Τι κέρδισε ο Μητσοτάκης στον ΟΗΕ και το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η παρέμβαση στο Συμβούλιο Ασφαλείας ανέδειξε τις δυνατότητες της ελληνικής διπλωματίας και τη σημασία των διεθνών συμμαχιών
Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις 29 Οκτωβρίου, συνέπεσε με μια κρίσιμη εξέλιξη για την Ανατολική Μεσόγειο. Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 επανέφερε στο προσκήνιο μια συμφωνία που η Αθήνα θεωρεί αντίθετη προς το Δίκαιο της Θάλασσας. Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να απαντήσει αξιοποιώντας τη συγκυρία της ελληνικής προεδρίας, τις ευρωπαϊκές τοποθετήσεις και τη διεθνή συζήτηση για τη θαλάσσια ασφάλεια.
Αυτή η επιλογή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή το ζητούμενο δεν εξαντλείται στη δημόσια αμφισβήτηση της συμφωνίας Άγκυρας και Τρίπολης. Η Ελλάδα χρειάζεται να περιορίσει τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειές της, να αποτρέψει τη δημιουργία τετελεσμένων και να διαμορφώσει συνθήκες για μια μελλοντική συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη. Η ομιλία του πρωθυπουργού μπορεί να εξεταστεί ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας, με συγκεκριμένα πλεονεκτήματα αλλά και εμφανείς περιορισμούς.
Από την ελληνοτουρκική διαφορά στο διεθνές ακροατήριο
Η επιλογή της θεματολογίας του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν ήταν αδιάφορη. Η συζήτηση για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια αφορούσε την προστασία της ναυσιπλοΐας, τις κυβερνοεπιθέσεις, τα μη επανδρωμένα συστήματα και τις υποθαλάσσιες υποδομές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Μητσοτάκης ενέταξε το Τουρκολιβυκό ως παράδειγμα αμφισβήτησης των κανόνων που διέπουν τις θάλασσες.
Η πολιτική σημασία βρίσκεται στη μετατόπιση του πλαισίου. Για κράτη που δεν εμπλέκονται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τα ζητήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί να εμφανίζονται ως μια ακόμη διαφωνία μεταξύ γειτόνων. Αντίθετα, η προστασία του διεθνούς εμπορίου, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η εφαρμογή κοινών κανόνων ενδιαφέρουν πολύ ευρύτερο αριθμό χωρών. Η Αθήνα επιχείρησε να αναδείξει ότι οι αυθαίρετες θαλάσσιες διεκδικήσεις επηρεάζουν και κράτη που δεν εμπλέκονται άμεσα σε αυτές.
Ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε μάλιστα έναν χάρτη για να καταστήσει σαφές το ελληνικό επιχείρημα: η χάραξη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης αντιμετωπίζει την Κρήτη, τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κάσο σαν να μην παρεμβάλλονται γεωγραφικά. Η εικόνα αυτή έχει επικοινωνιακή δύναμη, επειδή αποτυπώνει μια σύνθετη νομική αντιπαράθεση με τρόπο άμεσα κατανοητό. Δεν αποδεικνύει από μόνη της το ακριβές όριο μιας υφαλοκρηπίδας, αλλά εξηγεί γιατί η Ελλάδα θεωρεί ότι θίγονται τα δικαιώματά της.
Η κυβέρνηση αξιοποίησε έτσι ένα σημαντικό θεσμικό πλεονέκτημα. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας κατά τη διετία 2025-2026 και η προεδρία του Οκτωβρίου προσέφεραν δυνατότητες παρέμβασης που δεν υπάρχουν σε κάθε διπλωματική συγκυρία. Η αξία τους βρίσκεται κυρίως στη δυνατότητα διαμόρφωσης της διεθνούς συζήτησης και προσέλκυσης της προσοχής κρατών με διαφορετικές γεωπολιτικές προτεραιότητες.
Η νομική βάση και η αξία των συμμαχιών
Η ελληνική θέση στηρίζεται στην αρχή ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη και ότι μια συμφωνία δύο κρατών δεν μπορεί να καταργήσει δικαιώματα τρίτου. Το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει, βεβαίως, ότι η τελική οριοθέτηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις σχετικές περιστάσεις. Άλλο η αναγνώριση θαλάσσιων δικαιωμάτων και άλλο η επήρεια κάθε νησιού σε μια συγκεκριμένη οριοθέτηση. Αυτή η διάκριση δεν αποδυναμώνει την ελληνική επιχειρηματολογία. Την καθιστά ακριβέστερη και περισσότερο πειστική στο διεθνές περιβάλλον.
Η κυβέρνηση δεν προσήλθε στη Νέα Υόρκη χωρίς διπλωματικά ερείσματα. Η συμφωνία Ελλάδας και Αιγύπτου το 2020, η σταθερή ευρωπαϊκή αντίθεση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι περιφερειακές συνεργασίες συνθέτουν ένα πλαίσιο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί η περαιτέρω διεθνοποίηση. Η τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 21 Οκτωβρίου υπήρξε σαφής: η επικύρωση από την ανατολική Λιβύη δεν μεταβάλλει τη θέση της ότι το μνημόνιο δεν παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.
