Η ανατίναξη των εκσκαφέων και η κυβερνητική «to do list»
Η απολιγνιτοποίηση συμβολίζει το τέλος μιας εποχής, μα αναδεικνύει και το κενό στρατηγικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Ένα πρόσφατο γεγονός της εσωτερικής επικαιρότητας είχε απροσδόκητη απήχηση στο ευρύ κοινό. Πρόκειται για την ανατίναξη τριών μεγάλων εκσκαφέων στα εγκαταλελειμμένα λιγνιτωρυχεία. Ως γνωστόν, η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη σταδιακά καταργείται. Η συμμετοχή άνθρακα αυτής της μορφής έχει καταστεί αμελητέα στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, η δε κατάργησή του είναι δρομολογημένη. Συνεπώς, η καταστροφή των παλαιών μηχανημάτων και η διάθεσή τους για σκραπ ήταν μάλλον αναπόφευκτη, παρά το εντυπωσιακό μέγεθός τους. Ωστόσο, με αυτές τις εικόνες έπεσε συμβολικά η αυλαία μιας βιομηχανικής προσπάθειας πολλών δεκαετιών και κυβερνήσεων.
Στη Δυτική Μακεδονία, η ΔΕΗ υπήρξε ο μεγαλύτερος εργοδότης και ο παράγοντας που ανέβαζε τη συμμετοχή της περιοχής στο ΑΕΠ. Μετά το κλείσιμο των ορυχείων χάθηκαν πολλές χιλιάδες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, στους ΑΗΣ και σε επιχειρήσεις υποστήριξης της εξορυκτικής δραστηριότητας. Εκτός από την πληθυσμιακή συρρίκνωση, η απολιγνιτοποίηση έφερε και την εγκατάλειψη σημαντικών κοιτασμάτων στην Ελασσόνα, όπως επίσης και αποθεμάτων τύρφης στην Ανατολική Μακεδονία. Ο λιγνίτης πλέον εξάγεται στη Βόρεια Μακεδονία, όπου σε ελάχιστα χιλιόμετρα από τα σύνορα καίγεται υπό συνθήκες απαράδεκτες. Καίγεται για την παραγωγή ρεύματος προοριζόμενου και για την Ελλάδα.
Τούτων δοθέντων, η εθνική Πράσινη Μετάβαση βελτιώνει την εικόνα μας, διότι διεθνώς θεωρείται ορθή πρακτική βιωσιμότητας· έμμεσα βελτιώνει και τις αξιολογήσεις των οίκων, ρίχνοντας τα επιτόκια δανεισμού για το κράτος και τις μεγάλες επιχειρήσεις μας. Με άλλα λόγια, η απολιγνιτοποίηση συμβάλλει στη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών μας. Δυστυχώς, την ίδια στιγμή συμβάλλει και στη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, καθώς μέσω του Χρηματιστηρίου Ενέργειας το εισαγόμενο φυσικό αέριο καθορίζει την τιμή πώλησης του ρεύματος, και όχι οι ΑΠΕ.
Εδώ αξίζει να αναφερθεί μια επανάληψη σεναρίου: η υποδομή των φωτοβολταϊκών δεν παίζει τον ρόλο που θα μπορούσε, επειδή δεν ενθαρρύνεται -μάλλον αποθαρρύνεται- η αποθήκευση από βιομηχανίες και μικρούς παραγωγούς σε μπαταρίες. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η απελευθέρωση της πώλησης καυσίμων δεν άσκησε την αναμενόμενη θετική επίδραση στις τιμές λιανικής, διότι και τότε είχαν τεθεί δυσβάσταχτοι όροι όσον αφορά την αποθήκευση πετρελαιοειδών. Το αποτέλεσμα ήταν η αγορά να παραμείνει εξαιρετικά κλειστή και, άρα, εύκολα χειραγωγούμενη.
Η ανατίναξη των εκσκαφέων συνέβη σχεδόν ταυτόχρονα με την ενεργοποίηση μιας ακόμη ψηφιακής πλατφόρμας. Η κυβέρνηση δήλωσε ιδιαίτερα περήφανη για το PosoKanei, αλλά η νέα δράση της εισέπραξε αμέτρητα αρνητικά σχόλια. Ο λόγος; Πολλοί εξέλαβαν το εργαλείο σύγκρισης τιμών ως άδικη μεταβίβαση της ευθύνης για τον τιμάριθμο.
