Τα άδικα βάρη στους τόκους, και το τίμημα της καθυστερημένης δικαίωσης

Η νέα ρύθμιση για τους οφειλέτες διορθώνει μια πολυετή στρέβλωση, μα αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για την ισονομία, το χρηματικό κόστος και την αξιοπιστία των θεσμών.

Τα άδικα βάρη στους τόκους, και το τίμημα της καθυστερημένης δικαίωσης
EUROKINISSI

Υπάρχουν στιγμές που μια μόνο νομοθετική ρύθμιση λέει πολλά περισσότερα για τη λειτουργία του κράτους από όσα αναφέρουν δεκάδες πολιτικές εξαγγελίες. Η πρόσφατη παρέμβαση για τους τόκους στα δάνεια του νόμου Κατσέλη είναι μία από αυτές. Πίσω από τους τεχνικούς όρους, τους υπολογισμούς των τραπεζών, τα επιχειρηματικά σχέδια των servicers και τα 700 εκατομμύρια ευρώ του συνολικού δημοσιονομικού κόστους, κρύβεται μια πολύ πιο ουσιαστική ιστορία: η ιστορία μιας πολυετούς αδικίας και της Πολιτείας που αποφάσισε να τη διορθώσει, δυστυχώς μόνο εν μέρει.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου είναι σαφής: ο τόκος στις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη πρέπει να υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί ολόκληρου του ανεξόφλητου κεφαλαίου. Με τη νομοθετική παρέμβαση που κατατέθηκε, η κυβέρνηση υιοθέτησε την εν λόγω ερμηνεία, ωφελώντας θεαματικά περίπου 100.000 δανειολήπτες. Για χιλιάδες νοικοκυριά, η ρύθμιση μεταφράζεται σε συνολικά μικρότερη οφειλή, χαμηλότερες δόσεις ή/και μικρότερη διάρκεια αποπληρωμής.

Πρόκειται αναμφίβολα για εξέλιξη με ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ένα τμήμα του χρηματοπιστωτικού συστήματος καλείται να προσαρμοστεί σε μια ερμηνεία περισσότερο συμβατή με το πνεύμα προστασίας των υπερχρεωμένων πολιτών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ρύθμιση συνδέεται και με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, που τα τελευταία χρόνια επιμένει σε μεγαλύτερη διαφάνεια, αυστηρότερη εποπτεία των servicers και αποτελεσματικότερη προστασία των καταναλωτών (οδηγίες 2021/2167 και 2023/2225).

Ωστόσο, οι πραγματικές δοκιμασίες των θεσμών δεν κρίνονται στις πανηγυρικές ανακοινώσεις. Κρίνονται -κυρίως- στις λεπτομέρειες.

Στην περίπτωσή μας, η πρώτη αφορά το χρηματικό τίμημα. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πώς θα επιμεριστεί η υψηλή δαπάνη που συνεπάγεται η εφαρμογή της απόφασης. Δυστυχώς, οι φορολογούμενοι εμφανίζονται να σηκώνουν έμμεσα το μεγαλύτερο βάρος, καθώς ο κρατικός κορβανάς θα καταβάλει 500 εκατομμύρια ως αποζημιώσεις. Το γεγονός τούτο αναπόφευκτα υπενθυμίζει παλαιότερες εποχές, όταν οι ζημίες κοινωνικοποιούνταν πολύ ευκολότερα από τα κέρδη. Επιπρόσθετα, άγνωστες είναι οι μελλοντικές επιπτώσεις στην υγεία του προγράμματος «Ηρακλής».

Η δεύτερη λεπτομέρεια αφορά την ισονομία. Η ρύθμιση ευνοεί μόνο όσους διατήρησαν ενεργές και ενήμερες τις ρυθμίσεις τους, γεννώντας ορισμένα ηθικά ζητήματα. Είναι εύλογο να επιβραβεύεται η πιστοληπτική συνέπεια, όμως επιβραβεύεται μόνο η συνέπεια όσων παραμένουν οφειλέτες· όσοι κατέβαλαν τις καταχρηστικές χρεώσεις και έχουν εξοφλήσει τις υποχρεώσεις τους αποδεικνύονται χαμένοι, ειδικά αν υποχρεώθηκαν σε πώληση άλλων περιουσιακών τους στοιχείων. Είναι επίσης εύλογο να επιδεικνύεται αυστηρότητα απέναντι στους στρατηγικούς κακοπληρωτές, όμως τιμωρούνται εξίσου σκληρά και όσοι κατέρρευσαν οικονομικά κατά την Κρίση, υπό συνθήκες τεράστιας μείωσης εισοδημάτων, μαζικών λουκέτων και πρωτοφανούς οικονομικής ανασφάλειας.

Η τρίτη -ίσως σημαντικότερη- λεπτομέρεια είναι λιγότερο ευδιάκριτη: αφορά την αντιμετώπιση της κοινωνίας και της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση. Η νομοθετική ρύθμιση παρουσιάζεται ως πρωτίστως πολιτική πρωτοβουλία, αν και προηγήθηκε η έκδοση αμετάκλητης απόφασης του ανώτατου δικαστηρίου, μόλις πριν από δύο εβδομάδες. Το γεγονός ότι απαιτήθηκε μακροχρόνιος και πολυδάπανος δικαστικός αγώνας ώστε να αποτυπωθεί νομικά κάτι εξόφθαλμα δίκαιο δεν μπορεί να περάσει εντελώς απαρατήρητο.

Συνεπώς, προκύπτει το εξής: όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η Δικαιοσύνη αξιοποιείται ως εργαλείο χρονικής μετάθεσης κρατικών και τραπεζικών ευθυνών, το ζήτημα παύει να είναι οικονομικό. Καθίσταται θεσμικό και η θεσμική φθορά αφήνει πολύ βαθύτερα ίχνη από οποιαδήποτε δημοσιονομική επιβάρυνση: προδιαγράφονται νέοι δικαστικοί αγώνες, νέα ταλαιπωρία για πολλούς, νέα κοινωνική δυσαρέσκεια.

Η ρύθμιση επιτέλους αναγνωρίζει μια -πολυσυζητημένη- άδικη επιβάρυνση (με την ανοχή και της ΤτΕ), αλλά τη διορθώνει μόνο για όσους κατάφεραν να την αντέξουν. Δεν θεραπεύει όλες τις πληγές της. Για πολλούς, αυτό συνιστά έναν ισορροπημένο συμβιβασμό. Για άλλους, μια ατελή δικαίωση, περισσότερο εστιασμένη στον εκλογικό κύκλο