Πόσες οικογένειες να υπάρχουν, τελικά;
Η ένταση που προκλήθηκε από τις δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου αποκαλύπτει μια παράδοξη εξέλιξη στον δημόσιο διάλογο
Ο ηθικός πανικός των επικρίσεων στη Δόμνα Μιχαηλίδου αποκάλυψε περισσότερο κοινωνικές ανασφάλειες παρά κάποιο πραγματικό πολιτικό ζήτημα γύρω από την οικογένεια, τη συμπερίληψη και τους τρόπους αντιμετώπισης του δημογραφικού
Η ένταση που προκλήθηκε από τις δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου αποκαλύπτει μια παράδοξη εξέλιξη στον δημόσιο διάλογο. Μια υπουργός βρέθηκε στο στόχαστρο επειδή περιέγραψε μια κοινωνική πραγματικότητα, την οποία γνωρίζουν οι κοινωνικοί επιστήμονες, καταγράφει η δημόσια διοίκηση και βιώνουν καθημερινά χιλιάδες ελληνικές οικογένειες. Η αποσπασματική αναπαραγωγή μιας φράσης υπήρξε αρκετή ώστε να κατασκευαστεί μια ιδεολογική αντιπαράθεση, μέσα στην οποία η πραγματικότητα υποχώρησε και κυριάρχησαν οι πολιτικές προβολές και οι τεχνητές παρεξηγήσεις.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά τόσο όσα είπε η υπουργός όσο τον λόγο για τον οποίο προκάλεσαν τόσο έντονες αντιδράσεις. Η αναφορά στις διαφορετικές μορφές οικογένειας παρουσιάστηκε από ορισμένους ως ιδεολογική παρέμβαση, παρότι επρόκειτο για μια περιγραφή της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Η συζήτηση μετακινήθηκε γρήγορα από την ουσία στην κατασκευή εντυπώσεων, αφού απομονώθηκε μία μόνο φράση από το συνολικό περιεχόμενο της συνέντευξης και χρησιμοποιήθηκε ως αφορμή για μια αντιπαράθεση που ελάχιστη σχέση είχε με όσα πραγματικά ειπώθηκαν.
Το γεγονός αυτό προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Πότε ακριβώς η αναγνώριση μιας κοινωνικής πραγματικότητας μετατράπηκε σε πολιτικό αμάρτημα; Πώς έφτασε μια υπουργός να χρειάζεται να διευκρινίσει ότι προέρχεται και η ίδια από πυρηνική οικογένεια, επειδή περιέγραψε ότι στην ελληνική κοινωνία υπάρχουν και άλλες μορφές οικογενειακής ζωής;
Η οικογένεια δεν χρειάζεται μυθοπλασία για να αποκτήσει αξία
Η ελληνική κοινωνία του 2026 δεν αποτελείται αποκλειστικά από το πρότυπο της πυρηνικής οικογένειας. Υπάρχουν μονογονεϊκές οικογένειες, ανασυγκροτημένες οικογένειες, θετές και ανάδοχες οικογένειες, οικογένειες στις οποίες οι παππούδες αναλαμβάνουν καθημερινά την ανατροφή των εγγονιών τους, καθώς και πολλές ακόμη μορφές οικογενειακής ζωής που διαμορφώθηκαν μέσα από κοινωνικές, οικονομικές και προσωπικές εξελίξεις. Η ύπαρξή τους δεν εξαρτάται από κάποια πολιτική δήλωση ούτε από κάποια ιδεολογική πλατφόρμα. Αποτελεί αντικειμενικό κοινωνικό γεγονός.
Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος δεν μειώνει την αξία της πυρηνικής οικογένειας. Η ίδια η Δόμνα Μιχαηλίδου αναγκάστηκε να πει ότι προέρχεται από πυρηνική οικογένεια και έχει δημιουργήσει τη δική της. Θα μπορούσε βέβαια, να προέρχεται και από διαφορετική μορφή οικογένειας, όπως άλλα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, χωρίς αυτό το γεγονός σε καμία των περιπτώσεων να μην έχει σημασία στην αξία και το έργο τους. Όπως επίσης κανείς δεν χρειάζεται να υποβάλει πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης για να ασκεί πολιτική εξουσία ή διοικητική αρμοδιότητα.
