Η μακροχρόνια φροντίδα πάσχει βαρέως

Από τα παράνομα ιατρεία και τις σφραγίσεις δομών, στην οξεία έλλειψη κλινών και στις δυσκολίες φροντίδας ηλικιωμένων και ανιάτων στην Ελλάδα.

Η μακροχρόνια φροντίδα πάσχει βαρέως
Εικόνα: Unsplash

Ως είθισται, μετά τον αναπάντεχο θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, πολλοί Έλληνες έπεσαν από τα σύννεφα. Αρχικά αντιμετωπίστηκε ως εντελώς άγνωστο φαινόμενο η λειτουργία κομπογιαννίτικων ιατρείων και «ιατρείων». Πολίτες και ΜΜΕ εμφανίστηκαν να εκπλήσσονται όταν διαπίστωσαν πως όροι όπως «κβαντική ιατρική» στερούνται οποιασδήποτε επίσημης αναγνώρισης. Ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, η κοινωνία άρχισε να απαιτεί κάθαρση και ξερίζωμα των όποιων κυκλωμάτων, εξετάζοντας το ζήτημα αποκλειστικά υπό όρους άσπρου-μαύρου. Το επόμενο διάστημα, πολλά θα γραφτούν και θα ειπωθούν για γιατρούς και κλινικάρχες με αμφιλεγόμενες δραστηριότητες και γνωριμίες.

Πράγματι αναδείχθηκε ένα εξαιρετικά προβληματικό εποπτικό πλαίσιο, όπου οι αρμοδιότητες ελέγχου και επιβολής κυρώσεων ανήκουν σε διαφορετικά όργανα, ανεπαρκώς στελεχωμένα και συντονισμένα. Παράλληλα, αν και ο ΕΟΠΥΥ αμείβει τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας, δεν ελέγχει αν παρέχονται όσα πληρώνει. Επιπλέον αποδείχθηκε πως η εφαρμοζόμενη νομοθεσία επιτρέπει την ύπαρξη αρκετών «γκρίζων ζωνών», μέσα στις οποίες εκκολάπτονται άνετα η ατιμωρησία και η διαφθορά. Εκτός απροόπτου, το αμέσως επόμενο διάστημα θα ενημερωθούμε για διαδοχικές σφραγίσεις δομών παροχής υπηρεσιών υγείας, αν τουλάχιστον κρίνουμε από το παρελθόν. Ουδείς γνωρίζει τι θα απογίνουν όσοι σήμερα φιλοξενούνται σε δομές που θα σφραγιστούν. Υπολογίζονται σε χιλιάδες άτομα, σε μεγάλο ποσοστό υπερήλικες ή/και ανίατοι ασθενείς.

Εντούτοις, η συνεχής αύξηση του ποσοστού ηλικιωμένων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες (κυρίως των baby boomers) ασκεί αφόρητες πιέσεις στα συστήματα κοινωνικής μέριμνας. Η επένδυση σε κατάλληλες υποδομές φροντίδας είναι εξαιρετικά κοστοβόρα, άρα συνεπάγεται και αυξημένο χρόνο απόσβεσης. Επιπρόσθετα, το εξειδικευμένο προσωπικό σπανίζει, οι δε αμοιβές του αυξάνονται συνεχώς. Τα παραπάνω δεδομένα οδηγούν είτε σε πανάκριβους χώρους μακροχρόνιας φιλοξενίας, είτε σε προσιτούς μα υπερπλήρεις. Δυσανάλογα υψηλό ποσοστό θανάτων από COVID συνδέθηκε με οίκους ευγηρίας. Η Ελλάδα στάθηκε πιο τυχερή, απλώς επειδή βρίσκονταν λιγότεροι ηλικιωμένοι σε ανάλογες δομές.

Τα ευρήματα της Μελίνας Καραπαναγιωτίδου είναι αρκούντως διαφωτιστικά: «Η Eurostat μετρά στην Ελλάδα 20 κλίνες μακροχρόνιας φροντίδας ανά 100.000 κατοίκους. Είναι η χαμηλότερη αναλογία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Βουλγαρία έχει 26, η Πορτογαλία 94. Η Ολλανδία έχει 1.390, η Σουηδία 1.298, το Βέλγιο 1.249. Η δημόσια δαπάνη για τη μακροχρόνια φροντίδα κινείται γύρω στο 0,1–0,2% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 1,7% στην ΕΕ.» Με άλλα λόγια, στη χώρα μας οι -αυξανόμενες- απαιτήσεις καλύπτονται από τους στενούς συγγενείς, κατά κανόνα βοηθούμενους από μετανάστριες. Ωστόσο, δύο παράγοντες επιδεινώνουν το πρόβλημα: η φυγή εκατοντάδων χιλιάδων νέων λόγω της Κρίσης, και οι σαφώς υψηλότερες αποδοχές μεταναστριών για παροχή φροντίδας στη Δυτική Ευρώπη.

Πιεζόμενοι ασφυκτικά, πολλοί οικείοι τείνουν να παραβλέπουν τυπικές (ή και ουσιαστικές) ελλείψεις των γηροκομείων και των κλινικών μάκρας νοσηλείας, εφόσον εκτιμούν ότι οι δικοί τους άνθρωποι λαμβάνουν έστω ικανοποιητική μέριμνα. Συχνά λοιπόν, οι ίδιοι άνθρωποι της διπλανής πόρτας ασκούν πιέσεις όπου μπορούν, ζητώντας επιείκεια απέναντι σε παρατυπίες και παρανομίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο νόμος πρέπει να τηρείται, όμως η τήρησή του δεν γίνεται ποτέ εν κενώ. Οι γέροντες και οι κατάκοιτοι δικαιούνται αξιοπρέπεια, και το ίδιο ισχύει για τις οικογένειές τους. Δυστυχώς η διαχείριση του ζητήματος δεν πρόκειται να είναι εύκολη.