Οι τέσσερις Ελλάδες του Μιχάλη Σάλλα και το διαχρονικό αίνιγμα της Μεταπολίτευσης

Το νέο βιβλίο του πρώην τραπεζίτη επιχειρεί να οργανώσει πενήντα χρόνια ελληνικής οικονομικής ιστορίας γύρω από ένα πρωτότυπο ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο θέτει ερωτήσεις για την κοινωνία, τους θεσμούς και τις επιλογές που εξακολουθούν να καθορίζουν το μέλλον της χώρας

Οι τέσσερις Ελλάδες του Μιχάλη Σάλλα και το διαχρονικό αίνιγμα της Μεταπολίτευσης
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ορισμένα βιβλία αποκτούν αξία επειδή φωτίζουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας. Άλλα επειδή προτείνουν έναν διαφορετικό τρόπο να διαβαστούν γεγονότα που όλοι θεωρούσαν γνωστά. Το βιβλίο του Μιχάλη Σάλλα «Τι πήγε λάθος στην Ελλάδα και τι θα μπορούσε να διορθωθεί» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, καθώς δεν περιορίζεται στην αφήγηση της ελληνικής κρίσης ούτε επιχειρεί μια προσωπική αποτίμηση της πορείας του συγγραφέα στον τραπεζικό χώρο, αλλά φιλοδοξεί να ερμηνεύσει πενήντα χρόνια μεταπολιτευτικής ιστορίας μέσα από ένα ενιαίο σχήμα, το οποίο συνδέει την οικονομία, την κοινωνία, την πολιτική και τις διεθνείς εξελίξεις.

Η αφήγηση ακολουθεί την εξέλιξη της χώρας από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα, παρακολουθώντας παράλληλα τις μεγάλες τεχνολογικές και οικονομικές μεταβολές που άλλαζαν τον κόσμο. Πρόκειται για μια επιλογή με ουσιαστική σημασία, επειδή η ελληνική δημόσια συζήτηση παραμένει συχνά εγκλωβισμένη στην εσωστρέφεια, σαν οι διεθνείς εξελίξεις να αποτελούν ένα εξωτερικό σκηνικό και όχι το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι εθνικές επιλογές.

Η πιο ενδιαφέρουσα συμβολή του βιβλίου βρίσκεται στο σχήμα των «Τεσσάρων Ελλάδων». Ο Σάλλας υποστηρίζει ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από τις κλασικές πολιτικές διαιρέσεις ούτε μέσα από τη διάκριση μεταξύ κοινωνικών τάξεων. Προτείνει μια διαφορετική χαρτογράφηση, η οποία στηρίζεται στον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αντιλαμβάνονται την οικονομία, το κράτος και τις προοπτικές τους.

Η Ελλάδα του βιοπορισμού και η λογική της προσαρμογής

Η πρώτη Ελλάδα, εκείνη του βιοπορισμού, αποτελεί ίσως το πιο πρωτότυπο στοιχείο της ανάλυσης του Σάλλα. Εδώ εντάσσονται μικρομεσαίοι επιχειρηματίες, αυτοαπασχολούμενοι, αγρότες και όσοι δραστηριοποιούνται στην άτυπη οικονομία. Ο συγγραφέας παρατηρεί ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των ανθρώπων χρησιμοποιεί την αδιαφάνεια ως μηχανισμό άμυνας απέναντι σε ένα περιβάλλον το οποίο αντιλαμβάνεται ως ασφυκτικό.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή απομακρύνεται από τις εύκολες ηθικές καταδίκες και προσπαθεί να κατανοήσει τη συμπεριφορά μέσα στο κοινωνικό και οικονομικό της πλαίσιο. Η παραοικονομία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μιας διαρκούς προσπάθειας προσαρμογής, όταν η πλήρης συμμόρφωση με το θεσμικό πλαίσιο θεωρείται από πολλούς οικονομικά δυσβάστακτη.

