Συνταγματική αναθεώρηση και νέα πολιτική κατεύθυνση
Μεταρρύθμιση, συναίνεση και οι νέες διαιρέσεις που προκύπτουν
Η συζήτηση που ανοίγει γύρω από τη συνταγματική αναθεώρηση, με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να παρουσιάζει ένα συνεκτικό πλαίσιο αλλαγών, σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια θεσμική πρωτοβουλία.
Αποτελεί απόπειρα επαναχάραξης της πολιτικής ατζέντας, με σαφή μετατόπιση από τη γενικευμένη αμφισβήτηση προς τη διατύπωση κατεύθυνσης. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, τίθεται στο τραπέζι ένα οργανωμένο σχέδιο για το πού μπορεί να κινηθεί η χώρα σε επίπεδο κράτους, παιδείας και λογοδοσίας, σε μια συγκυρία όπου η κοινωνία εμφανίζει έντονη κόπωση απέναντι στη στασιμότητα και αναζητά πιο καθαρές απαντήσεις.
Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία. Μετά από δεκαπέντε χρόνια διαδοχικών κρίσεων, από τη δημοσιονομική κατάρρευση έως την πανδημία και τη γεωπολιτική αστάθεια, έχει παγιωθεί μια διάχυτη αίσθηση θεσμικής κόπωσης. Σε αυτό το περιβάλλον ενισχύεται η ανάγκη για προβλέψιμο κράτος, σαφείς κανόνες και αίσθηση προόδου. Η κυβερνητική πλειοψηφία επιχειρεί να ανταποκριθεί σε αυτή την απαίτηση προβάλλοντας τη συνταγματική αναθεώρηση ως εργαλείο που συνδέει τη λειτουργικότητα του Δημοσίου, τη διαρκή αξιολόγηση, την αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης και τη λογοδοσία της εξουσίας σε ένα ενιαίο μεταρρυθμιστικό αφήγημα, το οποίο λαμβάνει υπόψη και τις νέες προκλήσεις της εποχής, από την τεχνητή νοημοσύνη έως την κλιματική κρίση.
Η επιλογή αυτή διαθέτει σαφή θεσμική λογική. Η Ελλάδα εξακολουθεί να φέρει δομικά χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης, τα οποία σχεδιάστηκαν σε συνθήκες βαθιάς καχυποψίας απέναντι στην εκτελεστική εξουσία. Το αποτέλεσμα υπήρξε ένα Σύνταγμα με ισχυρές εγγυήσεις, αλλά και με περιορισμένη προσαρμοστικότητα σε μια οικονομία που μεταβάλλεται γρήγορα και σε κοινωνικές ανάγκες που διαφοροποιούνται. Η επικαιροποίηση αυτού του πλαισίου, όταν γίνεται με σαφή στόχευση στην αξιολόγηση, στη διαφάνεια και στους ίσους κανόνες, μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την παραγωγική ανασυγκρότηση και για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονται και συγκεκριμένες θεσμικές τομές που τίθενται προς συζήτηση, όπως η ουσιαστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις ενδεχόμενης ποινικής ευθύνης υπουργών, η ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης μέσω μεγαλύτερης εμπλοκής των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, η επανατοποθέτηση της έννοιας της μονιμότητας στη δημόσια διοίκηση πάνω στη βάση της διαρκούς αξιολόγησης, το άνοιγμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, καθώς και η θεσμική θωράκιση του Προέδρου της Δημοκρατίας με μία ενιαία εξαετή θητεία. Παράλληλα, προβάλλεται η ανάγκη για δημοσιονομικές δικλίδες που θα διασφαλίζουν μόνιμη ισορροπία και θα αποτρέπουν την επιστροφή σε υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, ως ανάχωμα απέναντι σε κύκλους λαϊκισμού που η χώρα έχει ήδη πληρώσει ακριβά.