Επομένως, μία θετική πρωτοβουλία δεν αντιμετωπίστηκε φιλικά από όσους (πολλούς) πιστεύουν ότι η ακρίβεια οφείλεται σε συνεννοήσεις μεταξύ ομίλων και ότι τα κέρδη της αισχροκέρδειας αποκρύπτονται μέσω πολύπλοκων τριγωνικών συναλλαγών. Κρίνοντας από τη διεθνή εμπειρία, οι υποψίες των συγκεκριμένων πολιτών δεν είναι εντελώς αβάσιμες. Αν και ζητούν επίμονα την καταστολή τέτοιων φαινομένων, δεν παρατηρούν καμία εξέλιξη, πράγμα που τους εξοργίζει.
Με τον τρόπο που κινείται, η κυβέρνηση μοιάζει να έχει μπροστά της μία «to do list», την οποία υλοποιεί απαρέγκλιτα. Μία λίστα ενεργειών σε γενικές γραμμές καταρτισμένη από το ΙΟΒΕ και την Τρόικα. Ψηλά στη λίστα βρίσκεται η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής-εισφοροδιαφυγής, η ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, η αποσαφήνιση του κανονιστικού πλαισίου και ο εξορθολογισμός των επιδομάτων. Τα κυβερνητικά στελέχη τσεκάρουν κάθε ενέργεια της λίστας, δίχως να κρίνουν αν παραμένει επίκαιρη, αν είναι αρκούντως ανταποδοτική ή αν είναι όντως προσαρμοσμένη στις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Το Ελλάδα 2.0 και η διάθεση πόρων του RRF ήταν στην ίδια ακριβώς λογική. Στη λογική «μόλις τα τελειώσουμε, οι επενδύσεις θα έρθουν τρέχοντας». Αποτέλεσμα; Η πραγματική οικονομία μετασχηματίζεται άναρχα, ανισόρροπα, απρόβλεπτα.
Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση συχνά δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει κανένα απολύτως όραμα για τη χώρα. Δείχνει πως απλώς προσδοκά να κινητοποιήσει ξένο και εγχώριο κεφάλαιο μέσω του κλεισίματος μεταρρυθμιστικών εκκρεμοτήτων. Πράγματι, πολλές από τις αλλαγές μετά το 2019 ήταν απολύτως απαραίτητες, όμως η ανάπτυξη έχει παραμείνει αναιμική, ανίκανη να ξαναβάλει τη σύγκλιση στις ράγες. Αξιόλογη ανάπτυξη δεν θα υπάρξει εάν δεν υποδεχθούμε μονάδες παραγωγής αγαθών εξαγώγιμων και υψηλής προστιθέμενης αξίας. Δεν θα υπάρξει αν δεν ενθαρρύνουμε τις πολύ μικρές επιχειρήσεις να εξελιχθούν σε μικρές και τις μικρές σε μεσαίες. Δεν θα υπάρξει ενόσω το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί χωρίς ρίσκο, διαθέτοντας τη ρευστότητά του σε ελάχιστες επιχειρήσεις και σε κρατικά ομόλογα. Και -κυρίως- δεν θα υπάρξει αν το εκπαιδευτικό μας σύστημα επιμείνει στην παραγωγή ανέργων πτυχιούχων, αντί στην κάλυψη της πραγματικής ζήτησης εργαζομένων.
Προς τις παραπάνω κατευθύνσεις η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει οτιδήποτε το αξιοπρόσεκτο. Εν τούτοις, τίποτα σπουδαίο δεν θα συμβεί χωρίς χρηματοδοτικά κεφάλαια, χωρίς κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό και χωρίς άτομα με δημιουργική όρεξη, σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες.
Ένα γνήσιο στρατηγικό όραμα θα μεριμνούσε για την κάλυψη όσων αναγκών θα προκύψουν μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας σταθεροποιητικής φάσης. Θα προνοούσε για τις επόμενες κινήσεις και θα ξεκινούσε εγκαίρως όσες θα αργήσουν να αποδώσουν καρπούς. Δίχως ξεκάθαρη άποψη για το μέλλον, η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι επενδύει σε κάποιο θαύμα, μα θαύματα γίνονται πάρα πολύ σπάνια.