Πάει να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, το νέο ΔΗΚΚΙ;
Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου και οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής επαναφέρουν μια ιστορική σύγκριση με το ΔΗΚΚΙ μετά την αποχώρηση του Δημήτρη Τσοβόλα, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να αποδείξει αν διαθέτει τις προϋποθέσεις για μια αυτόνομη πολιτική συνέχεια
Κάθε μεγάλη κρίση σε ένα πολιτικό κόμμα οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα σε αναζητήσεις ιστορικών αναλογιών. Η παραίτηση του Σωκράτη Φάμελλου από την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ και οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια σύγκριση που μέχρι πριν από λίγο καιρό έμοιαζε μακρινή. Η πορεία του Δημοκρατικού Κοινωνικού Κινήματος μετά την αποχώρηση του Δημήτρη Τσοβόλα το 2004 προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα για να εξεταστεί πώς αντιδρά ένας πολιτικός οργανισμός όταν χάνει το πρόσωπο που αποτέλεσε τον βασικό φορέα της πολιτικής του ταυτότητας.
Η αναλογία δεν συνεπάγεται προφανώς ότι οι δύο περιπτώσεις ακολουθούν την ίδια διαδρομή. Κάθε κόμμα λειτουργεί μέσα στις δικές του ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, ενώ οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταβάλλονται διαρκώς. Παρ’ όλα αυτά, η εμπειρία του ΔΗΚΚΙ υπενθυμίζει ότι η οργανωτική επιβίωση ενός κόμματος αποτελεί μόνο μία διάσταση της πολιτικής του συνέχειας. Η ουσιαστική δοκιμασία αφορά την ικανότητά του να διατηρήσει πολιτική επιρροή, να ανανεώσει την ηγεσία του και να πείσει ότι εξακολουθεί να εκπροσωπεί ένα διακριτό πολιτικό σχέδιο.
Αυτό ακριβώς καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Η παραίτηση του προέδρου του συμπίπτει με την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού φορέα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, δηλαδή τον πολιτικό που ταυτίστηκε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο με την πορεία του κόμματος προς την εξουσία. Η συγκυρία αυτή μετατρέπει την αλλαγή ηγεσίας σε ένα ευρύτερο ερώτημα πολιτικής επιβίωσης και δημιουργεί μια συνθήκη που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ.
Γιατί η σημερινή κρίση είναι πρωτόγνωρη για τον ΣΥΡΙΖΑ
Οι εσωκομματικές κρίσεις δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο στην ελληνική πολιτική ζωή. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη περάσει από εκλογικές ήττες, από έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις και από διαδοχικές αλλαγές στην ηγεσία του. Η σημερινή συγκυρία αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά επειδή συνδυάζει εξελίξεις που μέχρι σήμερα δεν είχαν συνυπάρξει.
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα το κόμμα έχει αλλάξει διαδοχικά προέδρους, έχει βιώσει αποχωρήσεις κορυφαίων στελεχών και καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση του απέναντι σε έναν νέο πολιτικό σχηματισμό που προέρχεται από τον ίδιο πολιτικό χώρο. Η συζήτηση μεταφέρεται έτσι από το επίπεδο της εσωκομματικής ισορροπίας στο επίπεδο της ίδιας της πολιτικής ταυτότητας.
Η ύπαρξη οργανώσεων, κοινοβουλευτικής ομάδας και θεσμικών οργάνων διασφαλίζει τη θεσμική συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, όμως, τα μέλη και τα στελέχη καλούνται να αποφασίσουν αν η συνέχεια αυτή θα συνοδευτεί από μια νέα πολιτική στρατηγική ή αν θα περιοριστεί στη διατήρηση ενός οργανωτικού μηχανισμού που θα δυσκολεύεται να παράγει πολιτική δυναμική.
Η συγκεκριμένη διάσταση διαφοροποιεί την τρέχουσα κρίση από προηγούμενες εσωκομματικές αναμετρήσεις. Το βασικό ερώτημα δεν αφορά μόνο το πρόσωπο που θα αναλάβει την προεδρία, καθώς αφορά κυρίως το αν ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να διαμορφώσει έναν αυτόνομο πολιτικό λόγο σε ένα νέο κομματικό περιβάλλον.
Υπάρχει χώρος για μια νέα ηγετική ομάδα;
Η ιστορία των πολιτικών κομμάτων δείχνει ότι οι μεγάλες μεταβάσεις ολοκληρώνονται όταν αναδεικνύεται μια νέα ηγετική ομάδα με κοινό προσανατολισμό και σαφές σχέδιο. Το πρόσωπο του προέδρου αποκτά σημασία όταν εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική που μπορεί να κινητοποιήσει τα μέλη και να εμπνεύσει τους ψηφοφόρους.
Στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν στελέχη που θα μπορούσαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Παύλος Πολάκης διαθέτει ισχυρή απήχηση σε ένα τμήμα της κομματικής βάσης και εκφράζει με συνέπεια τη θέση ότι το κόμμα οφείλει να συνεχίσει την πορεία του με πλήρη πολιτική αυτονομία. Η παρουσία του στον δημόσιο διάλογο και η επιρροή του στο εσωτερικό του κόμματος του επιτρέπουν να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη νέα περίοδο.
