Το βιβλίο που ανοίγει τη συζήτηση, μα αφήνει σημαντικά ερωτήματα αναπάντητα

Η αξία μιας ιστορικής αποτίμησης δεν κρίνεται μόνο από όσα καταγράφει, αλλά και από τη θέση που έχει ο ίδιος ο συγγραφέας μέσα στην αφήγηση.

Το βιβλίο που ανοίγει τη συζήτηση, μα αφήνει σημαντικά ερωτήματα αναπάντητα
ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Το τρίτο βιβλίο του Μιχάλη Σάλλα, με τίτλο «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα – Και τι θα μπορούσε να διορθωθεί», ανήκει σε εκείνα που διαβάζονται περισσότερο λόγω του συγγραφέα τους παρά του περιεχομένου του. Όχι φυσικά επειδή στερείται ποιοτικού υλικού. Το όποιο ζήτημα του εντοπίζεται αλλού.

Η αρχική υποδοχή του υπήρξε σχεδόν πανηγυρική. Υψηλές πωλήσεις από τις πρώτες ημέρες και θετική υποδοχή από πανεπιστημιακούς και οικονομολόγους. Η παρουσίασή του περισσότερο έμοιαζε με συνάντηση παλαιμάχων του δημόσιου βίου παρά με παρουσίαση ενός βιβλίου που -θεωρητικά- επιχειρεί να κρίνει μία συγκεκριμένη εποχή με αντικειμενικότητα.

Ο Σάλλας δεν είναι ένας ντόπιος ιστορικός που εκ των υστέρων αναλύει την ελληνική κρίση. Δεν είναι ένας ξένος ακαδημαϊκός που παρακολουθούσε τις εξελίξεις από απόσταση. Επί Ανδρέα Παπανδρέου ανέλαβε κομβικές διοικητές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό, χαρακτηρίζεται αρχιτέκτονας του χρηματοπιστωτικού εκσυγχρονισμού, και δραστηριοποιήθηκε ως τραπεζίτης επί δεκαετίες. Με άλλα λόγια, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ελληνικής οικονομίας, ενεργός μέχρι τώρα. Είναι κομμάτι της ιστορίας, όχι απλός παρατηρητής και αφηγητής της.

Το σύγγραμμα εντοπίζει σωστά πολλές από τις παθογένειες που οδήγησαν στη χρεοκοπία: πελατειακό κράτος· αδύναμη παραγωγική βάση· κατανάλωση με δανεικά· χαμηλή ανταγωνιστικότητα· θεσμικές αδυναμίες. Δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τούτες τις διαπιστώσεις. Όμως κάθε διαπίστωση αποκτά ουσιαστική βαρύτητα μόνο όταν συνοδεύεται από αυτοκριτική. Διότι οι ελληνικές παθογένειες δεν εμφανίστηκαν εν κενώ. Δεν ήταν μια περίπτωση κακοτυχίας. Διαμορφώθηκαν μέσα από κρατικές πολιτικές, επιχειρηματικές στρατηγικές, τραπεζικές αποφάσεις που εφαρμόστηκαν μεθοδικά, από πρόσωπα γνωστά. Από μια αυτοαναφορική ελίτ.

Πώς μπορεί λοιπόν να κατακρίνεται το πελατειακό κράτος δίχως ουσιαστική αναφορά στο πώς αυτό το ίδιο δημιούργησε ολιγοπωλιακούς επιχειρηματικούς και τραπεζικούς ομίλους; Πώς μπορεί να αναλύεται η υπερβολική πιστωτική επέκταση χωρίς να καταγγέλλονται όσοι την ενθάρρυναν; Και κυρίως, πώς μπορεί να περιγράφεται το σύστημα χωρίς να τοποθετείται ο συγγραφέας μέσα σε αυτό;

Η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου είναι χαρακτηριστική. Στο αμφιθέατρο της Εθνικής Πινακοθήκης βρέθηκαν πρώην πρωθυπουργοί, κορυφαίοι υπουργοί και επιχειρηματικά στελέχη που συνδιαμόρφωσαν τις δεκαετίες του 1990 και του 2000. Επικεφαλής κυβερνήσεων και παραγωγικών φορέων, που με τις πράξεις τους οδήγησαν τη χώρα στην πρόσκαιρη ευφορία, και κατόπιν στην κατάρρευση. Κανείς τους δεν έδειχνε να αισθάνεται ότι το πόνημα Σάλλα αφορά και τον ίδιο. Χαμογελαστοί, εξέπεμπαν μόνο αυτοπεποίθηση. 

