Θεσσαλονίκη, η πόλη όπου τις τελευταίες ημέρες η τοξικότητα συνάντησε τη βία
Η δολοφονική εμπρηστική επίθεση κατά στελεχών της Νέας Δημοκρατίας με νεκρή τη Βάγια Νέστορα και η πρόσφατη αντισημιτική «περιπολία» του Ρουβίκωνα, συνθέτουν μια ανησυχητική εικόνα βίαιης κλιμάκωσης στην πόλη, η οποία φτάνει να αφορά ολόκληρη τη δημοκρατία
Η τραγωδία που εκτυλίχθηκε στη Θεσσαλονίκη με τη δολοφονική εμπρηστική επίθεση κατά κατοικιών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, η οποία οδήγησε στον θάνατο της Βάγιας Νέστορα, αποτελεί ένα γεγονός που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ενός ακόμη σοβαρού τρομοκρατικού εγκλήματος. Η απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής εξαιτίας μιας συντονισμένης πολιτικά στοχευμένης επίθεσης μεταβάλλει ποιοτικά τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη βία και αναγκάζει την κοινωνία να επανεξετάσει βεβαιότητες που για χρόνια διατηρούνταν σχεδόν αδιαμφισβήτητες.
Η Ελλάδα γνώρισε στο παρελθόν τη δράση οργανωμένων τρομοκρατικών οργανώσεων και πλήρωσε βαρύ τίμημα. Και ο βίαιος αντιπολιτικός λόγος κορυφώθηκε στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, είχε διαμορφωθεί η εντύπωση ότι οι επιθέσεις με γκαζάκια και οι εμπρηστικές ενέργειες ανήκαν σε μια διαφορετική κατηγορία πολιτικής βίας, η οποία συχνά περιγραφόταν ως «χαμηλής έντασης». Η αντίληψη αυτή κατέρρευσε μέσα σε λίγα λεπτά, όταν μια πολυκατοικία μετατράπηκε σε πύρινη παγίδα και μια γυναίκα έχασε τη ζωή της επειδή κάποιοι αποφάσισαν να επιτεθούν σε σπίτια τοπικών πολιτικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας.
Το ερώτημα που αναδύεται πλέον αφορά το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιούνται τέτοιες ενέργειες. Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί αποκλειστικά στους φυσικούς αυτουργούς, όσο αυτονόητη και αν είναι η ανάγκη να εντοπιστούν και να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη. Η πολιτική επιστήμη έχει αναδείξει επανειλημμένα ότι η τρομοκρατική βία δεν αναπτύσσεται σε κοινωνικό κενό. Προϋποθέτει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο πολιτικός αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως συμμέτοχος στην ίδια δημοκρατική κοινότητα και αρχίζει να παρουσιάζεται ως φορέας μιας συλλογικής ενοχής.
Η Θεσσαλονίκη ως πεδίο συμβολικής σύγκρουσης
Η Θεσσαλονίκη έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που την καθιστούν ιδιαίτερο χώρο εκδήλωσης φαινομένων βιας. Είναι το δεύτερο αστικό κέντρο της χώρας, με ιδιαιτερότητες και πολιτιστικά χαρακτηριστικά που ανάγονται σε εθνικιστικές, ρατσιστικές, θρησκευτικές ή και οπαδικές αναφορές, που ανά περιόδους τροφοδοτούσαν τη βία. Πλέον δε, παρουσιάζεται και μια λογική λειτουργίας υποκαταστημάτων βίας, μεταφερόμενης από την Αθήνα.
Η χρονική σύμπτωση ανάμεσα στη δημόσια αντισημιτική δράση του Ρουβίκωνα στη Θεσσαλονίκη και στη δολοφονική εμπρηστική επίθεση εναντίον στελεχών της Νέας Δημοκρατίας προφανώς από μόνη της δεν αρκεί βέβαια για να τεκμηριώσει επιχειρησιακή ή οργανωτική σύνδεση. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν διαφορετικές υποθέσεις και η έρευνα θα αποδώσει τις ευθύνες εκεί όπου πραγματικά ανήκουν.
Υπάρχει, όμως, ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο που αξίζει να αναλυθεί. Η Θεσσαλονίκη βρέθηκε μέσα σε λίγες ημέρες στο επίκεντρο δύο γεγονότων με κοινό χαρακτηριστικό τη στοχοποίηση ανθρώπων εξαιτίας μιας συλλογικής τους ταυτότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η δημόσια παρουσία του Ρουβίκωνα απέναντι σε εβραϊκού ενδιαφέροντος σημεία της πόλης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και άνοιξε μια συζήτηση γύρω από τα όρια ανάμεσα στον ακτιβισμό και στον εκφοβισμό. Στη δεύτερη περίπτωση, οι κατοικίες κομματικών στελεχών μετατράπηκαν σε στόχους οργανωμένης εμπρηστικής επίθεσης, με αποτέλεσμα να χαθεί μια ανθρώπινη ζωή.
Η κοινή συνισταμένη αυτών των περιστατικών δεν βρίσκεται απλά στην ταυτότητα των δραστών, αλλά στην ίδια τη λογική της συλλογικής στοχοποίησης. Όταν ο άνθρωπος παύει να αξιολογείται ως πρόσωπο και αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εκπρόσωπος μιας ομάδας, είτε αυτή είναι πολιτική είτε θρησκευτική είτε εθνική, η δημοκρατική σχέση ανάμεσα στους πολίτες αρχίζει να διαβρώνεται. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο εκφοβισμός αποκτά χαρακτηριστικά ολοκληρωτικής πολιτικής πρακτικής.