Ακόμη σημαντικότερη ήταν η κοινή δήλωση της 26ης Οκτωβρίου στον ΟΗΕ από Ελλάδα, Κύπρο, Αίγυπτο, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμμετοχή αραβικών κρατών επέτρεψε στο ελληνικό επιχείρημα να αποκτήσει περιφερειακή διάσταση. Δεν πρόκειται για αυτόματη αποδοχή όλων των ελληνικών θέσεων, αλλά για συγκεκριμένη σύγκλιση απέναντι σε μια συμφωνία που δημιουργεί ανησυχίες για τη σταθερότητα. Η συνέπεια των ελληνικών επαφών τα προηγούμενα χρόνια αποδίδει εδώ χειροπιαστό διπλωματικό κεφάλαιο.
Αυτή η εξέλιξη προσφέρει στην κυβέρνηση ένα πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της πολιτικής των περιφερειακών συνεργασιών. Οι διακρατικές σχέσεις αποκτούν ιδιαίτερη χρησιμότητα όταν μπορούν να υποστηρίξουν κοινές πρωτοβουλίες σε περιόδους έντασης. Προϋπόθεση, ωστόσο, παραμένει η διατήρηση αυτών των συνεργασιών πέρα από τις εκάστοτε συγκυριακές συμπτώσεις συμφερόντων.
Η ενέργεια διευρύνει το πεδίο της αντιπαράθεσης
Η ανάδειξη του Τουρκολιβυκού στην παρούσα συγκυρία συνδέεται και με την ενεργειακή προοπτική της Ανατολικής Μεσογείου. Οι έρευνες υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης, το ενδιαφέρον μεγάλων διεθνών επιχειρήσεων και τα σχέδια ηλεκτρικής και ψηφιακής διασύνδεσης καθιστούν τη νομική ασφάλεια των θαλάσσιων δραστηριοτήτων περισσότερο ουσιαστικό ζήτημα. Η εμπλοκή οικονομικών συμφερόντων δεν επιλύει τη διαφορά, επηρεάζει όμως τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζουν κυβερνήσεις και επενδυτές.
Στην αποκλειστική συνέντευξή του στο Reuters, ο Μητσοτάκης συνέδεσε ευθέως την απόρριψη του μνημονίου με τη συνέχιση των ερευνών νοτίως της Κρήτης και κάλεσε τη Λιβύη να συζητήσει απευθείας την οριοθέτηση με την Ελλάδα. Η παρέμβαση αφορούσε τη νομική θέση της Αθήνας και την πρόθεση να συνεχιστούν δραστηριότητες που η κυβέρνηση θεωρεί ότι ασκούνται νόμιμα.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός μίλησε για την ανάγκη προστασίας της εμπορικής ναυτιλίας στη Μαύρη Θάλασσα, μετά την επίθεση εναντίον ελληνόκτητου πλοίου, και ζήτησε ισχυρότερη ευρωπαϊκή παρουσία στην Ερυθρά Θάλασσα μέσω της επιχείρησης «Ασπίδες». Αυτές οι αναφορές διεύρυναν το περιεχόμενο της ελληνικής παρουσίας. Έφεραν στο προσκήνιο έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει αντικειμενικό διεθνές βάρος, χάρη στον εμπορικό της στόλο και στη γεωγραφική της θέση.
Η σύνδεση του Τουρκολιβυκού με τη θαλάσσια ασφάλεια και τις ενεργειακές υποδομές διευρύνει τα περιθώρια διεθνούς κινητοποίησης. Η Αθήνα μπορεί να αναζητήσει υποστήριξη από εταίρους που ενδιαφέρονται για την ασφάλεια των επενδύσεων και την προστασία των εμπορικών διαδρομών. Το κρίσιμο είναι αυτές οι κοινές επιδιώξεις να αποκτήσουν συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η διεθνής απήχηση και η τουρκική αντίδραση
Η κάλυψη από τα διεθνή μέσα ανέδειξε κυρίως αυτή τη διπλή διάσταση. Το Reuters παρουσίασε την ελληνική αντίθεση στο Τουρκολιβυκό, αλλά έδωσε εξίσου σημασία στην πρόταση για προστασία της ναυσιπλοΐας στη Μαύρη Θάλασσα και στην ευρωπαϊκή αποστολή «Ασπίδες». Το Euronews κάλυψε την κοινή δήλωση των έξι πλευρών κατά του μνημονίου. Αντίθετα, η ειδησεογραφική υπηρεσία του ΟΗΕ επικεντρώθηκε περισσότερο στις τεχνολογικές απειλές για τις θαλάσσιες μεταφορές, που αποτελούσαν άλλωστε το επίσημο αντικείμενο της συνεδρίασης.
