Tο ελληνικό τραπεζικό παράδοξο

Στην Ελλάδα, Οι περισσότερες τράπεζες εξακολουθούν να αξιολογούν μια επιχείρηση κυρίως με βάση τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία, τις εξασφαλίσεις και το ιστορικό κερδοφορίας της

Tο ελληνικό τραπεζικό παράδοξο
EPA/FLORIAN WIEGAND

Υπήρξε μια εποχή που η Ελλάδα διέθετε τράπεζες με ξεκάθαρη αποστολή. Η Αγροτική Τράπεζα στήριζε τον πρωτογενή τομέα, η Εμπορική είχε βαθιά σύνδεση με την επιχειρηματικότητα και το εμπόριο, ενώ ειδικοί χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί λειτουργούσαν ως εργαλεία ανάπτυξης συγκεκριμένων κλάδων της οικονομίας. 

Σήμερα, μετά από μία δεκαετία κρίσεων, συγχωνεύσεων και αναδιαρθρώσεων, η ελληνική τραπεζική αγορά έχει συγκεντρωθεί σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Το ερώτημα είναι απλό: μπορεί ένα τόσο συγκεντρωμένο τραπεζικό μοντέλο να καλύψει τις ανάγκες μιας οικονομίας που προσπαθεί να μετασχηματιστεί ψηφιακά, να καινοτομήσει και να ανταγωνιστεί διεθνώς;

Αρκεί μια ματιά στην υπόλοιπη Ευρώπη για να διαπιστώσει κανείς ότι το ελληνικό μοντέλο αποτελεί μάλλον εξαίρεση παρά κανόνα.

Στη Γερμανία, το τραπεζικό οικοσύστημα δεν βασίζεται μόνο στις μεγάλες εμπορικές τράπεζες. Οι περιφερειακές Sparkassen και οι συνεταιριστικές Volksbanken χρηματοδοτούν συστηματικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ η αναπτυξιακή τράπεζα KfW αποτελεί βασικό εργαλείο στήριξης της καινοτομίας, της πράσινης μετάβασης και των νεοφυών επιχειρήσεων.

Στη Γαλλία, η Bpifrance λειτουργεί ως «τράπεζα επιχειρηματικότητας», παρέχοντας χρηματοδότηση, εγγυήσεις, επενδυτικά κεφάλαια και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε startups και καινοτόμες επιχειρήσεις.

Στην Ολλανδία, στη Δανία και στις σκανδιναβικές χώρες υπάρχουν εξειδικευμένα χρηματοδοτικά σχήματα που κατανοούν τις ανάγκες της τεχνολογικής οικονομίας και είναι πρόθυμα να αναλάβουν μεγαλύτερο επιχειρηματικό ρίσκο.

Αντίθετα, στην Ελλάδα, η χρηματοδότηση εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε παραδοσιακά τραπεζικά κριτήρια. Οι περισσότερες τράπεζες εξακολουθούν να αξιολογούν μια επιχείρηση κυρίως με βάση τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία, τις εξασφαλίσεις και το ιστορικό κερδοφορίας της. 

Όμως η οικονομία του 2026 δεν μοιάζει με εκείνη του 1996.

Μια νεοφυής εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να διαθέτει εξαιρετική τεχνογνωσία, διεθνείς προοπτικές και καινοτόμο προϊόν, αλλά να μην έχει ακίνητα για υποθήκη. Μια εταιρεία βιοτεχνολογίας μπορεί να χρειάζεται χρόνια μέχρι να εμφανίσει σημαντικά έσοδα. Μια επιχείρηση λογισμικού μπορεί να έχει ως βασικό της περιουσιακό στοιχείο το ανθρώπινο κεφάλαιο.

Αυτά τα χαρακτηριστικά απαιτούν εξειδικευμένη τραπεζική γνώση και διαφορετικά μοντέλα αξιολόγησης κινδύνου.

Οι ελληνικές συστημικές τράπεζες έχουν ασφαλώς δημιουργήσει ειδικές μονάδες για startups, ESG επενδύσεις και προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες αυτές παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος των αναγκών της αγοράς και απέχουν σημαντικά από τα εξειδικευμένα τραπεζικά οικοσυστήματα που συναντάμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τραπεζικό. Είναι αναπτυξιακό.

Όταν μια οικονομία δεν διαθέτει εξειδικευμένους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς για τον αγροτικό τομέα, τη βιομηχανία, την τεχνολογία, την πράσινη οικονομία ή τις νεοφυείς επιχειρήσεις, τότε μεγάλο μέρος του παραγωγικού της δυναμικού παραμένει αναξιοποίητο.

Εδώ ανακύπτει και ο ρόλος της Κεντρικής τράπεζας. Η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί φυσικά να ιδρύει εμπορικές τράπεζες ούτε να κατευθύνει την πιστωτική πολιτική της αγοράς. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως θεσμικός καταλύτης, να αναδεικνύει κενά της αγοράς, να προωθεί καινοτόμα εποπτικά εργαλεία και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη νέων χρηματοπιστωτικών σχημάτων, πάντα στο πλαίσιο των κανόνων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης.

Η Ελλάδα έχει ήδη κάνει ένα πρώτο βήμα μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας. Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να σταματήσει εκεί.

Η χώρα χρειάζεται ένα πιο πολυδιάστατο τραπεζικό οικοσύστημα. Χρειάζεται περιφερειακές και συνεταιριστικές τράπεζες με πραγματικό αναπτυξιακό ρόλο. Χρειάζεται εξειδικευμένους χρηματοδοτικούς φορείς για τον πρωτογενή τομέα, την τεχνολογία και τη βιομηχανία. Χρειάζεται τραπεζικά εργαλεία που να κατανοούν την οικονομία της γνώσης και όχι μόνο την οικονομία των εξασφαλίσεων.

Η μεγάλη πρόκληση για την επόμενη δεκαετία δεν είναι απλώς να έχουμε ισχυρές τράπεζες. Είναι να έχουμε τράπεζες που να καταλαβαίνουν πού πηγαίνει η οικονομία και να μπορούν να χρηματοδοτήσουν το μέλλον πριν αυτό γίνει παρόν.

Γιατί η ανάπτυξη δεν έρχεται μόνο από το κεφάλαιο. Έρχεται από τη σωστή κατεύθυνση του κεφαλαίου. Και σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει αρκετό δρόμο μπροστά της.