Επιστροφή της νομιμότητας στο κράτος, μα όχι επιλεκτικά
Από τα σκάνδαλα οικονομικής διαφθοράς και τη βία στις οικογένειες, έως τις παραβάσεις δρόμου και τις καταλήψεις, η Πολιτεία δείχνει να ανακτά τη χαμένη της σοβαρότητα.
Μετά την πανδημία, το ελληνικό κράτος επιχειρεί μια σταδιακή, αν και αποσπασματική, επαναφορά της έννοιας της νομιμότητας. Η συσσώρευση περιστατικών όπου ο νόμος εφαρμόζεται αυστηρά -σε πρόσωπα, οργανισμούς ή κοινωνικές ομάδες που ως τώρα έμοιαζαν υπεράνω του- συνθέτει μια ενδιαφέρουσα εικόνα: η Πολιτεία φαίνεται να επιδιώκει ανάκτηση του κύρους της. Ακόμη κι όταν δεν εφαρμόζονται σχολιαστικά οι διαδικασίες, η πρόθεση είναι σαφής.
Πιο πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η καταδίκη τεσσάρων ατόμων για παράνομη πρόσβαση σε δεδομένα στο πλαίσιο του σκανδάλου παρακολουθήσεων με το λογισμικό Predator. Η υπόθεση, που κάποτε αντιμετωπιζόταν ως πολιτικά δυσάρεστη, φτάνει πλέον στα δικαστήρια και ανοίγει νέους κύκλους ερευνών.
Παράλληλα, οι αρχές τείνουν να εφαρμόζουν πιο αποφασιστικά το νόμο και σε τομείς της καθημερινότητας, όπου η παραβατικότητα θεωρούνταν σχεδόν ανώδυνη. Οι παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, ιδιαίτερα η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ και η παραβίαση του κόκκινου σηματοδότη, τιμωρούνται πλέον με πολύ αυστηρότερες ποινές· ορισμένοι ήδη πλήρωσαν το βαρύτερο τίμημα. Η ίδια λογική ισχύει και για όσες επιχειρήσεις αγνοούν βασικά μέτρα ασφάλειας, είτε στον χώρο εργασίας είτε στην εμπορική τους λειτουργία. Τα πρόστιμα για παραβίαση κανόνων υγιεινής, προστασίας δεδομένων ή φορολογικής νομιμότητας έχουν πολλαπλασιαστεί, αν και δεν απέτρεψαν την τραγωδία στη Βιολάντα.
Η πάταξη της ανομίας στα πανεπιστήμια και στις καταλήψεις αποτελεί άλλο παράδειγμα. Οι επανειλημμένες εκκενώσεις κατειλημμένων κτιρίων, τόσο εντός όσο και εκτός ΑΕΙ, αποτελούν προσπάθεια αποκατάστασης της δημόσιας τάξης. Είτε κανείς συμφωνεί είτε διαφωνεί πολιτικά με τη μέθοδο, το γεγονός παραμένει: η ανεκτικότητα απέναντι σε καταλήψεις ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας έχει μειωθεί αισθητά. Και σε αυτό το πεδίο το κράτος εμφανίζεται πρόθυμο να ασκήσει εξουσία, έστω επιλεκτικά.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η πιο αυστηρή αντιμετώπιση της νεανικής και -κυρίως- ενδοοικογενειακής βίας. Πιεσμένες από την έξαρση των φαινομένων, οι αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ενεργοποιούνται ταχύτερα, οι δε επιβαλλόμενες ποινές είναι αυστηρότερες. Παράδειγμα η υπόθεση της Κυριακής Γρίβα, όπου ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια, ενώ διερευνώνται και ευθύνες αστυνομικών για πλημμελή χειρισμό. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η κοινωνική πίεση για την αντιμετώπιση της σεξουαλικής παρενόχλησης. Επώνυμοι που για χρόνια θεωρούσαν πως το όνομά τους αρκεί για να παρακάμπτουν συνέπειες, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις ίδιες διαδικασίες που ισχύουν για κάθε πολίτη, υφιστάμενοι τις συνέπειες των πράξεων τους.
