Ενεργειακή πολιτική: Οι δικές μας επιλογές και το κόστος τους
Από την εξωτερική πολιτική στις αγορές ενέργειας: η ακρίβεια στο ρεύμα δεν είναι μόνο ευθύνη των Βρυξελλών.
Η χθεσινή επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βιέννη αποτέλεσε μία ακόμη επίδειξη της τεράστιας άνεσής του στην εξωτερική πολιτική. Άνεση χάρη στην οποία συχνά ξεμπλοκάρουν κωλύματα στις Βρυξέλλες, όπως απεδείχθη στην περίπτωση του Ε65. Οι δύο άνδρες συζήτησαν για τα γνωστά προβλήματα της Γηραιάς Ηπείρου, με τον Αυστριακό Καγκελάριο να επαινεί την Ελλάδα για τις μεταρρυθμίσεις της. Δικαίως, όσον αφορά εκκρεμότητες των μνημονίων.
Έγινε και αναφορά στην ακρίβεια, με ξεχωριστή έμφαση στην ενέργεια. Ο Πρωθυπουργός ζήτησε μεταρρυθμίσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε το χαμηλότερο κόστος παραγωγής από τις ανανεώσιμες πηγές να αποτυπώνεται στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Ο συγκεκριμένος δείκτης κόστους είναι σημαντικός ως προς τα είδη πρώτης ανάγκης. Ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο επιβαρύνουν την παραγωγή και τη διακίνηση των αγαθών. Ο Μητσοτάκης ζήτησε πανευρωπαϊκή αντιμετώπιση του ζητήματος, υπενθυμίζοντας τη μείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.
Η ΕΕ, επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο στην προώθηση της πράσινης μετάβασης, έσκαψε το λάκκο στον οποίο έχει πια πέσει. Τούτου λεχθέντος, η Ένωση ως συνήθως έθεσε κάποιους στόχους και ένα χρονικό όριο υλοποίησής τους. Η προτεραιοποίηση και η ταχύτητα επίτευξης των στόχων εναπόκειται στα κράτη-μέλη. Δηλαδή, δεν μας επιβλήθηκαν το ύψος φορολόγησης των καυσίμων, η διαπραγμάτευση όλου του εισαγόμενου και παραγόμενου ρεύματος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας, η επιτάχυνση της απολιγνιτοποίησης, ή η θέσπιση ιδιαίτερα αυστηρών όρων όσον αφορά την αποθήκευση της ηλιακής ενέργειας σε μπαταρίες.
Όλα τα παραπάνω είναι δικές μας επιλογές, βάσει δικού μας σκεπτικού, που ομολογουμένως προκάλεσαν ένα μεγάλο κύμα επενδύσεων στον κλάδο της ηλεκτροπαραγωγής. Πρόκειται για γεγονός θετικό εξαιτίας της -έστω πρόσκαιρης- δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και της βελτίωσης των μακροοικονομικών μας δεικτών. Εντούτοις, σαν συνέπεια το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων μειώθηκε θεαματικά, οι βιομηχανίες μας κατέστησαν λιγότερο ανταγωνιστικές, το εμπορικό ισοζύγιο επιβαρύνθηκε λόγω της εισαγωγής περισσότερων καυσίμων (~40% αυξήθηκε ο ετήσιος εισαγόμενος όγκος ΦΑ, αντιστοιχώντας σε ποσό δραματικά υψηλότερο από εκείνο που εισπράχθηκε πέρυσι από τους εξαγωγείς «πράσινου» ρεύματος), ενώ σε μεγάλο βαθμό ερήμωσε η Δυτική Μακεδονία.
Την ίδια στιγμή, το ρωσικό φυσικό αέριο αντικαταστάθηκε από -ακριβότερο- υγροποιημένο, η Πολωνία ζήτησε και πήρε εξαίρεση για τον λιγνίτη, οι κατά τόπους φορολογικές επιβαρύνσεις ποικίλλουν, οι αγοραπωλησίες ηλεκτρισμού προσαρμόζονται στην εγχώρια παραγωγή και στη διασύνδεση με τα συστήματα μεταφοράς των γειτονικών κρατών, η ευρωπαϊκή ύπαιθρος δεν εγκαταλείπεται, η κοινωνική συνοχή τυγχάνει προστασίας.
Η ως τώρα ακολουθούμενη ενεργειακή πολιτική πάσχει, και δεν ευθύνεται αποκλειστικά η Ευρωπαϊκή Ένωση γι’ αυτό. Προτού λοιπόν προχωρήσει ολόκληρη σε αναθεώρηση των σχετικών στόχων, μπορούμε οι ίδιοι να αναθεωρήσουμε αρκετούς δικούς μας.