Την ίδια στιγμή, η αναθεώρηση δεν μπορεί να ιδωθεί ως απλή τεχνική άσκηση. Η ίδια η συνταγματική διαδικασία επιβάλλει κουλτούρα συναινέσεων. Χωρίς ευρύτερες πλειοψηφίες σε διαδοχικές κοινοβουλευτικές φάσεις, καμία αλλαγή δεν προχωρά. Αυτό λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο στη μονομέρεια και υποχρεώνει την κυβερνητική πλευρά να αναζητήσει συγκλίσεις με την αντιπολίτευση. Η παράμετρος αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει ότι, παρά τη συγκρουσιακή δυναμική που συνοδεύει κάθε μεγάλη μεταρρύθμιση, το Σύνταγμα απαιτεί συλλογική ιδιοκτησία των αλλαγών και δημιουργεί τον χώρο για έναν διάλογο με θετικές προτάσεις, αίσθηση κοινής ευθύνης και υπέρβαση της τοξικότητας.
Το στοίχημα της υπέρβασης και η πρόκληση της συναίνεσης
Το κεντρικό πολιτικό διακύβευμα της συνταγματικής πρωτοβουλίας βρίσκεται στην απόπειρα υπέρβασης μιας διαφαινόμενης διαίρεσης ανάμεσα σε «συστημικούς» και «αντισυστημικούς». Αντί να επενδύσει σε αυτό το δίπολο, η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο για το πού θέλει να κατευθυνθεί η χώρα, μεταφέροντας τη συζήτηση από τη γενικευμένη αμφισβήτηση στο πεδίο των προτάσεων και της συγκροτημένης κατεύθυνσης.
Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει και αν θα συγκεντρώσει τις αναγκαίες συναινέσεις αποτελεί επόμενο και πιο απαιτητικό στάδιο. Θεσμικά, άλλωστε, η αναθεώρηση προϋποθέτει ευρείες πλειοψηφίες σε διαδοχικές κοινοβουλευτικές φάσεις, γεγονός που καθιστά τη συνεργασία αναπόφευκτη. Πολιτικά όμως, το πρώτο βήμα αφορά τη διατύπωση πλαισίου. Σε αυτό το επίπεδο, επιχειρείται η άρθρωση ενός συνεκτικού αφηγήματος εκσυγχρονισμού, που συνδέει επιμέρους παρεμβάσεις σε ένα ενιαίο όραμα για τη λειτουργία του κράτους και τη σχέση του με τον πολίτη.
Αυτή η επιλογή μεταφέρει το βάρος στην αντιπολίτευση. Σε ένα πολιτικό τοπίο που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και έλλειψη ενιαίας στρατηγικής, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως φορέας κατεύθυνσης, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής καλούνται να απαντήσουν όχι μόνο στο τι απορρίπτουν, αλλά και στο τι προτείνουν. Όσο η αντιπολίτευση περιορίζεται σε έναν γενικό αντισυστημικό λόγο, χωρίς σαφές μεταρρυθμιστικό αντιπρόταγμα, τόσο κινδυνεύει να εμφανίζεται, παρά τις προθέσεις της, ως φορέας συντήρησης.
Παράλληλα, η ανάγκη συναίνεσης λειτουργεί ως κρίσιμο θεσμικό αντίβαρο. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να προχωρήσει μονομερώς και αυτό την υποχρεώνει να ξεχωρίσει ποιες αλλαγές θεωρεί στρατηγικές και ποιες περισσότερο συμβολικές, δείχνοντας διάθεση προσαρμογής εκεί όπου μπορούν να χτιστούν γέφυρες. Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση καλείται να υπερβεί τον εύκολο αρνητισμό και να συμβάλει δημιουργικά, προτείνοντας διορθώσεις και εναλλακτικές. Αν αυτό το διπλό βήμα δεν πραγματοποιηθεί, ο κίνδυνος αφορά μια διαδικασία υψηλής πόλωσης με περιορισμένο τελικό αποτέλεσμα.
