Οι θεωρίες συνωμοσίας ως καθρέφτης της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα και την Ευρώπη

Το Ευρωβαρόμετρο φωτίζει μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης που διαπερνά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η αποδοχή συνωμοσιολογικών αντιλήψεων συνδέεται περισσότερο με την ποιότητα των θεσμών, την ιστορική εμπειρία και την πολιτική κουλτούρα παρά με την ιδεολογική τοποθέτηση των πολιτών.

Οι θεωρίες συνωμοσίας ως καθρέφτης της πολιτικής κουλτούρας στην Ελλάδα και την Ευρώπη
ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν συνήθως τις πολιτικές προτιμήσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής. Υπάρχουν όμως έρευνες που καταγράφουν κάτι βαθύτερο, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα. Το πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο για τη στάση των Ευρωπαίων απέναντι στην επιστήμη και την τεχνολογία ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Τα ευρήματά του δεν αφορούν απλώς δύο θεωρίες συνωμοσίας σχετικά με τον καρκίνο και τους ιούς. Αναδεικνύουν τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες οικοδομείται η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς, η σχέση των πολιτών με την επιστήμη και τελικά η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας.

Το γεγονός ότι το 45,4% των Ελλήνων αποδέχεται ταυτόχρονα τους δύο συγκεκριμένους ισχυρισμούς αποτελεί ένα εύρημα με ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι μόλις περίπου ένας στους τέσσερις απορρίπτει και τις δύο θεωρίες. Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν απόδειξη ότι σχεδόν οι μισοί Έλληνες διαθέτουν μια συνολικά συνωμοσιολογική αντίληψη για τον κόσμο. Αποτυπώνουν όμως ένα εκτεταμένο έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς που παράγουν γνώση, ασκούν εξουσία και διαμορφώνουν τις δημόσιες πολιτικές.

Η κρίση εμπιστοσύνης ως κοινός παρονομαστής

Η συζήτηση για τις θεωρίες συνωμοσίας συχνά εγκλωβίζεται στην προσπάθεια να εξηγηθεί γιατί ορισμένοι πολίτες πιστεύουν ισχυρισμούς που δεν επιβεβαιώνονται από τα επιστημονικά δεδομένα. Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται όμως σε ένα προηγούμενο ερώτημα. Γιατί ένα τόσο μεγάλο τμήμα μιας κοινωνίας θεωρεί πιθανό ότι κυβερνήσεις, επιστήμονες, φαρμακευτικές εταιρείες και διεθνείς οργανισμοί αποκρύπτουν συντονισμένα την αλήθεια;

Η απάντηση βρίσκεται στη θεσμική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι το κράτος λειτουργεί με διαφάνεια, ότι η Δικαιοσύνη απονέμει δίκαιο χωρίς παρεμβάσεις, ότι τα μέσα ενημέρωσης ασκούν πραγματικό έλεγχο στην εξουσία και ότι η επιστημονική κοινότητα δρα με αυτονομία, οι θεωρίες συνωμοσίας δυσκολεύονται να αποκτήσουν ευρεία απήχηση. Όταν όμως η καθημερινή εμπειρία καλλιεργεί την εντύπωση ότι οι θεσμοί υπηρετούν ιδιωτικά συμφέροντα, η δυσπιστία αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και μετατρέπεται σε βασικό τρόπο ερμηνείας της πραγματικότητας.

Η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση μιας κοινωνίας που έχει γνωρίσει διαδοχικές κρίσεις εμπιστοσύνης. Σκάνδαλα, πελατειακές σχέσεις, οικονομική κατάρρευση, συνεχείς διαψεύσεις πολιτικών υποσχέσεων και έντονη κομματική πόλωση δημιούργησαν σταδιακά ένα περιβάλλον όπου η καχυποψία απέναντι στην εξουσία θεωρείται σχεδόν αυτονόητη στάση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση από την εύλογη δυσπιστία προς την αποδοχή συνωμοσιολογικών αφηγήσεων γίνεται ευκολότερη.

Οι ευρωπαϊκές διαφοροποιήσεις και η σημασία της πολιτικής κουλτούρας

Η γεωγραφική κατανομή των ευρημάτων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι υψηλότερες επιδόσεις καταγράφονται στις βαλκανικές χώρες, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, ενώ οι χαμηλότερες εμφανίζονται στις σκανδιναβικές κοινωνίες. Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τους παράγοντες που εξηγούν αυτές τις διαφορές.