Από την τοξική πόλωση στη νομιμοποίηση της βίας
Έχει αποδειχτεί ιστορικά πως η μετάβαση προς τη βία σπάνια πραγματοποιείται απότομα. Προηγείται συνήθως μια περίοδος κατά την οποία μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται ο πολιτικός αντίπαλος. Η πολιτική διαφωνία υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνει μια συνολική ηθική απαξίωση. Οι πολιτικοί παρουσιάζονται συλλήβδην ως διεφθαρμένοι, τα κόμματα ως μηχανισμοί που στερούνται κάθε νομιμοποίησης και οι δημοκρατικοί θεσμοί ως εμπόδια που αξίζει να παρακαμφθούν.
Η ρητορική αυτή δεν παράγει αυτομάτως τρομοκρατία. Διαμορφώνει, όμως, ένα κλίμα μέσα στο οποίο η βία μπορεί να γίνει περισσότερο ανεκτή από μια μικρή μειοψηφία, η οποία αντιλαμβάνεται ότι οι πράξεις της δεν θα προκαλέσουν την καθολική κοινωνική αποδοκιμασία που θα συναντούσαν υπό διαφορετικές συνθήκες.
Η εμπειρία της μεταπολίτευσης προσφέρει αρκετά παραδείγματα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα μέρος της δημόσιας συζήτησης αντιμετώπιζε ορισμένες μορφές πολιτικής βίας ως σχεδόν αναμενόμενες εκδηλώσεις κοινωνικής αντίδρασης. Οι επιθέσεις με γκαζάκια, οι βανδαλισμοί και οι εμπρησμοί συχνά περιγράφονταν με όρους που υποβάθμιζαν την πραγματική επικινδυνότητά τους. Η ανθρώπινη ζωή, όμως, υπενθυμίζει πάντοτε τα φυσικά της όρια. Μια εμπρηστική επίθεση σε κατοικημένη πολυκατοικία περιέχει εξαρχής σοβαρό κίνδυνο θανάτου και η χθεσινή τραγωδία στη Θεσσαλονίκη το απέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο.
Η ευθύνη του πολιτικού λόγου
Η δημοκρατία δεν απαιτεί ομοφωνία- αντίθετα ενισχύει τον διάλογο και τη πολιτική σύγκρουση. Προϋποθέτει, όμως, μια κοινή συμφωνία γύρω από τα μέσα με τα οποία διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση. Όταν η γλώσσα μετατρέπεται σε εργαλείο συνεχούς απονομιμοποίησης του αντιπάλου, η δημόσια ζωή αποκτά χαρακτηριστικά σύγκρουσης χωρίς όρια.
Στην Ελλάδα έχει διατυπωθεί επί σειρά ετών κριτική ότι απέναντι στη βία του αντιεξουσιαστικού χώρου αναπτύχθηκε μια στάση μεγαλύτερης επιείκειας από τμήματα της Αριστεράς. Η κριτική αυτή αφορά κυρίως τη σχετικοποίηση ενεργειών που παρουσιάζονταν ως συμβολικές ή περιορισμένης έντασης, παρότι χρησιμοποιούσαν μέσα τα οποία μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές συνέπειες.
Το ουσιαστικό ζήτημα αφορά τη συνέπεια. Η δημοκρατική κοινωνία χρειάζεται έναν κοινό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο κάθε μορφή πολιτικής βίας απορρίπτεται ανεξάρτητα από την ιδεολογική της προέλευση. Η επιλεκτική ευαισθησία αποδυναμώνει τη συλλογική άμυνα της δημοκρατίας και αφήνει περιθώρια σε ακραίες ομάδες να θεωρούν ότι μπορούν να βρουν κοινωνικά ερείσματα ή ιδεολογικές δικαιολογίες.
Η ίδια απαίτηση ισχύει για ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Η καταδίκη της βίας οφείλει να είναι σταθερή, καθολική και ανεξάρτητη από την ταυτότητα των θυμάτων ή των δραστών, επειδή η αξία της ανθρώπινης ζωής και η προστασία της πολιτικής ελευθερίας αποτελούν θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Η απάντηση μιας ώριμης δημοκρατίας
Το ελληνικό κράτος έχει καθήκον να εντοπίσει τους υπεύθυνους της δολοφονικής επίθεσης και να εξαντλήσει κάθε νόμιμο μέσο για την τιμωρία τους. Η αποτελεσματικότητα των διωκτικών αρχών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προστασία της κοινωνίας και για την εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας.
Παράλληλα, η εμπειρία δείχνει ότι η ποινική αντιμετώπιση από μόνη της δεν αρκεί. Η τρομοκρατία αποδυναμώνεται ουσιαστικά όταν απομονώνεται κοινωνικά, όταν στερείται κάθε μορφής πολιτικής ή ηθικής νομιμοποίησης και όταν η δημόσια συζήτηση παύει να αναζητά εξηγήσεις που μετατρέπονται σε δικαιολογίες.
Η Θεσσαλονίκη μπορεί να εξελιχθεί σε σημείο καμπής για τον δημόσιο διάλογο γύρω από την πολιτική βία. Η τρομοκρατική επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα κατέδειξε ότι η υποτίμηση της επικινδυνότητας των εμπρηστικών επιθέσεων ανήκει πλέον στο παρελθόν. Η δημοκρατία καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό της μέσα από τη λειτουργία των θεσμών, την εφαρμογή του νόμου και την αδιαπραγμάτευτη αποδοκιμασία κάθε μορφής βίας που επιδιώκει να αντικαταστήσει τον πολιτικό διάλογο με τον φόβο. Εκεί βρίσκεται η ουσιαστική απάντηση απέναντι σε όσους επιχειρούν να μετατρέψουν την πολιτική αντιπαράθεση σε πεδίο τρομοκρατίας.