Η νεανική βία, προϊόν της κοινωνικής αδιαφορίας
Η σιωπηλή αποτυχία της οικογένειας, του σχολείου και των θεσμών μπροστά στη νέα γενιά.
Η βία των ανηλίκων δεν αποτελεί πια σπάνιο φαινόμενο στη χώρα μας· το πρώτο οκτάμηνο του 2024 καταγράφηκε αύξηση 48% στα περιστατικά, ενώ το 2025 υπολογίζεται πως η αυξητική τάση συνεχίστηκε. Παράλληλα, η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην ΕΕ σε ποσοστό πολιτών που δηλώνουν ότι βιώνουν εγκληματικότητα ή βανδαλισμούς στη γειτονιά τους, δηλαδή ότι ζουν σε περιβάλλον απειλητικό. Πίσω όμως από τα στατιστικά κρύβεται κάτι ακόμη χειρότερο: μια κοινωνία που παραιτείται σιωπηλά από τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών της.
Οι αιτίες του φαινομένου είναι πολλές και αλληλένδετες. Η ανεξέλεγκτη πρόσβαση στο διαδίκτυο και στα κοινωνικά δίκτυα εκθέτει παιδιά και εφήβους σε πρότυπα βίας και συναισθηματικής απάθειας. Η κανονικοποίηση του ακραίου, η ειρωνεία απέναντι στο συναίσθημα, η κουλτούρα της επίδειξης και του εξευτελισμού διαμορφώνουν χαρακτήρες χωρίς αξίες. Παράλληλα, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που στον πυρήνα του λειτουργεί μηχανικά, στερεί από τα παιδιά ψυχική στήριξη και υγιή πρότυπα.
Έξω από το σχολείο, η αστυνομία δεν καταφέρνει να εμπνεύσει σεβασμό. Αντίθετα, συχνά αποπνέει αδιαφορία, λειτουργώντας περισσότερο τιμωρητικά παρά προστατευτικά. Από τη μεριά τους, οι δικαστές επιδεικνύουν επιείκεια σε σημείο αδράνειας ·ακόμη και σε περιπτώσεις βαριάς κακοποίησης, σχεδόν κάθε ποινή συνοδεύεται από αναστολή, ενώ η κοινωνική εργασία σπάνια αξιοποιείται ως εργαλείο σωφρονισμού. Κατά συνέπεια, η αίσθηση ατιμωρησίας θεριεύει.
Πάντως το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης ανήκει στους γονείς, όπως άλλωστε κατέγραψε στην έρευνά της και η Άννα Κρητικού. Στη χώρα όπου η ενδοοικογενειακή βία αυξάνεται σταθερά, τα παιδιά είτε υφίστανται είτε παρακολουθούν σκηνές ταπείνωσης και οργής. Κι όταν δεν τις βιώνουν άμεσα, απλώς δεν βλέπουν σχεδόν καθόλου τους γονείς τους – λόγω εγωιστικής αδιαφορίας, επαγγελματικής εξάντλησης ή συναισθηματικής ανεπάρκειας. Ορισμένοι κρύβονται πίσω από το άλλοθι του… φιλελεύθερου γονέα, αποφεύγοντας να καθοδηγήσουν. Ορισμένοι προσπαθούν να είναι αρεστοί στα παιδιά τους, αντί να τους είναι χρήσιμοι.
Το αποτέλεσμα είναι έφηβοι χωρίς προοπτική, μεγαλωμένοι μέσα σε ηθικό σχετικισμό και αίσθημα ματαιότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η υπερέκθεση στον πλούτο και τη βία των ελίτ θολώνουν τα όρια του αληθινού και μειώνουν τις προσδοκίες ευτυχίας στον πραγματικό κόσμο. Το καλό και το κακό καθίστανται σχεδόν αδιάκριτα. Σταδιακά, όπου λείπει η ευθυκρισία, η μαγκιά παίρνει τη θέση της. Οι συγκρούσεις εκλαμβάνονται ως απόδειξη αξιοσύνης, και πολλοί στρέφονται στο οπαδιλίκι ή στο πολιτικοποιημένο μπάχαλο. Άλλοι, πιο μονήρεις, ξεσπούν στους στους συμμαθητές και στις κοπέλες τους. Ωστόσο ούτε τα κορίτσια εξαιρούνται πλέον· η συμμετοχή τους σε σκληρά περιστατικά γίνεται όλο και συχνότερη.
Ομολογουμένως η Ελλάδα δεν έχει φτάσει στην αντίστοιχη τραγική κατάσταση της Βόρειας Ευρώπης. Η νέα εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση της νεανικής βίας αποτελεί αναγκαίο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. Όμως τα καλοπροαίρετα προγράμματα πρόληψης δεν αρκούν αν δεν αλλάξει η κουλτούρα ευθύνης, εκ μέρους γονέων και υπηρεσιών. Το παιδί χρειάζεται καθοδήγηση, παράδειγμα, όρια, και πολύ υπομονή. Κατά κανόνα δεν αναζητά επιβολή μα αναγνώριση. Αν και το πρόβλημα δεν φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολο, η επίλυση του δεν διακρίνεται στον ορίζοντα, επειδή επιμένουμε να το προσπερνούμε ως κάτι που δεν μας αφορά.