Το σβήσιμο της κακοδιαχείρισης μετά από έμπρακτη μετάνοια
Επιτρέποντας απαλλαγή από την ποινή με επιστροφή χρημάτων, ο Ποινικός Κώδικας του 2019 απαξιώνει το κύρος της δικαιοσύνης και του κράτους.
Σύμφωνα με χθεσινό ρεπορτάζ, αθωώθηκε από το Εφετείο πρώην μέλος της διοίκησης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΔΣΘ) για υπόθεση κακοδιαχείρισης, συνδεδεμένης με δαπάνες για αγορά αντισηπτικών κατά την περίοδο της πανδημίας. Ο δικηγόρος αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας· ως έμπρακτη μετάνοια εδώ θεωρείται η επιστροφή των απολεσθέντων χρημάτων.
Θεσσαλονίκη: Αθωώθηκε πρώην μέλος της διοίκησης του Δικηγορικού Συλλόγου για υπόθεση κακοδιαχείρισης
Η εν λόγω δικαστική απόφαση είναι φυσικά απολύτως νόμιμη, βάσει ρύθμισης στον –πολυσυζητημένο– Ποινικό Κώδικα του 2019. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, το αξιόποινο εγκλημάτων όπως η απάτη, η υπεξαίρεση και η απιστία εξαλείφεται πλήρως αν ο υπαίτιος επιστρέψει το σύνολο των χρημάτων εντόκως. Εάν μάλιστα ο δράστης συμβιβαστεί γρήγορα, η υπόθεση δεν φτάνει καν στο ακροατήριο. Μετά το 2025, η χρήση του ευεργετήματος κατέστη κάπως δυσκολότερη σε περιπτώσεις κακουργημάτων, όταν δηλαδή η συνολική αξία υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, όμως και πάλι… συμφέρει.
Επί μνημονίων, οι ατασθαλίες στο Δημόσιο κυνηγήθηκαν όσο ποτέ άλλοτε. Η αιτία ήταν απλή: τα κρατικά ταμεία ήταν άδεια, οι πολίτες στέναζαν από την υπερφορολόγηση, ενώ τα εισοδήματά τους κατέρρεαν· άρα η εξεύρεση αποδιοπομπαίων τράγων ήταν αναγκαία. Με προεξάρχοντα τον Άκη Τσοχατζόπουλο, πολλοί μιζαδόροι και καταχραστές βρέθηκαν τότε στη φυλακή. Ωστόσο, οι κυβερνώντες ενδιαφέρονταν περισσότερο για τα δημόσια έσοδα παρά για την τιμωρία των υπευθύνων, και οι φυλακίσεις από μόνες τους αύξαναν μόνο τα έξοδα. Αφού λοιπόν τιμωρήθηκαν παραδειγματικά μερικοί επώνυμοι, καθιερώθηκε η δυνατότητα απαλλαγής από την ποινή μετά από «έμπρακτη μετάνοια».
Με απλά λόγια, έχει καθιερωθεί η δυνατότητα των εχόντων να μην τιμωρούνται για οικονομικά εγκλήματα, ακόμη και βαριά. Εάν προσθέσουμε σε τούτο το νομικό καθεστώς και την προστασία προσωπικών δεδομένων, αγγίζουμε την… τελειότητα: παρά την αποδοχή της ενοχής του, ο δράστης δεν κινδυνεύει ούτε από κοινωνικό στιγματισμό. Εφόσον πρόκειται για οικονομικά εγκλήματα, ο κοινωνικός στιγματισμός είναι ιδιαίτερα κρίσιμος, διότι αφορά την εμπιστοσύνη. Και, ως γνωστόν, η εμπιστοσύνη στην ακεραιότητα κάποιου αποτελεί άυλο κεφάλαιο σημαντικής αξίας.
Το ισχύον καθεστώς δεν επιτρέπεται να διαιωνίζεται επ’ αόριστον. Αντίθετα, είναι ένα από τα λίγα μνημονιακά μέτρα των οποίων η κατάργηση είναι απολύτως επιβεβλημένη. Οι οικονομικές συναλλαγές βασίζονται στην καλή πίστη, όμως αυτή υπονομεύεται όταν η κακοπιστία μένει ατιμώρητη επειδή ο ένοχος διαθέτει δυνατότητα αποζημίωσης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το ότι οι Αμερικανοί τιμωρούν τα εγκλήματα κατά της περιουσίας βαρύτερα κι από ορισμένα εγκλήματα κατά της ζωής. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να υπάρχει σοβαρή πειθαρχία στον κρατικό μηχανισμό ενόσω επικρατεί έμπρακτη ανοχή σε τέτοιες πράξεις. Ως έχουν σήμερα, οι σχετικές ρυθμίσεις του Νόμου 4619/2019 απαξιώνουν το κύρος της δικαιοσύνης και του κράτους.