Η πρώτη παρατήρηση αφορά την ποιότητα των θεσμών. Οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης εμφανίζουν διαχρονικά υψηλή εμπιστοσύνη προς το κράτος, χαμηλά επίπεδα διαφθοράς, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και ισχυρή παράδοση λογοδοσίας. Το κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή η εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται τόσο μεταξύ των πολιτών όσο και απέναντι στους θεσμούς, αποτελεί σταθερό χαρακτηριστικό αυτών των κοινωνιών. Η επιστημονική γνώση εντάσσεται σε ένα περιβάλλον όπου οι δημόσιοι οργανισμοί απολαμβάνουν υψηλή αξιοπιστία και οι πολιτικές διαφωνίες εκδηλώνονται χωρίς να αμφισβητείται συνολικά η νομιμοποίηση των θεσμών.

Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη η ιστορική εμπειρία υπήρξε διαφορετική. Η πολιτική αστάθεια, οι αυταρχικές περίοδοι, οι αδύναμοι κρατικοί μηχανισμοί και η εκτεταμένη διαφθορά διαμόρφωσαν μια κουλτούρα επιφυλακτικότητας απέναντι στην εξουσία, που καταλήγει στην αμφισβήτηση των δεδομένων της ίδιας της γνώσει. Η στάση αυτή διαθέτει ιστορικές ρίζες και αναπαράγεται διαγενεακά, καθώς οι πολίτες μεταφέρουν εμπειρίες και αφηγήσεις που ενισχύουν την πεποίθηση ότι οι επίσημες εκδοχές των γεγονότων χρειάζονται πάντοτε αμφισβήτηση.

Σε αυτή τη συζήτηση εμφανίζεται συχνά και η θρησκευτική διάσταση. Είναι γεγονός ότι αρκετές χώρες με υψηλά ποσοστά αποδοχής των συγκεκριμένων θεωριών διαθέτουν ορθόδοξη παράδοση ή παραμένουν έντονα θρησκευόμενες. Η παρατήρηση αυτή παρουσιάζει ερευνητικό ενδιαφέρον, χωρίς όμως να επιτρέπει εύκολα συμπεράσματα. Η θρησκευτική παράδοση λειτουργεί πιθανότερα ως δείκτης ενός ευρύτερου ιστορικού και πολιτισμικού πλαισίου που περιλαμβάνει την εξέλιξη των θεσμών, τον βαθμό εκκοσμίκευσης, τη σχέση κράτους και κοινωνίας και την ανάπτυξη της δημόσιας διοίκησης, αλλά και της συλλογικής και ατομικής χειραφέτησης.

Η επάλληλη σχέση συνωμοσιολογίας και ο λαϊκισμού

Ένα ακόμη σημαντικό συμπέρασμα αφορά τη σχέση ανάμεσα στη συνωμοσιολογική σκέψη και τον λαϊκισμό. Η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου δείχνει ότι η αποδοχή των δύο θεωριών κατανέμεται σχετικά ομοιόμορφα σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει ότι η συνωμοσιολογία δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μιας συγκεκριμένης ιδεολογίας.

Η σχέση της με τον λαϊκισμό είναι τόσο λειτουργική όσο και ταυτοτική. Ο λαϊκισμός συγκροτείται γύρω από την αντίθεση ανάμεσα στον λαό και στις ελίτ. Η συνωμοσιολογία προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο, σύμφωνα με το οποίο οι ελίτ δεν περιορίζονται στην προώθηση των συμφερόντων τους, αλλά δρουν συντονισμένα και αποκρύπτουν την αλήθεια από τους πολίτες.

Αυτή η λογική προσφέρει ιδιαίτερη ισχύ στον αντισυστημικό λαϊκισμό, επειδή κάθε γεγονός μπορεί να ενταχθεί σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σχήμα. Η οικονομική κρίση, η πανδημία, η ενεργειακή πολιτική ή οι διεθνείς εξελίξεις παρουσιάζονται ως εκφάνσεις ενός κρυφού σχεδίου που οργανώνεται από ισχυρά κέντρα εξουσίας. Η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά έτσι χαρακτηριστικά ηθικής σύγκρουσης, όπου η αποκάλυψη της συνωμοσίας εμφανίζεται ως προϋπόθεση για την αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας.