Η παρατήρηση αυτή ανοίγει όμως μια ευρύτερη συζήτηση. Οι κοινωνικές συμπεριφορές δεν γεννιούνται μέσα σε κενό αέρος. Διαμορφώνονται από τα κίνητρα που δημιουργούν οι θεσμοί, από τη φορολογική πολιτική, από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, από τη γραφειοκρατία και από το κόστος συμμετοχής στην επίσημη οικονομία. Όταν οι κανόνες του παιχνιδιού επιβραβεύουν τη μικρή κλίμακα, δυσκολεύουν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων και αυξάνουν την αβεβαιότητα, η οικονομία τείνει να προσαρμόζεται αντί να εξελίσσεται.

Η παραοικονομία αποτελεί, επομένως, σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Η ανάλυση του Σάλλα οδηγεί αναπόφευκτα στη διαπίστωση ότι οι οικονομικές συμπεριφορές δεν μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από το θεσμικό περιβάλλον. Όσο περισσότερο επικεντρώνεται η δημόσια συζήτηση στις επιλογές των πολιτών, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από το ερώτημα που αφορά τους μηχανισμούς οι οποίοι παράγουν αυτές τις επιλογές και τις μετατρέπουν σε διαχρονικά χαρακτηριστικά της οικονομίας.

Η Ελλάδα της κρατικής προστασίας και η δύναμη της αδράνειας

Η δεύτερη Ελλάδα περιλαμβάνει όσους οργανώνουν την οικονομική τους δραστηριότητα γύρω από το κράτος. Ο δημόσιος τομέας, οι οργανισμοί, οι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από δημόσιες συμβάσεις και ένα ευρύτερο πλέγμα επαγγελματικών δραστηριοτήτων συγκροτούν έναν κόσμο όπου η σταθερότητα αποκτά ιδιαίτερη αξία.

Η παρατήρηση αυτή φωτίζει μία από τις πιο χαρακτηριστικές όψεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, καθώς το κράτος δεν λειτούργησε μόνο ως μηχανισμός παροχής υπηρεσιών ή κοινωνικής προστασίας. Απέκτησε σταδιακά τον ρόλο ενός μεγάλου οικονομικού διαμεσολαβητή, ο οποίος επηρέαζε καθοριστικά τις επαγγελματικές προοπτικές, την κατανομή πόρων και τις ευκαιρίες κοινωνικής ανόδου.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε μεταρρύθμιση που μεταβάλλει τους κανόνες προκαλεί εύλογη ανησυχία σε όσους έχουν οργανώσει τη ζωή τους γύρω από το υφιστάμενο σύστημα. Η αδράνεια αποκτά ισχυρή κοινωνική βάση και η διατήρηση της ισορροπίας μετατρέπεται σε πολιτικό στόχο.

Το σημείο αυτό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αρετές του βιβλίου, επειδή βοηθά να κατανοηθεί γιατί πολλές μεταρρυθμίσεις δυσκολεύτηκαν να εφαρμοστούν ανεξάρτητα από την πολιτική τους προέλευση. Η ερμηνεία, ωστόσο, μπορεί να προχωρήσει ακόμη βαθύτερα. Όταν η πρόσβαση στους δημόσιους πόρους προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια από την παραγωγή νέου πλούτου, οι οικονομικές επιλογές μεταβάλλονται σταδιακά. Η δημιουργικότητα περιορίζεται, η ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου υποχωρεί και η οικονομία αποκτά χαρακτηριστικά που ευνοούν περισσότερο τη διατήρηση υφιστάμενων ισορροπιών παρά την παραγωγή νέων ευκαιριών.

Η Ελλάδα της εξωστρέφειας και η πρόκληση της επόμενης εποχής

Η τρίτη Ελλάδα συγκεντρώνει όσους δημιουργούν σε συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού. Εξαγωγικές επιχειρήσεις, καινοτόμες δραστηριότητες, νέες τεχνολογίες και παραγωγικές επενδύσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Σάλλα, τον δυναμικό πυρήνα της ελληνικής οικονομίας.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι ο συγγραφέας δεν εξετάζει αυτή την πραγματικότητα απομονωμένα. Κάθε δεκαετία συνδέεται με τις μεγάλες τεχνολογικές αλλαγές που συντελούνταν διεθνώς και με τον τρόπο που η Ελλάδα ανταποκρινόταν σε αυτές. Η επιλογή αυτή υπενθυμίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη εξαρτάται από την ικανότητα μιας χώρας να προσαρμόζεται έγκαιρα στις αλλαγές του διεθνούς περιβάλλοντος και να αξιοποιεί τις νέες τεχνολογίες πριν μετατραπούν σε χαμένες ευκαιρίες.