Το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται αλλού. Μπορεί ένα κράτος που θέλει να ασκήσει αποτελεσματική κοινωνική πολιτική να αγνοεί τις οικογένειες που υπάρχουν στην πράξη; Η απάντηση μάλλον, είναι αυτονόητη. Ένα υπουργείο που σχεδιάζει πολιτικές για τα παιδιά, για την αναπηρία, για την αναδοχή, για την προστασία των ανηλίκων και για την κοινωνική συνοχή οφείλει να γνωρίζει σε ποιους απευθύνεται. Η πραγματικότητα προηγείται πάντοτε της δημόσιας πολιτικής, αφού κάθε σοβαρός σχεδιασμός ξεκινά από την καταγραφή των πραγματικών κοινωνικών συνθηκών.
Η κοινωνική συνοχή προϋποθέτει συμπερίληψη
Ο ίδιος ο τίτλος του υπουργείου περιγράφει το εύρος της αποστολής του. Η κοινωνική συνοχή αφορά τη δυνατότητα όλων των πολιτών να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική ζωή και να έχουν πρόσβαση στην προστασία που παρέχει η πολιτεία. Η οικογενειακή πολιτική αποτελεί τμήμα αυτής της αποστολής, όπως αποτελεί και το δημογραφικό. Η συμπερίληψη συνδέεται με τη θεμελιώδη αρχή ότι η πολιτεία οφείλει να βλέπει όλους τους πολίτες και όλες τις οικογένειες που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία.
Το ίδιο ισχύει και για το δημογραφικό. Η χώρα χρειάζεται περισσότερα παιδιά και καλύτερες συνθήκες για την ανατροφή τους. Το αποτέλεσμα αυτό υπηρετείται όταν στηρίζονται οι οικογένειες που μεγαλώνουν παιδιά, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες συγκροτήθηκαν. Η γέννηση και η ανατροφή ενός παιδιού έχουν την ίδια δημογραφική σημασία για μια κοινωνία που βλέπει τον πληθυσμό της να συρρικνώνεται.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από το δημογραφικό περιορίζεται πολύ συχνά αποκλειστικά στις οικονομικές δυσκολίες, παρότι η διεθνής εμπειρία και η επιστημονική έρευνα αναδεικνύουν ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο. Οι οικονομικές συνθήκες ασφαλώς επηρεάζουν τις αποφάσεις των νέων ανθρώπων, όμως η υπογεννητικότητα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με βαθιές πολιτισμικές και κοινωνικές μεταβολές που χαρακτηρίζουν όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες κοινωνίες. Η γυναικεία χειραφέτηση και η μαζική συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας διαμόρφωσαν εύλογα νέες προτεραιότητες και νέες δυνατότητες προσωπικής εξέλιξης. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην επαγγελματική διαδρομή, στην προσωπική αυτοπραγμάτωση και στην ατομική ελευθερία επιλογών, ενώ η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται χρονικά, αφού προηγηθεί η επίτευξη πολλών άλλων στόχων.
Ταυτόχρονα, το ίδιο το παιδί έχει αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση μέσα στην οικογένεια, καθώς οι γονείς επενδύουν πολύ περισσότερους οικονομικούς, χρονικούς και συναισθηματικούς πόρους στην ανατροφή του από ό,τι συνέβαινε σε προηγούμενες γενιές. Η απόφαση για την τεκνοποίηση συνοδεύεται πλέον από πολύ υψηλότερες προσδοκίες και από πολύ εντονότερο αίσθημα ευθύνης, γεγονός που οδηγεί αρκετούς ανθρώπους στην αναβολή ή ακόμη και στην εγκατάλειψη αυτής της επιλογής.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η κοινωνική πολιτική αποκτά αποτελεσματικότητα όταν απευθύνεται σε όλες τις οικογένειες που ανατρέφουν παιδιά και όταν δημιουργεί συνθήκες που διευκολύνουν την οικογενειακή ζωή. Η αναγνώριση της πολυμορφίας των οικογενειακών σχημάτων επιτρέπει στην πολιτεία να σχεδιάζει πολιτικές που ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες της κοινωνίας και να στηρίζει κάθε παιδί που γεννιέται και μεγαλώνει στην Ελλάδα.
Οι εύκολες ετικέτες υποκαθιστούν τον διάλογο
Η ταχύτητα με την οποία επιχειρήθηκε να χαρακτηριστεί η υπουργός ως εκπρόσωπος μιας υποτιθέμενης «woke» ατζέντας φανερώνει πόσο εύκολα οι ετικέτες αντικαθιστούν την ουσιαστική συζήτηση. Η περιγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας μετατράπηκε σε ιδεολογική δήλωση, χωρίς να εξεταστεί το πλήρες περιεχόμενο όσων ειπώθηκαν. Όταν η δημόσια αντιπαράθεση περιορίζεται σε συνθήματα και χαρακτηρισμούς, η ουσία χάνεται και ο διάλογος εκφυλίζεται.
