Summer in Greece: Πότε γίναμε «κινούμενα ευρώ»;

Τελικά με ενοχλεί η «αρπαχτή» ή το γεγονός πως αυτή τη φορά αντιλαμβάνομαι πολύ καλά πως το θήραμα είμαι εγώ;

Summer in Greece: Πότε γίναμε «κινούμενα ευρώ»;
Γιώργος Κονταρίνης/Eurokinissi

Από μικρή λίγες καλοκαιρινές αποδράσεις απήλαυσα πραγματικά.

Με θυμάμαι έφηβη να περπατώ στη Σκύρο και να μαγεύομαι από τη γραφική πλατεία, τις πολύχρωμες φορεσιές των χορευτών που ετοιμάζονταν για το παραδοσιακό γλέντι, τον κόσμο που περπατούσε ανέμελα τριγύρω και τα μικρά μαγαζάκια.

Ούτε μία πλαστική καρέκλα!

Πόση εντύπωση μπορεί να κάνει, άραγε, μια τέτοια -μικρή- διαπίστωση σε ένα παιδί που έχει περάσει το μεγαλύτερο μέρος των διακοπών του κάπου στη Χαλκιδική;

Φέτος, το πρόγραμμα είχε Πάργα.

Και μπορεί οι πλαστικές καρέκλες σχεδόν να έχουν εξαφανιστεί πια από τους περισσότερους τουριστικούς προορισμούς, εκείνο το συναίσθημα, όμως, που είχα στη θέα τους δεν έφυγε μαζί τους.

Η χαρά για τα παιχνίδια στη θάλασσα, τις ξέγνοιαστες ώρες με ένα βιβλίο στη βεράντα ή απλώς για τον ύπνο μέχρι… τελικής πτώσεως εξακολουθεί να συνοδεύεται από μια αδιόρατη θλίψη.

Είναι οι «χρυσές» ξαπλώστρες. Οι κράχτες έξω από τα μαγαζιά που μόνο τρικλοποδιά δε σου βάζουν για να καθίσεις στο δικό τους κατάστημα. Οι τιμοκατάλογοι που από επιχείρηση σε επιχείρηση μοιάζουν πολλές φορές σχεδόν… copy paste. Οι τιμές στη διαμονή που αλλάζουν με φρενήρεις ρυθμούς όσο πλησιάζει ο Αύγουστος. Και -σε ορισμένες περιπτώσεις- εκείνη η όχι και τόσο διακριτική προτίμηση στα… εξ εξωτερικού προερχόμενα πορτοφόλια.

Και το κερασάκι στην τούρτα; Οι υποδομές.

Δρόμοι «μπάλωμα», κυκλοφοριακό χάος, υποδομές έχουν μείνει πίσω από την τουριστική ανάπτυξη που καλούνται να «σηκώσουν». Προορισμοί που αν και κάθε καλοκαίρι υποδέχονται χιλιάδες επισκέπτες, δεν φαίνονται πάντα πρόθυμοι να επενδύσουν στην καθημερινότητα που υπάρχει εκεί και τον χειμώνα.

Σαν να χρησιμοποιούνται ως prop για τους θερινούς μήνες, αφήνοντας στην άκρη τους ανθρώπους που δεν πήγαν απλώς για μερικά βράδια.

Και κάπου ανάμεσα μένει μια διάχυτη εντύπωση του «ό,τι προλάβουμε να βγάλουμε». Του πρόχειρου, του μαζικού, του απρόσωπου. Σαν ο τόπος να γίνεται για τρεις μήνες προϊόν και ο άνθρωπος που τον επισκέπτεται να μετατρέπεται σε «κινούμενα ευρώ», από τα οποία ο καθένας παλεύει να πάρει μερίδιό.

Βέβαια, υπάρχει πάντα και η πιθανότητα να έχει αλλάξει απλώς ο τρόπος που βλέπω τις διακοπές μεγαλώνοντας.

Στη Σκύρο, ως έφηβη, δεν με απασχολούσε πόσο κοστίζει το δωμάτιο, αν η ξαπλώστρα έχει ελάχιστη κατανάλωση ή αν το φαγητό είναι ακριβότερο επειδή το τραπέζι βρίσκεται λίγα μέτρα από τη θάλασσα. Αυτά ήταν προβλήματα των «μεγάλων».

Αυτό που θυμάμαι, όμως, είναι έναν προορισμό που δεν μου έδινε την αίσθηση ότι τα πάντα γύρω μου είχαν οργανωθεί με σκοπό να ξοδέψει ο επισκέπτης όσο το δυνατόν περισσότερα.

Και ίσως εκεί βρίσκεται τελικά αυτό που με ενοχλεί σήμερα σε προορισμούς όπου ο μαζικός τουρισμός έχει κυριαρχήσει. Όχι στο ότι υπάρχουν επιχειρήσεις που θέλουν -προφανώς- να βγάλουν χρήματα, αλλά στο ότι πολλές φορές η εμπειρία μοιάζει να αρχίζει και να τελειώνει σε αυτό. Στο πόσα θα προλάβεις να αφήσεις μέχρι να φύγεις και ποιος θα καταφέρει να πάρει το μεγαλύτερο κομμάτι.

Και τελικά με ενοχλεί η «αρπαχτή» ή το γεγονός πως αυτή τη φορά αντιλαμβάνομαι πολύ καλά πως το θήραμα είμαι εγώ;