Σε συγκριτική ευρωπαϊκή προοπτική, η κατεύθυνση προς πιο εκτελεστικά μοντέλα διακυβέρνησης αποτελεί ευρύτερη τάση. Πολλά κράτη επιδιώκουν μεγαλύτερη ταχύτητα αποφάσεων και ισχυρότερο κέντρο συντονισμού. Το άμεσο όφελος αφορά την αποτελεσματικότητα. Το μεσοπρόθεσμο κόστος συχνά συνδέεται με τη διάβρωση της συμμετοχικής αίσθησης, καθώς πολίτες αισθάνονται ότι οι επιλογές διαμορφώνονται χωρίς ουσιαστική εμπλοκή τους.
Για την Ελλάδα, όπου η θεσμική εμπιστοσύνη παραμένει εύθραυστη μετά την εμπειρία της κρίσης, αυτή η ισορροπία είναι ιδιαίτερα λεπτή. Η αναθεώρηση μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο λειτουργικού κράτους, εφόσον συνοδευτεί από πραγματική αξιολόγηση, διαφάνεια και ίσους κανόνες. Παράλληλα απαιτείται προσοχή ώστε η μεταρρύθμιση να μη βιωθεί ως διαδικασία από τα πάνω, που ενισχύει την απόσταση ανάμεσα σε κυβερνώντες και κοινωνία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επίδραση στο κομματικό σύστημα. Βραχυπρόθεσμα, η πρωτοβουλία ενισχύει τον κυβερνητικό πόλο, καθώς συγκεντρώνει την ατζέντα και δυσκολεύει τον συντονισμό της αντιπολίτευσης. Μεσοπρόθεσμα, όμως, παρατηρείται συχνά ρευστοποίηση στην περιφέρεια, με την εμφάνιση μικρότερων σχημάτων και θεματικών κινήσεων διαμαρτυρίας. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μια πολιτική σκηνή που μοιάζει σταθερή στην κορυφή, αλλά εμφανίζει κοινωνική ευθραυστότητα στη βάση.
Το διακύβευμα υπερβαίνει τη συγκεκριμένη αναθεώρηση και αφορά το μοντέλο διακυβέρνησης που παγιώνεται. Ένα πιο αποτελεσματικό κράτος μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμο σε περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας και οικονομικού ανταγωνισμού. Για να αποκτήσει όμως διάρκεια, χρειάζεται να συνοδευτεί από ουσιαστικό διάλογο, κοινωνική ενσωμάτωση και σαφή προστασία θεσμικών αντιβάρων, ώστε η πρόοδος να αποτυπώνεται όχι μόνο στην ταχύτητα των αποφάσεων, αλλά και στο βάθος της δημοκρατικής συμμετοχής.
Σε αυτό ακριβώς κρίνεται και η παρούσα πρωτοβουλία. Παρουσιάζεται ένα συγκεκριμένο σχέδιο κατεύθυνσης, με στόχο να μεταφερθεί η συζήτηση στο πεδίο των επιλογών και να απαντηθεί η κόπωση της κοινωνίας με θεσμικές τομές. Η αντιπολίτευση καλείται να απαντήσει με ισοδύναμο βάθος, προτείνοντας εναλλακτικές και όχι απλώς απορρίψεις. Αν η διαδικασία εξελιχθεί σε συνδυασμό σαφούς μεταρρυθμιστικής στόχευσης και ειλικρινούς αναζήτησης συναινέσεων, μπορεί να αποτελέσει σημείο ώριμης θεσμικής μετάβασης. Αν εγκλωβιστεί σε ταυτοτικές αντιπαραθέσεις και σε έναν λαϊκισμό χωρίς προγραμματικό υπόβαθρο, ο δημόσιος διάλογος θα επιστρέψει σε γνώριμα αδιέξοδα.
Το στοίχημα, τελικά, δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των συνταγματικών αλλαγών. Αφορά το αν η πολιτική μπορεί ξανά να αρθρώσει προοπτική, αντί να αναπαράγει αγανάκτηση. Και αυτό είναι ένα στοίχημα που ξεπερνά κατά πολύ μια κοινοβουλευτική διαδικασία.