Αυτή η διαφοροποίηση έχει σημασία για την αποτίμηση. Η διεθνής δημοσιότητα επέτρεψε στην ελληνική επιχειρηματολογία να φθάσει πέρα από το εγχώριο ακροατήριο. Δεν σημαίνει όμως ότι τα διεθνή μέσα υιοθέτησαν συλλογικά την ελληνική νομική θέση ή ότι η ομιλία μετέβαλε από μόνη της τους διπλωματικούς συσχετισμούς.
Ενδεικτική ήταν η άμεση αντίδραση του Τούρκου πρέσβη στον ΟΗΕ, Αχμέτ Γιλντίζ. Υποστήριξε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν αποτελεί δικαστήριο θαλάσσιων οριοθετήσεων και υπερασπίστηκε τη συμφωνία με τη Λιβύη. Η Άγκυρα επιχειρεί να διατηρήσει το μνημόνιο ως διαπραγματευτικό και πολιτικό δεδομένο, προβάλλοντας τη δική της ερμηνεία του διεθνούς δικαίου. Η απάντησή της επιβεβαίωσε ότι η ελληνική παρέμβαση έφερε την αντιπαράθεση σε ανοιχτή διεθνή συζήτηση, χωρίς αυτό να ισοδυναμεί με θεσμική επίλυση της διαφοράς.
Το όριο της επιρροής και το επόμενο βήμα
Η δυσκολότερη δοκιμασία ήρθε μόλις μία ημέρα αργότερα. Στις 30 Οκτωβρίου, η Ελλάδα απείχε από την ψηφοφορία για την ανανέωση της αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στη Λιβύη, παρότι η απόφαση εγκρίθηκε με δεκατρείς ψήφους υπέρ. Η Αθήνα είχε επιδιώξει να περιληφθεί αναφορά στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Δικαίου της Θάλασσας. Οι επιφυλάξεις της Κίνας και τριών αφρικανικών κρατών οδήγησαν στην αποδυνάμωση της διατύπωσης.
Η εξέλιξη φωτίζει το βασικό όριο της στρατηγικής. Η δημόσια προβολή ενός ζητήματος μπορεί να συναντά ευρύτερη ανταπόκριση από την προσπάθεια να εγγραφεί η επιθυμητή θέση σε μια απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Πολλά κράτη αντιμετωπίζουν τη Λιβύη κυρίως μέσα από την πολιτική της σταθεροποίηση και δεν επιθυμούν να επιβαρυνθεί η σχετική διαδικασία με διαφωνίες για θαλάσσιες ζώνες. Η αποχή μπορεί να εξηγηθεί ως άρνηση αποδοχής ενός κειμένου κατώτερου των ελληνικών επιδιώξεων. Δεν αναιρεί όμως την ανάγκη για περισσότερη διπλωματική προετοιμασία και αναζήτηση συναινέσεων.
Εξίσου απαιτητική είναι η κατάσταση στη Λιβύη. Η έγκριση του μνημονίου από την ανατολική Βουλή συνιστά δυσμενή πολιτική εξέλιξη, επειδή η τουρκική διπλωματία διεύρυνε τη στήριξη σε μια συμφωνία που το ίδιο κέντρο εξουσίας προηγουμένως απέρριπτε. Η ελληνική κυβέρνηση χρειάζεται να διατηρήσει επαφή με τις διαφορετικές λιβυκές πλευρές και να ενισχύσει την προοπτική απευθείας ελληνολιβυκής οριοθέτησης. Η νομική επιχειρηματολογία αποκτά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα όταν συνοδεύεται από συνεχή διπλωματική παρουσία.
Η ελληνική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027 προσφέρει μια πρόσθετη ευκαιρία για πρωτοβουλίες στη θαλάσσια ασφάλεια, στην προστασία κρίσιμων υποδομών και στη συνεργασία με τις χώρες της περιοχής. Η προοπτική αυτή απαιτεί συγκεκριμένες προτάσεις και σταθερή συνεννόηση με εταίρους που έχουν διαφορετικές προτεραιότητες.
Η παρουσία Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη ανέδειξε την αξιοποίηση του διεθνούς θεσμικού ρόλου της Ελλάδας και των δικτύων συνεργασίας που διαθέτει για την υποστήριξη μιας εθνικής θέσης. Η αποτίμηση, ωστόσο, δεν μπορεί να σταματήσει στη δύναμη μιας ομιλίας ή στην προβολή ενός χάρτη. Το πραγματικό μέτρο θα είναι αν η διεθνοποίηση περιορίσει την πρακτική επιρροή του Τουρκολιβυκού, προστατεύσει τις νόμιμες ελληνικές δραστηριότητες και δημιουργήσει περιθώρια συμφωνίας με τη Λιβύη. Σε αυτό το πεδίο θα κριθεί η συνέχεια της διπλωματικής πρωτοβουλίας.