Αντιμετωπίζουμε ορθά την εκρηκτική άνοδο στις τιμές κατοικίας;

Η Ευρώπη επιδιώκει πιο προσιτή στέγη, ενώ η Ελλάδα χρειάζεται σχέδιο κλίμακας για να ανακτήσει τον έλεγχο του αστικού της χώρου, υπέρ της κοινωνικής συνοχής.

Αντιμετωπίζουμε ορθά την εκρηκτική άνοδο στις τιμές κατοικίας;
Εργασίες ανέγερσης του 32ου Γενικού Λυκείου Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της τελετής θεμελίωσης παρουσία του δημάρχου Θεσσαλονίκης Στέλιου Αγγελούδη και του αντιδημάρχους Τεχνικών Έργων και Βιώσιμης Κινητικότητας Πρόδρομου Νικηφορίδη, Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΝΙΚΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΙΔΗΣ

Η τελευταία δεκαετία στην Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζεται από εκρηκτική άνοδο στις τιμές στέγασης: άνω του 60% στις αγορές και 20-30% στα ενοίκια, με ~1,3 εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν σήμερα χωρίς σταθερή στέγη. Το πρόβλημα, άλλοτε περιφερειακό, έχει μετατραπεί σε ευρωπαϊκή κρίση. Τον Δεκέμβριο του 2025, η Κομισιόν παρουσίασε Σχέδιο για Προσιτή Στέγαση, με στόχο την παραγωγή 650.000 νέων κατοικιών τον χρόνο, τη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, την κινητοποίηση επενδύσεων και τη στήριξη των ευάλωτων ομάδων. Πρόκειται για την πρώτη συγκροτημένη ευρωπαϊκή απόπειρα να αντιμετωπιστεί ένα κοινωνικό φαινόμενο, που βλάπτει κυρίως τις νέες οικογένειες και άρα εντείνει τα δημογραφικά προβλήματα.

Πάντως στην Ελλάδα η στεγαστική κρίση έχει ιδιομορφίες. Δεν πρόκειται για έλλειψη στέγης αυτής καθαυτής, αλλά για έλλειψη κατάλληλης στέγης. Σε μια χώρα όπου ο πληθυσμός έχει πάψει να αυξάνεται και σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι (Έλληνες και μετανάστες) έχουν φύγει στο εξωτερικό, το στεγαστικό πρόβλημα δεν γεννιέται τόσο από την πίεση της ζήτησης, όσο από την αδυναμία αξιοποίησης του υπάρχοντος αποθέματος. Οι τιμές εκτοξεύτηκαν στις τουριστικές περιοχές, τροφοδοτούμενες από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις και τις χρυσές βίζες, ενώ ταυτόχρονα μεγάλες ζώνες κατοικίας υποβαθμίστηκαν λόγω πολυϊδιοκτησίας και εγκατάλειψης από τους παλιούς κατοίκους τους. Η κατάσταση επιδεινώνεται λόγω χαμηλών καταθέσεων των νοικοκυριών και δύσκολης πρόσβασης πολλών Ελλήνων σε στεγαστικά δάνεια.

Με ~2,5 δισ. € την τελευταία διετία, η κυβέρνηση επιχειρεί μια σειρά παρεμβάσεων: προγράμματα ανακαίνισης με επιχορήγηση έως 90%, αξιοποίηση δημοτικών ακινήτων σε περιφερειακές περιοχές, φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε μακροχρόνιες μισθώσεις, και περιορισμοί στις βραχυχρόνιες. Ωστόσο, παρά τις καλές προθέσεις, λείπει μία στρατηγική κλίμακας. Μία στρατηγική αντίστοιχη στα κρατικά προγράμματα εργατικής κατοικίας του 20ού αιώνα. Όπως εκείνα βελτίωσαν δραστικά τα τότε δεδομένα, έτσι και σήμερα απαιτούνται εκτενή δημόσια προγράμματα στέγασης.

Εστιάζοντας στη Θεσσαλονίκη, το στεγαστικό πρόβλημα είναι πια πιεστικό. Εντός του κυρίως αστικού ιστού, διαθέσιμα μεγάλα οικόπεδα δεν υπάρχουν, εκτός από μερικά στρατόπεδα. Αντίθετα, γύρω από την πόλη εκτείνεται άφθονη και φθηνή γη κατά μήκος του προαστιακού σιδηροδρόμου και των εθνικών αξόνων -στη Χαλκηδόνα, στο Λάκκωμα, στην Άσσηρο, αλλά και έξω από την Περιφερειακή Ενότητα. Εκεί θα μπορούσαν να αναπτυχθούν σύγχρονοι οικισμοί κοινωνικής κατοικίας, με ταχείες διαδικασίες παραπλήσιες εκείνων για τα φωτοβολταϊκά πάρκα.

Παράλληλα, η ένταξη νέων περιαστικών περιοχών στο σχέδιο πόλης θα πρέπει να επιταχυνθεί: στο Δήμο Πυλαίας-Χορτιάτη καταγράφονται δυσεξήγητες καθυστερήσεις, ενώ στο Δήμο Ωραιοκάστρου υπάρχουν σημαντικά περιθώρια επέκτασης. Στον δυτικό τομέα του κεντρικού δήμου, η πολυετής καθυστέρηση στη ρυμοτόμηση των Λαχανόκηπων αποτελεί ανοικτή πληγή: μία τεράστια έκταση δίπλα στο κέντρο της πόλης, με μελέτη από το 2018 και με προεδρικό διάταγμα ΓΠΣ από το 2023, παραμένει ανεκμετάλλευτη, εις βάρος της κοινωνίας, της τοπικής οικονομικής ανάπτυξης και της δημόσιας υγείας.

Η χώρα χρειάζεται επειγόντως γενναία πολεοδομική πολιτική. Στις πλέον πυκνοδομημένες γειτονιές Αθήνας και Θεσσαλονίκης απαιτείται μεγαλύτερη αύξηση του ύψους δόμησης με μείωση κάλυψης, κατεδαφίσεις παλαιών τετραγώνων για πλατείες και χώρους στάθμευσης, ριζική αναθεώρηση της νομοθεσίας περί διατηρητέων και τολμηρά μέτρα κατά της πολυϊδιοκτησίας· εκ των πραγμάτων, ή θα συντηρούνται τα παλιά ακίνητα, ή θα πωλούνται. Διαφορετικά, ολόκληρες αστικές ζώνες θα συνεχίσουν να υποβαθμίζονται, εις βάρος και όσων ακινήτων διατηρούνται σε αξιοπρεπή κατάσταση.

Η προσιτή στέγη δεν είναι ένα συνηθισμένο τεχνικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα αξιοπρέπειας και κοινωνικής συνοχής. Όταν λοιπόν η Ένωση προχωρά σε συλλογική στρατηγική, η Ελλάδα δεν επιτρέπεται να αρκείται σε ημίμετρα. Απαιτείται σοβαρή πολιτική βούληση για να καταστεί η στέγη προσιτό προνόμιο, και για να γίνουν οι πόλεις μας πιο βιώσιμες.