Η τραγωδία στο Δερβένι υπενθυμίζει το μεγάλο κενό της αντιπυρικής προστασίας
Η κλιματική αλλαγή φέρνει νέα δεδομένα, όμως η Ελλάδα εξακολουθεί να επενδύει δυσανάλογα στην κατάσβεση και όχι στην ουσιαστική πρόληψη των δασικών πυρκαγιών.
Χθες το απόγευμα, η Θεσσαλονίκη παρακολουθούσε τις αλλεπάλληλες πτήσεις πυροσβεστικών μέσων προς τη φωτιά στο Δερβένι. Φωτιά όχι ιδιαίτερα μεγάλη που όμως στοίχισε ζωές, η δε κατάσβεσή της απαίτησε σημαντική κινητοποίηση των δυνάμεων Πολιτικής Προστασίας.
Για να συνειδητοποιήσουμε πόσο κοντά στο κέντρο της πόλης βρίσκεται το Δερβένι, η απόστασή του από τον Βαρδάρη είναι περίπου η ίδια με εκείνη του Φοίνικα· δηλαδή οι φλόγες έκαιγαν ακριβώς στις παρυφές της. Παρ’ όλα αυτά, αποδείχθηκε ιδιαίτερα δύσκολη η κατάσβεσή της με επίγειες και εναέριες δυνάμεις. Μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε τι θα συνέβαινε σε πιο απομονωμένο σημείο.
Όλοι γνωρίζουμε -εμπειρικά- ότι πλέον συντελείται μία αξιοπρόσεκτη κλιματική αλλαγή. Όλοι νιώθουμε πως τα καλοκαίρια είναι πολύ πιο ζεστά, πως τα μπουρίνια είναι σαφώς πιο απρόβλεπτα, πως τα κάθε είδους καιρικά φαινόμενα είναι πολύ πιο έντονα. Κατά συνέπεια, από τη μεριά μας προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε τις νέες συνθήκες μονώνοντας καλύτερα τα σπίτια μας, συντηρώντας τακτικότερα τα air condition των αυτοκινήτων μας, πίνοντας πολλά υγρά, φορώντας ελαφρύτερα ρούχα και αποφεύγοντας την κυκλοφορία σε δύσκολες ώρες. Η στάση αυτή αφορά όλες ανεξαιρέτως τις ηλικίες.
Ενώ λοιπόν οι πολίτες προσαρμοζόμαστε στα νέα δεδομένα, δεν παρατηρούμε αντίστοιχη προσαρμοστικότητα από την πλευρά του κράτους. Πιο συγκεκριμένα, το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας εκτιμάται ότι καταβάλλει 400-500 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για καταστολή και άμεση επέμβαση μέσω πυροσβεστικών ελικοπτέρων και αεροσκαφών. Αντίθετα, οι 332 δήμοι λαμβάνουν αναλογικά λίγα χρήματα για πρόληψη: 50 εκατομμύρια ευρώ από το ΥΠΕΣ για καθαρισμό αγριόχορτων και απομάκρυνση εύφλεκτου υλικού από δάση και λαγκάδια. Η εξίσου κρίσιμη αστυνόμευση αποτελεί άλλο πρόβλημα.
Τα -αναλογικά πάρα πολλά- χρήματα για κατάσβεση δείχνουν να αξιοποιούνται αρκετά παραγωγικά, αν τουλάχιστον κρίνουμε από τα τηλεοπτικά πλάνα. Δυστυχώς, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για όσα δαπανώνται στην κατεύθυνση της πρόληψης· ιδίοις όμμασι διαπιστώνουμε πως κίνδυνος πυρκαγιάς βρίσκεται παντού γύρω από το οδικό δίκτυο, είτε πρόκειται για το επαρχιακό είτε για το δασικό. Σκουπίδια, χόρτα, γυαλιά, κλαδιά και άλλα επικίνδυνα υλικά συσσωρεύονται στις παρυφές των δρόμων, ενώ τα δάση έχουν καταστεί αδιαπέραστες ζούγκλες, όπου έχουν συγκεντρωθεί αμέτρητες ποσότητες από ξύλα και πευκοβελόνες.
Στην Κεντρική Μακεδονία, η τελευταία μεγάλη πυρκαγιά συνέβη πριν από ακριβώς 20 χρόνια, στην Κασσάνδρα. Πέραν του πευκοδάσους, χιλιάδες στρέμματα γεωργικών και λιβαδικών εκτάσεων κατακάηκαν, πολλές εξοχικές κατοικίες είχαν την ίδια τύχη, και ανυπολόγιστες ζωές κινδύνευσαν. Έκτοτε δεν αντιμετωπίσαμε αντίστοιχη καταστροφή, όμως ούτε αξιοσημείωτη βελτίωση των συνθηκών υπήρξε. Τουτέστιν, δεν μπορεί να αναφερθεί οποιαδήποτε ουσιαστική προσπάθεια αποτροπής μίας αντίστοιχης θεομηνίας.
Πριν από 20 χρόνια, η Κασσάνδρα ήταν πολύ λιγότερο χτισμένη, και το ίδιο ισχύει για τη Σιθωνία, για τον Στρυμονικό Κόλπο και για τους ορεινούς οικισμούς του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης: Ρετζίκι, Φίλυρο, Ασβεστοχώρι, Εξοχή, Χορτιάτης, όπου άνθρωποι και φύση έχουν έρθει πολύ πιο κοντά. Το φαινόμενο έχει καταγραφεί στα αλλεπάλληλα ρεπορτάζ για αγριογούρουνα, αλεπούδες και λύκους σχεδόν μέσα στα σπίτια μας.
Ωστόσο, οι αρμόδιοι παρατηρούν μάλλον παθητικά, δίχως να αναλαμβάνουν χρήσιμες πρωτοβουλίες, με μόνη εξαίρεση το Σέιχ Σου· η περίπτωσή του προκαλεί εξαιρετική ευαισθησία, λόγω της πυρκαγιάς του 1997. Το υπόλοιπο δασικό κεφάλαιο της Κεντρικής Μακεδονίας είναι απαράδεκτα παραμελημένο. Οι ιθύνοντες συνεχώς μοιάζουν να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην τύχη. Το ότι όμως στάθηκαν φοβερά τυχεροί για τόσα χρόνια δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Η τύχη ποτέ δεν διαρκεί για πάντα, άρα κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει πως τίποτα δεν θα συμβεί. Το φετινό καλοκαίρι ήδη ξεκίνησε με κακούς οιωνούς, σε όλη τη χώρα. Έστω την τελευταία στιγμή, ας ελπίσουμε ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες θα επιδείξουν υπευθυνότητα, ώστε να αποφευχθεί μία νέα τραγωδία. Μία τραγωδία πολύ χειρότερη, δεδομένου ότι θα μπορούσε να στοιχίσει πολύ περισότερες ζωές.