Η διαπίστωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, όταν η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιακή οικονομία και οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες αναδιαμορφώνουν την παγκόσμια παραγωγή. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά πλέον την ικανότητα της Ελλάδας να δημιουργήσει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η εξωστρέφεια θα πάψει να αποτελεί χαρακτηριστικό μιας δυναμικής μειοψηφίας και θα μετατραπεί σε κυρίαρχη κατεύθυνση της οικονομίας.

Η Ελλάδα της ισχύος και οι κανόνες του παιχνιδιού

Η τέταρτη Ελλάδα αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα και ταυτόχρονα την πιο απαιτητική πλευρά της ανάλυσης. Ο Σάλλας περιγράφει έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό ανθρώπων που διαθέτουν δυσανάλογη δυνατότητα επιρροής στη λήψη αποφάσεων, στη διαμόρφωση του δημόσιου λόγου και στη λειτουργία των θεσμών.

Η συγκεκριμένη παρατήρηση υπερβαίνει τη συνηθισμένη συζήτηση περί οικονομικών ελίτ. Θίγει ένα βαθύτερο ζήτημα, το οποίο αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ίδια η άσκηση της εξουσίας. Σε κάθε κοινωνία υπάρχουν πρόσωπα και ομάδες με αυξημένη επιρροή. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τους κανόνες μέσα στους οποίους αυτή η επιρροή ασκείται και τα αντίβαρα που διαθέτουν οι θεσμοί.

Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημείο όπου η ανάλυση του βιβλίου θα μπορούσε να προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Οι τέσσερις Ελλάδες περιγράφουν εύστοχα διαφορετικές κοινωνικές συμπεριφορές. Εκείνο που παραμένει λιγότερο αναπτυγμένο αφορά τη διαδικασία μέσα από την οποία οι θεσμοί διαμορφώνουν αυτές τις συμπεριφορές. Οι κανόνες, η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, η ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης και η διαφάνεια των αποφάσεων επηρεάζουν καθοριστικά το ποιος αποκτά πρόσβαση στην ισχύ και με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί. Από αυτή την άποψη, η ανάλυση του Σάλλα λειτουργεί ως αφετηρία για έναν ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τη σχέση θεσμών, ανάπτυξης και δημοκρατίας.

Οι τέσσερις Ελλάδες και η μεσαία τάξη

Σύμφωνα με την ανάλυση του βιβλίου, η μεσαία τάξη αποτελεί το σημείο συνάντησης διαφορετικών κοινωνικών λογικών. Ένα τμήμα της κινείται ακόμη με όρους βιοπορισμού, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπο με τη διαρκή αβεβαιότητα του εισοδήματος και το αυξανόμενο κόστος λειτουργίας μικρών επιχειρήσεων ή ελεύθερων επαγγελμάτων. Ένα άλλο τμήμα έχει συνδέσει την επαγγελματική του ασφάλεια με τη λειτουργία του κράτους και των δημόσιων οργανισμών. Παράλληλα, αναπτύσσεται μια μεσαία τάξη που επενδύει στην εξωστρέφεια, στην τεχνολογία, στις εξαγωγές και στη συμμετοχή στις διεθνείς αγορές.

Η διαπίστωση αυτή εξηγεί γιατί ο δημόσιος διάλογος γύρω από τη μεσαία τάξη παράγει συχνά αντιφατικά συμπεράσματα. Ομάδες με παρόμοιο επίπεδο εισοδήματος διαθέτουν διαφορετικές πηγές οικονομικής ασφάλειας και ανταποκρίνονται σε διαφορετικά κίνητρα. Η διαφορετική σχέση τους με το κράτος, την αγορά εργασίας, την επιχειρηματικότητα και τις διεθνείς αγορές οδηγεί σε διαφορετικές αντιλήψεις για τη φορολογία, τις μεταρρυθμίσεις και τον ρόλο της δημόσιας πολιτικής. Ίσως γι’ αυτό η μεσαία τάξη παραμένει το επίκεντρο σχεδόν κάθε προεκλογικής συζήτησης, χωρίς να αποτελεί ποτέ ένα ενιαίο κοινωνικό σώμα με κοινές προτεραιότητες.