Η υποκρισία όσων εμφανίζονται ως υπερασπιστές της οικογένειας
Το πιο προβληματικό στοιχείο των αντιδράσεων βρίσκεται στην εμφανή τους επιλεκτικότητα. Οι ίδιοι κύκλοι που καταγγέλλουν με ένταση μια υπουργό επειδή αναγνώρισε την ύπαρξη διαφορετικών μορφών οικογένειας σπανίως αφιερώνουν αντίστοιχη ενέργεια στα πραγματικά προβλήματα που δοκιμάζουν την ελληνική οικογένεια.
Η επιλεκτικότητα αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη αντίφαση. Όσοι εμφανίζονται ως αποκλειστικοί υπερασπιστές της οικογένειας επιλέγουν να δώσουν μάχη απέναντι σε μια διαπίστωση της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ η ουσιαστική συζήτηση για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές οικογένειες παραμένει στο περιθώριο. Η οικογένεια μετατρέπεται σε σύμβολο πολιτισμικής αντιπαράθεσης, ενώ οι πραγματικές της ανάγκες υποχωρούν από το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η στάση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, επειδή όσοι επικαλούνται διαρκώς την υπεράσπιση της οικογένειας επιλέγουν να απορρίψουν την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα όταν αυτή δεν ταιριάζει με την ιδεολογική τους αφήγηση. Η κοινωνιολογία, η δημογραφία και οι κοινωνικές επιστήμες καταγράφουν εδώ και δεκαετίες την ύπαρξη διαφορετικών οικογενειακών σχημάτων. Η αναγνώριση αυτών των δεδομένων δεν αποτελεί πολιτική θέση. Αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής κοινωνικής πολιτικής. Η απόρριψη της πραγματικότητας δεν προστατεύει την οικογένεια. Προστατεύει μόνο μια πολιτική αφήγηση που αδυνατεί να συμβαδίσει με την κοινωνία.
Η υπεράσπιση της οικογένειας αποκτά αξιοπιστία όταν συνοδεύεται από ενδιαφέρον για όλες τις οικογένειες που μεγαλώνουν παιδιά, αντιμετωπίζουν δυσκολίες και χρειάζονται τη στήριξη της πολιτείας. Η επιλεκτική ευαισθησία λειτουργεί ως πολιτική εργαλειοποίηση ενός θεσμού που αξίζει πολύ μεγαλύτερο σεβασμό.
Η σοβαρή πολιτική χρειάζεται θάρρος μπροστά στην πραγματικότητα
Η υπόθεση των δηλώσεων της Δόμνας Μιχαηλίδου υπενθύμισε ότι η ελληνική δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να δυσκολεύεται να διαχωρίσει την περιγραφή της πραγματικότητας από την ιδεολογική προβολή επάνω σε αυτήν. Όταν η επιστημονική γνώση, η κοινωνιολογική παρατήρηση και η καθημερινή εμπειρία των πολιτών υποχωρούν μπροστά σε συνθήματα με προφανείς σκοπούς πολιτικής εκμετάλλευσης, η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου υποβαθμίζεται.
Η κοινωνία εξελίσσεται, οι οικογένειες μεταβάλλονται και η πολιτεία καλείται να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί προϋπόθεση σοβαρής διακυβέρνησης και υπεύθυνης κοινωνικής πολιτικής. Κανείς δεν προστατεύει την οικογένεια αρνούμενος την πολυμορφία της σύγχρονης κοινωνίας. Κανείς δεν ενισχύει το δημογραφικό μετατρέποντας την επιστημονική διαπίστωση σε ιδεολογικό σκιάχτρο.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από έναν δημόσιο διάλογο που θα βασίζεται στη γνώση, στην ειλικρίνεια και στην κοινή λογική. Έχει ανάγκη από πολιτικούς που θα μιλούν με θάρρος για τα πραγματικά προβλήματα και από πολίτες που θα αξιολογούν τις δηλώσεις τους στο σύνολό τους, χωρίς να παρασύρονται από αποσπασματικές αναγνώσεις και εύκολες κραυγές. Η πραγματικότητα δεν απειλεί την κοινωνία. Η παραποίηση της πραγματικότητας αποτελεί εκείνη που υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και απομακρύνει τον δημόσιο διάλογο από την ουσία.