Ο Νίκος Παππάς εκπροσωπεί μια διαφορετική πολιτική διαδρομή, καθώς συνδέεται με την κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ και διαθέτει σημαντική γνώση της λειτουργίας του κόμματος. Η δυνατότητά του να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο θα εξαρτηθεί από την ικανότητά του να εκφράσει μια ευρύτερη σύνθεση, η οποία θα υπερβαίνει τις παραδοσιακές εσωκομματικές διαχωριστικές γραμμές.
Στο επίπεδο της μεταβατικής διαχείρισης μπορούν να διατυπωθούν και σκέψεις για πρόσωπα με ευρύτερη αποδοχή, όπως μέχρι και ο Φώτης Κουβέλης, ο οποίος θα μπορούσε να συμβάλει στη διασφάλιση μιας ήρεμης μετάβασης προς ένα συνέδριο και μια νέα εκλογική διαδικασία. Μια τέτοια επιλογή θα υπηρετούσε κυρίως την ανάγκη θεσμικής σταθερότητας, ώστε οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις να ληφθούν μέσα σε συνθήκες εσωκομματικής ομαλότητας.
Το κρίσιμο στοιχείο, πάντως, δεν βρίσκεται αποκλειστικά στα πρόσωπα. Βρίσκεται στην ύπαρξη μιας συλλογικής βούλησης που θα επιδιώξει να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ και να συγκροτήσει ένα νέο πολιτικό αφήγημα που θα κρατήσει πολιτικά ζωντανό έστω και έναν πυρήνα του κόμματος, την ώρα που όλοι σχεδόν φεύγουν.
Η αυτόνομη παρουσία ως πολιτική επιλογή
Το βασικό δίλημμα που αναδύεται μέσα από τις εξελίξεις αφορά το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιλέξει να διεκδικήσει έναν διακριτό ρόλο στο πολιτικό σύστημα ή αν η πολιτική του επιρροή θα περιοριστεί μέσα από τη σταδιακή μετακίνηση στελεχών και ψηφοφόρων προς τον νέο φορέα του Αλέξη Τσίπρα.
Η πρώτη επιλογή απαιτεί μια συνειδητή στρατηγική ανασυγκρότησης. Απαιτεί την ανάδειξη νέων προτεραιοτήτων, την ανανέωση του πολιτικού λόγου και την οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης με κοινωνικές ομάδες που εξακολουθούν να αναζητούν έκφραση στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς και της κεντροαριστεράς.
Η πολιτική ιστορία προσφέρει αρκετά παραδείγματα κομμάτων που συνέχισαν την πορεία τους μετά την αποχώρηση του ιστορικού ηγέτη τους, επειδή τα στελέχη τους επέλεξαν να επενδύσουν στη συλλογική λειτουργία και στη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής φυσιογνωμίας. Η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνο, σταθερότητα και αποφασιστικότητα, καθώς η ανασυγκρότηση ενός κόμματος δεν ολοκληρώνεται μέσα από μία μόνο οργανωτική απόφαση.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, η αυτόνομη παρουσία προϋποθέτει την οικοδόμηση ενός πειστικού πολιτικού σχεδίου που θα απαντά στα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα και θα προσφέρει στους πολίτες έναν σαφή λόγο για να συνεχίσουν να τον εμπιστεύονται.
Η επόμενη ημέρα θα καθορίσει τον νέο χάρτη της Κεντροαριστεράς
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ ξεπερνούν τα όρια ενός ακόμη εσωκομματικού κύκλου. Αφορούν συνολικά τη φυσιογνωμία του χώρου της ελληνικής κεντροαριστεράς και τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφωθούν οι πολιτικές ισορροπίες τα επόμενα χρόνια.
Η ιστορική σύγκριση με το ΔΗΚΚΙ αποκτά αξία επειδή υπενθυμίζει ότι η αποχώρηση ενός ιστορικού ηγέτη δεν καθορίζει από μόνη της το μέλλον ενός κόμματος. Εκείνο που αποδεικνύεται καθοριστικό είναι η στάση των στελεχών, η συμμετοχή της κομματικής βάσης και η δυνατότητα διαμόρφωσης μιας νέας συλλογικής ηγεσίας που θα δώσει πειστικές απαντήσεις στα πολιτικά ερωτήματα της εποχής.
Αυτό ακριβώς θα κριθεί τους επόμενους μήνες στον ΣΥΡΙΖΑ. Αν διαμορφωθεί ένα ισχυρό ρεύμα που θα επενδύσει στην αυτόνομη συνέχιση του κόμματος, η σημερινή κρίση μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας ιστορικής φάσης. Αντίστοιχα, οι επιλογές των στελεχών και των μελών θα διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις μέσα στις οποίες θα εξελιχθεί η σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με τον νέο πολιτικό φορέα του Αλέξη Τσίπρα.
Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις διαδικασίες εκλογής της νέας ηγεσίας. Θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα διαμορφωθεί μια πειστική απάντηση στο θεμελιώδες ερώτημα που συνοδεύει κάθε μεγάλο πολιτικό μετασχηματισμό, δηλαδή αν ένας πολιτικός οργανισμός μπορεί να ανανεώσει την ταυτότητά του, να διατηρήσει την αυτονομία του και να αποκτήσει ξανά ρόλο ύπαρξης σε ένα πολιτικό σκηνικό που μεταβάλλεται με ταχύτητα και σίγουρα δεν τον ευνοεί.