Τι κάνει η Ευρώπη για τη στέγη και τι δεν κάνει η Ελλάδα

Τι κάνει η Ευρώπη για τη στέγη και τι δεν κάνει η Ελλάδα
Unsplash

Το στεγαστικό πρόβλημα δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Είναι ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μαζική συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα, την αλλαγή του τρόπου ζωής, την κινητικότητα της εργασίας και την αυξημένη ζήτηση κατοικίας σε πόλεις που λειτουργούν ως οικονομικοί και κοινωνικοί πόλοι. Από το Βερολίνο μέχρι τη Βαρκελώνη και από το Παρίσι μέχρι τη Λισαβόνα, οι μεγάλες πόλεις πιέζονται στεγαστικά και οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να απαντήσουν.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας πενταετίας, τα ενοίκια στις δύο πόλεις έχουν αυξηθεί σωρευτικά πάνω από 30%, με ορισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας να καταγράφουν αυξήσεις που αγγίζουν ή και ξεπερνούν το 40%. Την ίδια στιγμή, οι τιμές αγοράς κατοικιών έχουν ακολουθήσει αντίστοιχη πορεία, καθιστώντας την απόκτηση σπιτιού σχεδόν αδύνατη για τη μεγάλη πλειονότητα των νέων νοικοκυριών. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οι μισθοί δεν έχουν ακολουθήσει την ίδια ανοδική τροχιά, με αποτέλεσμα ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό του εισοδήματος να κατευθύνεται αποκλειστικά στη στέγαση.

Η Ελλάδα καταγράφει σήμερα το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Περίπου το 28% του πληθυσμού δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται κάτω από το 9%. Για τους ενοικιαστές, το πρόβλημα είναι ακόμη εντονότερο: σχεδόν ένας στους τρεις βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής ασφυξίας λόγω στέγης. Πρόκειται για ένα στοιχείο που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών· η στέγη στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ακριβή, είναι κοινωνικά μη βιώσιμη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύγκριση στο πεδίο της ιδιοκατοίκησης. Η Ελλάδα παραδοσιακά θεωρούνταν «χώρα ιδιοκτητών», ωστόσο το ποσοστό ιδιοκατοίκησης έχει μειωθεί σημαντικά και πλέον βρίσκεται περίπου στο 69%, πολύ κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ. Η διαφορά δεν είναι πια ποσοτική, αλλά ποιοτική: στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η χαμηλότερη ιδιοκατοίκηση αντισταθμίζεται από ισχυρές πολιτικές κοινωνικής κατοικίας και ρυθμισμένες αγορές ενοικίων. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αποδυνάμωση της ιδιοκτησίας δεν συνοδεύτηκε από καμία ουσιαστική εναλλακτική.

Το πιο χαρακτηριστικό έλλειμμα της ελληνικής στεγαστικής πολιτικής είναι η σχεδόν πλήρης απουσία κοινωνικής κατοικίας. Ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κοινωνικής στέγης κυμαίνεται στο 9% του συνολικού αποθέματος – με χώρες όπως η Ολλανδία και η Αυστρία να ξεπερνούν το 20% – η Ελλάδα βρίσκεται πρακτικά στο μηδέν. Δεν υπάρχει οργανωμένο σύστημα δημόσιας ή μη κερδοσκοπικής κατοικίας, ούτε μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για τη στέγαση ευάλωτων ομάδων, νέων ή εργαζομένων χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Οι αιτίες της κρίσης είναι πολλαπλές: ραγδαία εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, επενδυτική πίεση στην αγορά ακινήτων, υψηλό κόστος κατασκευής, περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα και, κυρίως, κρατική απουσία. Η αγορά αφέθηκε να λειτουργήσει χωρίς ουσιαστικούς κανόνες σε ένα περιβάλλον αυξημένης ζήτησης και χαμηλής προσφοράς, με το κοινωνικό κόστος να μετακυλιέται εξ ολοκλήρου στους πολίτες.

Η αντιμετώπιση του στεγαστικού δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε αποσπασματικά επιδόματα. Απαιτείται μια συνεκτική κοινωνική πολιτική στέγασης, έστω και με πιλοτικές εφαρμογές. Η δημιουργία κοινωνικών κατοικιών μέσω αξιοποίησης δημόσιων ακινήτων, η ρύθμιση των ενοικίων σε περιοχές υψηλής πίεσης, ο ουσιαστικός έλεγχος των βραχυχρόνιων μισθώσεων και τα κίνητρα για ανακαίνιση και διάθεση κενών κατοικιών αποτελούν ρεαλιστικές και δοκιμασμένες λύσεις στην Ευρώπη. Παράλληλα, απαιτείται στοχευμένη στήριξη των νέων και των ευάλωτων ομάδων, όχι ως φιλανθρωπία αλλά ως επένδυση στην κοινωνική συνοχή.

Το στεγαστικό δεν είναι απλώς ένα ακόμη πρόβλημα της αγοράς. Είναι ο καθρέφτης μιας πολιτείας που άργησε να καταλάβει ότι η στέγη δεν μπορεί να λειτουργεί μόνο με όρους real estate. Όσο η κατοικία αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως κοινωνικό αγαθό, τόσο η απόσταση ανάμεσα σε όσους «έχουν» και όσους απλώς επιβιώνουν θα μεγαλώνει. Η Ευρώπη έχει ήδη δείξει μερικώς τον δρόμο. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν λύσεις, αλλά αν υπάρχει η πολιτική βούληση να εφαρμοστούν πριν η στέγη γίνει οριστικά προνόμιο και όχι δικαίωμα.