Από την κρίση στις χαμένες ευκαιρίες

Ξεχωριστή θέση κατέχει η άποψή του Σάλλα ότι πριν από την προσφυγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης υπήρχε ακόμη ένα περιορισμένο περιθώριο εναλλακτικών επιλογών. Η πρόταση για τη δημιουργία μιας εταιρείας ειδικού σκοπού, η οποία θα αξιοποιούσε δημόσια περιουσία προκειμένου να περιοριστεί η πίεση στο ελληνικό δημόσιο χρέος, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη παρέμβαση του βιβλίου γύρω από τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Η συζήτηση αυτή δύσκολα μπορεί να οδηγήσει σε οριστικά συμπεράσματα. Η οικονομική ιστορία δεν επιτρέπει να ελεγχθούν εκ των υστέρων τα σενάρια που δεν εφαρμόστηκαν. Επιτρέπει όμως να εξεταστούν οι δυνατότητες που υπήρχαν, οι πολιτικοί περιορισμοί που τις συνόδευαν και οι λόγοι για τους οποίους τελικά δεν υιοθετήθηκαν. Η αξία αυτής της προσέγγισης βρίσκεται ακριβώς στο ότι υπενθυμίζει πως ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές οι πολιτικές αποφάσεις διαμορφώνονται μέσα από επιλογές και όχι μέσα από ιστορικές νομοτέλειες.

Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η κριτική που ασκεί στον σχεδιασμό των Μνημονίων, στις λανθασμένες παραδοχές σχετικά με τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή και στις επιπτώσεις που είχαν οι συγκεκριμένες επιλογές στην πραγματική οικονομία. Παράλληλα, ο αναγνώστης θα ανέμενε μια εκτενέστερη αποτίμηση του ρόλου του τραπεζικού συστήματος κατά την περίοδο της μεγάλης πιστωτικής επέκτασης, καθώς και των επιλογών που ακολούθησαν το PSI και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η προσωπική εμπειρία του συγγραφέα θα μπορούσε να εμπλουτίσει ακόμη περισσότερο αυτή τη συζήτηση.

Το βιβλίο που ανοίγει έναν αναγκαίο διάλογο

Το βιβλίο του Μιχάλη Σάλλα επιχειρεί κάτι ιδιαίτερα απαιτητικό, με το να οργανώσει πέντε δεκαετίες οικονομικής και πολιτικής ιστορίας μέσα από ένα συνεκτικό ερμηνευτικό πλαίσιο, το οποίο μεταφέρει τη συζήτηση από τα πρόσωπα στις δομές και από τις συγκυρίες στους μηχανισμούς που τις παράγουν.

Οι «Τέσσερις Ελλάδες» αποτελούν μια γόνιμη συμβολή στον δημόσιο διάλογο, επειδή βοηθούν να γίνουν περισσότερο κατανοητές οι διαφορετικές λογικές που συνυπάρχουν στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η μεγαλύτερη συμβολή του βιβλίου, ωστόσο, βρίσκεται στο γεγονός ότι προκαλεί τον αναγνώστη να αναρωτηθεί αν οι κοινωνικές συμπεριφορές αποτελούν την αφετηρία των ελληνικών παθογενειών ή αν διαμορφώνονται από τους ίδιους τους κανόνες που οργανώνουν τη λειτουργία της οικονομίας και του κράτους.

Ίσως εκεί να βρίσκεται και η σημαντικότερη παρακαταθήκη του. Το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα των επόμενων δεκαετιών δεν αφορά μόνο την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης ή τη βελτίωση επιμέρους οικονομικών δεικτών. Αφορά την ικανότητα της χώρας να διαμορφώσει θεσμούς που ενισχύουν την εμπιστοσύνη, επιβραβεύουν την παραγωγικότητα, περιορίζουν τις στρεβλώσεις και δημιουργούν ίσες ευκαιρίες για όσους παράγουν, επενδύουν και καινοτομούν. Εκεί θα κριθεί τελικά αν η εμπειρία της κρίσης θα αποτελέσει ένα ιστορικό τραύμα που θα αναπαράγεται διαρκώς ή το σημείο εκκίνησης μιας διαφορετικής πορείας για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.