Η θεωρία της εξέλιξης κόντρα στο σκοταδισμό
Όταν ένας δάσκαλος απορρίπτει τη βιολογία, δεν εκφράζει απλώς πίστη· υπονομεύει τη δημόσια παιδεία και τη λογική σκέψη.
Η πρόσφατη δήλωση του Δημήτρη Νατσιού σε τηλεοπτική συνέντευξη, ότι «καλά κάνει και δεν διδάσκεται» η θεωρία της εξέλιξης στα σχολεία δεν είναι μια απλή προσωπική τοποθέτηση. Είναι μια αποκάλυψη κακής νοοτροπίας που θα έπρεπε να μας ανησυχεί πολύ. Στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα είναι ότι ο επικεφαλής της Νίκης δεν ήταν ανέκαθεν πολιτικός. Πρωτύτερα ήταν επι για δάσκαλος στην πρωτοβάθμια δημόσια εκπαίδευση. Υπήρξε δηλαδή ενεργός διαμορφωτής συνειδήσεων.
Όταν ένας δάσκαλος απορρίπτει δημόσια τη θεωρία του Δαρβίνου, δεν εκφράζει απλώς θρησκευτική πίστη. Ουσιαστικά αρνείται το θεμέλιο της βιολογίας, τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται κάθε σύγχρονη επιστημονική αντίληψη για τη ζωή. Η εξέλιξη δεν είναι ιδεολογία ούτε υπόθεση εργασίας· είναι επιστημονική βεβαιότητα, προϊόν αποδείξεων και διαρκούς έρευνας. Το να την απορρίπτεις δεν σε κάνει «ελεύθερο στοχαστή», αλλά άνθρωπο που αρνείται την απτή πραγματικότητα. Το να την υπονομεύεις ως εκπαιδευτικός σε καθιστά παντελώς ακατάλληλο για τούτο το λειτούργημα.
Το πρόβλημα δεν είναι θεολογικό, μα πολιτικό και θεσμικό. Πώς δίδασκε επί 35 χρόνια τέτοιες αντιεπιστημονικές απόψεις; Αξιολογήθηκε ποτέ για την γνωστική του επάρκεια; Κρίθηκε ψυχικά κατάλληλος να σταθεί μπροστά σε παιδιά και να τα διδάξει; Η προσωπική πίστη είναι απολύτως σεβαστή, αλλά η δημόσια εκπαίδευση δεν είναι πεδίο κηρύγματος. Είναι ο χώρος όπου το παιδί οφείλει να μάθει να σκέφτεται, όχι να πιστεύει τυφλά ό,τι του παρουσιάζει μια προσωπικότητα με κύρος.
Το εν λόγω φαινόμενο φυσικά δεν είναι μεμονωμένο. Η δημόσια εκπαίδευση είναι γεμάτη από «κήρυκες» κάθε είδους: άλλοι με το ένδυμα της θρησκευτικής βεβαιότητας, άλλοι με εκείνο του πατριωτισμού, και άλλοι με αυτά της κοινωνικής και οικολογικής ευαισθησίας. Πάντως όλοι τους μοιράζονται το ίδιο χαρακτηριστικό: τη βεβαιότητα ότι μπορούν να υποκαταστήσουν τη γνώση με πίστη και την κριτική σκέψη με προπαγάνδα. Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό -τα ελληνικά σχολεία υποχωρούν συνεχώς στα διεθνή τεστ: οι μαθητές μας δυσκολεύονται να διαβάσουν, να συνδέσουν, να αναλύσουν, να υπολογίσουν, να προσαρμοστούν στον έξω κόσμο.
Η ευθύνη, ωστόσο, δεν είναι μόνο των δασκάλων. Είναι όσων τους εποπτεύουν, των διαδοχικών ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας, που προτιμούν να σιωπούν για να μη δυσαρεστήσουν κανέναν. Κατά συνέπεια, πίσω από τον φόβο της «αρνητικής δημοσιότητας» καθιερώνεται η άνωθεν ανοχή στον σκοταδισμό. Άλλωστε τα παιδιά των ιθυνόντων έχουν την πολυτέλεια να παρακολουθούν ιδιωτική εκπαίδευση, άρα προστατεύονται από ακραίους.
Περιπτώσεις όπως του Νατσιού ανήκουν ίσως στην πιο επικίνδυνη μορφή προσηλυτισμού· στην ήσυχη, θεσμική, σε αυτή που παρουσιάζεται ως αθώα προσωπική άποψη. Δυστυχώς, όταν η Πολιτεία παραιτείται από την υπεράσπιση της επιστημονικής αλήθειας, τότε ανοίγει η πόρτα για να επιστρέψει η δεισιδαιμονία. Δυστυχώς ο 21ος αιώνας αρχίζει να θυμίζει ενοχλητικά τον 16ο.