Την ίδια στιγμή, η εμπειρία της Βόρειας Ευρώπης αποδεικνύει ότι ο λαϊκισμός μπορεί να αναπτυχθεί και χωρίς έντονα συνωμοσιολογικά χαρακτηριστικά. Στις χώρες αυτές κυριαρχούν μορφές κοινωνικού σωβινισμού που επικεντρώνονται στην προστασία της εθνικής ταυτότητας, στον περιορισμό της μετανάστευσης και στη διατήρηση του κράτους πρόνοιας για τους γηγενείς πολίτες. Η επιχειρηματολογία τους βασίζεται περισσότερο σε ζητήματα ταυτότητας και αναδιανομής παρά στην ύπαρξη μυστικών σχεδίων ή οργανωμένων αποκρύψεων της αλήθειας.

Η διάκριση αυτή επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί η χαμηλή θεσμική εμπιστοσύνη οδηγεί συχνότερα σε συνωμοσιολογικές εκδοχές του λαϊκισμού, ενώ οι κοινωνίες υψηλής εμπιστοσύνης παράγουν λαϊκισμούς διαφορετικής μορφής.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα και η πολιτική της σημασία

Το ελληνικό εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν εξεταστεί στο πλαίσιο της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας. Η δεκαετία της οικονομικής κρίσης ενίσχυσε την πεποίθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται από αδιαφανή κέντρα εξουσίας, ότι οι διεθνείς οργανισμοί επιβάλλουν πολιτικές χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση και ότι οι εγχώριες πολιτικές ελίτ λειτουργούν αποκομμένες από την κοινωνία. Η εμπειρία αυτή άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην πολιτική κουλτούρα.

Η αριθμητική ομοιότητα ανάμεσα στα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου και στο αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 2015 προκαλεί εύλογους συνειρμούς. Κάθε άμεση σύνδεση ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις θα ήταν επιστημονικά αυθαίρετη, επειδή δεν υπάρχουν τα κοινά δημογραφικά στοιχεία που να τα συνδέουν απαραίτητα. Υπάρχει όμως ένα βαθύτερο κοινό υπόβαθρο. Και στις δύο περιπτώσεις διακρίνεται μια έντονη δυσπιστία απέναντι στις ελίτ, στους διεθνείς θεσμούς και στις επίσημες αφηγήσεις.

Η παρατήρηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι η πολιτική συμπεριφορά στην Ελλάδα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το επίπεδο εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Η αντισυστημική ψήφος, η αποδοχή συνωμοσιολογικών αφηγήσεων και η γενικευμένη καχυποψία αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας ευρύτερης πολιτικής κουλτούρας που διαμορφώθηκε μέσα από δεκαετίες κρίσεων και διαψεύσεων.

Η δημοκρατία χρειάζεται κοινό έδαφος πραγματικότητας

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αναδεικνύει το Ευρωβαρόμετρο αφορά τελικά τη λειτουργία της ίδιας της δημοκρατίας. Η δημοκρατική διαδικασία προϋποθέτει έντονες διαφωνίες γύρω από τις πολιτικές επιλογές, τις αξίες και τις προτεραιότητες. Χρειάζεται όμως και ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο πραγματικότητας, μέσα στο οποίο οι διαφωνίες μπορούν να διεξάγονται με όρους επιχειρημάτων και τεκμηρίωσης.

Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αμφισβητούν συνολικά τους μηχανισμούς παραγωγής γνώσης, η δημόσια συζήτηση αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η αντιπαράθεση μεταφέρεται από τις πολιτικές προτάσεις στην ίδια την εγκυρότητα των γεγονότων. Η επιστήμη, η δημοσιογραφία, η δικαιοσύνη και οι ανεξάρτητοι θεσμοί αντιμετωπίζονται ως μέρη μιας ενιαίας δομής εξουσίας που λειτουργεί συντονισμένα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, κάθε νέα κρίση μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο έντονης κοινωνικής σύγκρουσης.

Η αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου απαιτεί πολύ περισσότερα από εκστρατείες καταπολέμησης της παραπληροφόρησης. Η ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας, η βελτίωση της δημόσιας διοίκησης, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης μέσω της εκπαίδευσης και η ανάπτυξη μιας κουλτούρας λογοδοσίας αποτελούν προϋποθέσεις για τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Το πραγματικό μήνυμα του Ευρωβαρόμετρου αφορά επομένως την κατάσταση της δημοκρατικής κουλτούρας στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Οι θεωρίες συνωμοσίας αποτελούν το ορατό σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος, το οποίο σχετίζεται με την ποιότητα των θεσμών και με τον τρόπο που οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με το κράτος, την επιστήμη και την πολιτική εξουσία. Η αποκατάσταση αυτής της σχέσης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις των ευρωπαϊκών δημοκρατιών κατά τις επόμενες δεκαετίες.