Αντίστοιχα, στον τομέα της οικονομικής διαχείρισης και των δημοσίων συμβάσεων, παρατηρείται μια πιο έντονη κινητικότητα: αυξημένοι φορολογικοί έλεγχοι, πρόστιμα για αδήλωτα έσοδα, και έρευνες σε κρατικούς φορείς για σπατάλες ή αδιαφανείς διαδικασίες, με τη συνδρομή Ενωσιακών υπηρεσιών· η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν τελικά μεμονωμένη. Επιπρόσθετα, η νέα Γενική Διεύθυνση Δυνάμεων Ελέγχου Οικονομικών Συναλλαγών (ΓΔ ΔΕΟΣ) έχει διευρυμένες αρμοδιότητες στον σχεδιασμό, τον συντονισμό και την υλοποίηση ελέγχων και ερευνών για την καταπολέμηση φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίου και άλλων μορφών οικονομικού εγκλήματος.
Ακόμη και στο πεδίο της διαχείρισης φυσικών πόρων, όπως οι παραλίες ή οι προστατευόμενες περιοχές, η κυβέρνηση κινήθηκε προς αυστηρότερους ελέγχους. Ο νέος νόμος για την αξιοποίηση της δημόσιας παραθαλάσσιας περιουσίας προβλέπει κυρώσεις, κατεδαφίσεις αυθαίρετων κατασκευών και μεγαλύτερη εποπτεία. Αν τηρηθεί, θα σηματοδοτήσει μια σπάνια περίπτωση επιβολής νομιμότητας έναντι της αυθαιρεσίας των ισχυρών – εκεί όπου το κράτος παραδοσιακά υποχωρούσε· με τις νέες πλατφόρμες, πατάσσεται ακόμη και η κατάληψη πεζοδρομίων από τραπεζάκια. Ας μην ξεχνάμε και τη μείωση της αυθαιρεσίας, μετρά την ολοκλήρωση των δασικων χαρτών, του κτηματογιου, και του ακριβούς προσδιορισμού χρήσεων γης.
Όλα τα παραπάνω δεν χαρακτηρίζονται επανάσταση. Είναι απλώς μια προσπάθεια νοικοκυρέματος. Μετά από χρόνια αδράνειας, το ελληνικό κράτος φαίνεται πως επιθυμεί -ή αναγκάζεται- να εφαρμόσει τους δικούς του νόμους. Το ορατό αποτέλεσμα δεν είναι αμελητέο: η κάθε μορφής παραβατικότητα χάνει σταδιακά το κοινωνικό της άλλοθι. Βέβαια το κράτος μας δεν μεταμορφώθηκε ξαφνικά σε υπόδειγμα σοβαρότητας, ωστόσο δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι η θεσμική παθητικότητα περισσότερο βλάπτει παρά ωφελεί. Πέραν αυτού, στον ψηφιακό κόσμο η όποια συγκάλυψη συνήθως έχει μικρή διάρκεια ζωής.
Εννοείται ότι δεν είναι όλα τέλεια. Η απόφαση του Εφετείου που παρείχε στον πατέρα Αντώνιο τη δυνατότητα να εξαγοράσει έναντι σχετικά χαμηλού ποσού την εννεαετή ποινή του μας αφήνει αμήχανους, ίσως και σοκαρισμένους. Η επιεικής στάση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας απέναντι στους αρμοδίους κατά την τραγωδία των Τεμπών φούντωσε τα δυσπιστία πολλών πολιτών. Ακατάλληλοι γιατροί εξακολουθούν να εργάζονται κανονικά.
Συνεπώς, η μεγάλη πρόκληση είναι να μην περιοριστεί η επιβολή νομιμότητας σε εύκολους ή συμβολικούς στόχους. Ο πραγματικός εκσυγχρονισμός του Δημοσίου απαιτεί συνέχεια και συνέπεια, όχι επικοινωνιακές επιδείξεις πυγμής. Και κυρίως απαιτεί να θυμηθεί η Πολιτεία πως ο Νόμος εφαρμόζεται με τρόπο που καλλιεργεί εμπιστοσύνη, όχι φόβο. Να θυμηθεί η Πολιτεία ότι είμαστε πολίτες, και όχι υπήκοοι.