Η εθνική οικονομία των δύο πρώτων μεταψυχροπολεμικών δεκαετιών οικοδομήθηκε μέσα σε ελεγχόμενο περιβάλλον, θεμελιωμένη πάνω σε μια ελληνική εκδοχή νεοφιλελευθερισμού. Διαμορφωτές κοινής γνώμης, ηγέτες του επιχειρείν και δεξαμενές σκέψεις όπως το ΙΟΒΕ προσέφεραν την αναγκαία τεχνοκρατική τεκμηρίωση. Γνωρίζουμε τι ακολούθησε: κατασκευαστικές εταιρείες που γιγαντώθηκαν μέσω δημόσιων έργων· τεχνολογικοί όμιλοι ευνοημένοι από κρατικές συμβάσεις· μέσα ενημέρωσης χρηματοδοτούμενα με δάνεια χωρίς επαρκείς εγγυήσεις· τράπεζες που δανείζονταν και δάνειζαν αφειδώς, θεωρώντας ότι το κράτος δεν θα επέτρεπε ποτέ κατάρρευσή τους· μεταποιητικοί και εμπορικοί κολοσσοί που ισχυροποιούσαν συνεχώς τη δεσπόζουσα θέση τους, χάρη σε επιχορηγήσεις επενδύσεων, σε τραπεζικά προνόμια και σε ανοχή μονοπωλιακών πρακτικών· εκατοντάδες χιλιάδες πιστωτικές κάρτες και καταναλωτικά δάνεια σε οριακά φερέγγυους πολίτες, υπεύθυνα για το δυσθεώρητο ιδιωτικο χρέος.

Το χρηματιστήριο του 1999 αποτέλεσε ίσως την χαρακτηριστικότερη έκφραση εκείνης της περιόδου. Τότε δεν αυξάνονταν οι αποτιμήσεις επειδή αυξανόταν η παραγωγικότητα. Αυξάνονταν μέσω συγχωνεύσεων, που απέκρυπταν την ανυπαρξία οργανικής ανάπτυξης. Αυξάνονταν τυχοδιωκτικά, επειδή όλοι πίστευαν ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν. Πολιτικοί, τραπεζίτες, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι και επενδυτές συμμετείχαν στην ίδια συλλογική ψευδαίσθηση. Όποιος μιλούσε για φούσκα αντιμετωπιζόταν περίπου ως εχθρός της πατρίδας. Το κόστος το πλήρωσε η κοινωνία, ειδικά οι καλοπροαίρετοι μεσοαστοί.

Ακολούθησαν τα μνημόνια, η αποσταθεροποίηση της χώρας, η εκτίναξη της ανεργίας, η φυγή εκατοντάδων χιλιάδων νέων επιστημόνων, και μια δεκαπενταετία στασιμότητας από την οποία ακόμη προσπαθούμε να εξέλθουμε. Ωστόσο, είναι εντυπωσιακό ότι οι περισσότεροι πρωταγωνιστές όλης της προηγούμενης περιόδου παραμένουν παρόντες. Άλλοι γράφουν βιβλία. Άλλοι δίνουν συνεντεύξεις. Άλλοι σε διαλέξεις σχολιάζουν τα τότε γεγονότα σαν να μη τους αφορούσαν. Κουνάνε το δάχτυλο προς κάθε κατεύθυνση, εκτός από τη δική τους.

Η απόδοση ευθυνών απουσιάζει γενικά. Οι περισσότερες πολύκροτες υποθέσεις κατέληξαν είτε σε παραγραφές, είτε σε αθωωτικές αποφάσεις, είτε σε ποινές χάδια. Το αποτέλεσμα; Στη συλλογική συνείδηση διαμορφώθηκε η αίσθηση ότι το σύστημα ποτέ δεν τιμωρεί πραγματικά τον εαυτό του. Αλλάζει πρόσωπα, μα όχι νοοτροπία.

Σήμερα η εικόνα της οικονομίας είναι ασφαλώς διαφορετική. Οι τράπεζες έχουν -τυπικά- υγιή ρευστότητα και δεν προσφέρουν διακοποδάνεια. Το χρηματιστήριο στηρίζεται περισσότερο σε θεμελιώδη μεγέθη απ’ ό,τι το 1999, οι δε τοποθετήσεις είναι συνήθως ξένες. Υπάρχουν εξαγωγικές επιχειρήσεις με πραγματική διεθνή παρουσία, ενώ η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο ευρωπαϊκό ρυθμό, αν και αναιμικά σε σχέση με την πτώση της.

Τούτων δοθέντων, οι παλιές παθογένειες δεν εξαφανίστηκαν. Η διαρκής τάση υπερσυγκέντρωσης της οικονομικής ισχύος, οι εξαγορές ως βασικός μηχανισμός μεγέθυνσης, οι περιορισμένες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά, οι εθνικοί πρωταθλητές που επενδύουν στο εξωτερικό την εγχώρια κερδοφορία τους και η μόνιμη αδυναμία ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία. Άλλωστε τα φαινόμενα δεν επαναλαμβάνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αλλά συχνά παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες μεταξύ τους.

Εν κατακλείδι, το ζήτημα του βιβλίου αφορά την ερμηνεία της κρίσης, μα όχι ως προς τα αίτια της· ως προς τους υπευθύνους της. Αφορά δηλαδή τον ίδιο τον συγγραφέα και πολλούς συνοδοιπόρους του. Μέσα στις σελίδες του, άνθρωποι και κίνητρα μένουν στο απυρόβλητο, και μάλλον αυτό είναι το μοναδικό έλλειμμά του. Παραθέτει, αλλά δεν διδάσκει.