Βία στα σχολεία: Η αθέατη όψη του εκφοβισμού
Η νεανική βία δυστυχώς δεν εξαντλείται στις σχέσεις μεταξύ ανηλίκων. Τις τελευταίες ημέρες η σχετική συζήτηση άνοιξε ξανά, μετά τον αιφνίδιο τραγικό θάνατο της καθηγήτριας Σοφίας Χρηστίδου. Το περιστατικό ανέδειξε μια πλευρά του προβλήματος που σπάνια συζητείται στα σχολεία: τον εκφοβισμό εκπαιδευτικών από μαθητές, αλλά και τις πιέσεις που ασκούνται από το ίδιο το διοικητικό σύστημα της εκπαίδευσης.
Για όσους υπήρξαμε μαθητές πριν από το 2000, τέτοιες ιστορίες μοιάζουν αδιανόητες. Η σχολική αυθεντία μπορεί να αμφισβητούνταν, αλλά δεν μετατρεπόταν σε στόχο οργανωμένης απαξίωσης. Σήμερα, τα όρια φαίνεται να έχουν μετακινηθεί επικίνδυνα.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του The Opinion, η συγκεκριμένη καθηγήτρια δεχόταν συστηματική στοχοποίηση. Μαθητές φέρονται να της πετούσαν βιβλία, να φώναζαν μέσα στην τάξη, ακόμη και να μπλόκαραν την έξοδο της από την αίθουσα. Οι συγγενείς της υποστηρίζουν ότι είχε ζητήσει την ενίσχυση της σχολικής κοινότητας με ψυχολόγους, ακόμη και την παρουσία αστυνομίας σε δύσκολες περιπτώσεις.
Τα ίδια πρόσωπα καταγγέλλουν ότι οι πιέσεις δεν προέρχονταν μόνο από τους μαθητές. Περιγράφουν ένα περιβάλλον άνωθεν απαξίωσης, με συνεχείς προστριβές και αμφισβήτηση των επαγγελματικών της ικανοτήτων. Πλέον η υπόθεση ενδέχεται να εξεταστεί δικαστικά. Όμως το ζήτημα είναι βαθύτερο από τις ευθύνες ενός ή δύο προσώπων.
Το ελληνικό σχολείο σήμερα λειτουργεί μέσα σε ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες. Η φιλοσοφία του προγράμματος σπουδών παραμένει σε μεγάλο βαθμό προϊόν άλλης εποχής: δυσκολεύεται να πείσει τους εμπλεκόμενους για τη χρησιμότητά του, ένω τους σπρώχνει στα φροντιστήρια. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να υπηρετήσουν ένα σύστημα με υψηλό μέσο όρο ηλικίας και διαρκείς μετακινήσεις μεταξύ σχολείων. Πολλοί καθηγητές, ειδικά όσοι διδάσκουν λίγες ώρες εβδομαδιαίως, αναγκάζονται να εργάζονται σε δύο, τρία ή και περισσότερα σχολεία. Προσαρμόζονται σε διαφορετικές διοικήσεις, διαφορετικά περιβάλλοντα, διαφορετικές εντάσεις. Την ίδια στιγμή, τα σχολικά κτίρια συχνά είναι παλαιά, κακοσχεδιασμένα και ανεπαρκώς συντηρημένα. Η Δικαιοσύνη ασχολείται με φαινόμενα νεανικής βίας συνήθως όταν έχει ήδη συμβεί κάτι πολύ σοβαρό. Όταν η κατάσταση έχει ξεφύγει. Σπανίως παρεμβαίνει προληπτικά.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι χαμηλό ηθικό σε όλη τη σχολική κοινότητα. Μαθητές και εκπαιδευτικοί αισθάνονται συχνά εξίσου απροστάτευτοι.
Από τη μεριά τους, διανύοντας εποχή άκρατου φιλελευθερισμού και ηθικής σχετικοποίησης, οι γονείς δεν κατορθώνουν να περάσουν στα παιδιά τους αρχες και αξίες που είθισται να αποκαλούμε παραδοσιακές: σεβασμό στους μεγαλύτερους, τυπικότητα στη σχολική συμμετοχή, τήρηση των θεσπισμένων κανόνων. Την ίδια στιγμή, η κοινωνική πραγματικότητα έχει ούτως ή άλλως αλλάξει ριζικά: οι ρυθμοί ζωής είναι εξαντλητικοί. Ολες οι οικογένειες (των εκπαιδευτικων συμπεριλαμβανομένων) υφίστανται οικονομικές πιέσεις, επαγγελματική ανασφάλεια και συνεχή δημόσια ένταση, μέσω των ΜΜΕ και των σόσιαλ.
Κατά συνέπεια, το σχολείο καθίσταται ο χώρος εκείνος όπου συναντώνται πολλαπλές εντάσεις. Εκεί όπου εκτονώνεται συχνά η ευρύτερη κοινωνική κόπωση. Υπό αυτές τις συνθήκες, το σύστημα χρειάζεται ενίσχυση με πραγματικά εργαλεία υποστήριξης: περισσότερους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς με σταθερή παρουσία. Σήμερα ένας αντίστοιχος ειδικός μπορεί να καλύπτει έως και πέντε σχολεία. Στην πράξη βρίσκεται σε κάθε μονάδα μόνο μία ημέρα την εβδομάδα.
Συχνά, το ρόλο συμβούλου σχολικής ζωής αναλαμβάνουν εθελοντικά καθηγητές άσχετων ειδικοτήτων , με ελάχιστη εκπαίδευση· με δίωρα σεμινάρια που περιορίζονται σε βασικά νομικά θέματα. Τα υπόλοιπα αφήνονται στην προσωπική τους εμπειρία και στην καλή τους πρόθεση.
Και όμως, η πολιτική και επιστημονική ηγεσία της δημόσιας εκπαίδευσης εξακολουθεί να εστιάζει αλλού. Η μισθοδοσία του Υπουργείου Παιδείας διασφαλίζει άριστα την πλούσια διδασκαλία Θρησκευτικών και Αρχαίων Ελληνικών, καθώς και την –απελπιστικά θεωρητική– διδασκαλία των θετικών επιστημών. Όσο για την ψυχική ισορροπία ολόκληρης της σχολικής κοινότητας, η μέριμνα παραμένει περιορισμένη.