ήρθε η πρώτη μεγάλη ευκαιρία. Η Polygram, που αργότερα πέρασε στη Universal Music, τον εντόπισε και του άνοιξε την πόρτα της δισκογραφίας. Ο Μαζωνάκης είχε ήδη αρχίσει να αποκτά το δικό του κοινό μέσα από τις εμφανίσεις του στην Ελλάδα και σύντομα η παρουσία του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, με συναυλίες στην Κύπρο, τη Γερμανία, την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το 1993 κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος, «Μεσάνυχτα και κάτι». Έναν χρόνο αργότερα ήρθε το «Με τα μάτια να το λες», ένας δίσκος που τον έφερε στην πρώτη γραμμή και περιείχε τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως το «3 το πρωί», το «Ανήκω σε μένα» και το «Μη μου ζητάς».

Η συνέχεια ήταν εξίσου δυναμική. Το 1996 κυκλοφόρησε το «Μου λείπεις», που έγινε χρυσό, ενώ έναν χρόνο αργότερα το «Παιδί της νύχτας» έγινε πλατινένιο. Ο Μαζωνάκης δεν περιορίστηκε, όμως, σε μια συγκεκριμένη μουσική ταυτότητα. Αντίθετα, αναζητούσε διαρκώς νέους ήχους και διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, γεγονός που αποτέλεσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πορείας του.

Στην πορεία συνεργάστηκε με σημαντικά ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, από τον Σταμάτη Γονίδη και τον Νότη Σφακιανάκη μέχρι τους Goin’ Through και τη Μαίρη Λίντα. Το 2002 συμμετείχε και στο soundtrack της ταινίας του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου», ερμηνεύοντας δύο τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, τα «Καμικάζι» και «Ξημερώνει πάλι».

Ο Γιώργος Μαζωνάκης, όμως, δεν έγινε γνωστός μόνο για τα τραγούδια του. Έγινε γνωστός και για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να παρουσιάζει τον εαυτό του στη σκηνή. Δεν φοβήθηκε να αλλάξει, να πειραματιστεί και να προκαλέσει τα δεδομένα της εποχής.

Καθοριστική υπήρξε η συνεργασία του με τον χορογράφο Κωνσταντίνο Ρήγο, ο οποίος τον έπεισε να αλλάξει ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η νυχτερινή πίστα. Οι θαμώνες βρέθηκαν σε καναπέδες αντί για τα συνηθισμένα τραπέζια, ενώ ο ίδιος ο Μαζωνάκης εμφανίστηκε στη σκηνή με φούστες και πλατφόρμες. Για κάποιους ήταν μια τολμηρή επιλογή. Για τον ίδιο, όμως, ήταν ένας ακόμη τρόπος να παραμείνει αυθεντικός και να δημιουργήσει μια εικόνα που δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Οι εμφανίσεις του έγιναν αντικείμενο συζήτησης και ο ίδιος απέδειξε πως η καλλιτεχνική του ταυτότητα δεν χωρούσε εύκολα σε στερεότυπα.

Με περισσότερες από τρεις δεκαετίες παρουσίας στο ελληνικό τραγούδι, ο Γιώργος Μαζωνάκης κατάφερε να δημιουργήσει μια ξεχωριστή σχέση με το κοινό. Από το λαϊκό τραγούδι μέχρι τις πιο σύγχρονες μουσικές αναζητήσεις, από τις μεγάλες επιτυχίες της δισκογραφίας μέχρι τις ανατρεπτικές σκηνικές του εμφανίσεις, η πορεία του χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή ανάγκη για αλλαγή.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της διαδρομής του, ότι δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει ίδιος με τους προηγούμενους. Επέλεξε να χαράξει τον δικό του δρόμο, με το δικό του ύφος, τη δική του αισθητική και έναν τρόπο παρουσίας που έκανε το όνομά του να ξεχωρίζει.