Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και η επόμενη ημέρα της ελληνικής οικονομίας
Από το Ταμείο Ανάκαμψης στους εθνικούς πόρους η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα φάση επενδυτικής πολιτικής στην οποία η δημοσιονομική αξιοπιστία, η αποτελεσματικότητα των δημόσιων επενδύσεων και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών εργαλείων θα καθορίσουν τον ρυθμό ανάπτυξης
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης σηματοδοτεί το τέλος μιας εξαιρετικής περιόδου για την ελληνική οικονομία. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η χώρα είχε στη διάθεσή της ένα χρηματοδοτικό εργαλείο πρωτοφανούς μεγέθους, το οποίο συνδύαζε επιχορηγήσεις, χαμηλότοκα δάνεια και αυστηρά μεταρρυθμιστικά ορόσημα, δημιουργώντας ένα ισχυρό πλαίσιο για δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση προχωρά πλέον στην υλοποίηση του νέου Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026 έως 2030, συνολικού ύψους 23 δισεκατομμυρίων ευρώ από εθνικούς πόρους, αποτυπώνει μια διαφορετική φιλοσοφία οικονομικής πολιτικής, η οποία στηρίζεται περισσότερο στις δυνατότητες της ίδιας της ελληνικής οικονομίας.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επιδιώκει να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να συνεχίσει τη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ και να προσελκύσει νέες επενδύσεις. Παράλληλα, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο οι εθνικοί πόροι μπορούν να καλύψουν το κενό που αφήνει το Ταμείο Ανάκαμψης και αν η Ελλάδα διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία για να διατηρήσει την αναπτυξιακή δυναμική της.
Μια διαφορετική φιλοσοφία χρηματοδότησης
Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης αποτελεί το βασικό εργαλείο δημόσιων επενδύσεων για τα επόμενα χρόνια. Η σημαντικότερη διαφορά του από το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται στον τρόπο χρηματοδότησής του. Οι πόροι προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό και εντάσσονται στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, γεγονός που προσδίδει στην ελληνική κυβέρνηση μεγαλύτερη ευχέρεια στον σχεδιασμό και στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων.
Η ευελιξία αυτή έχει ιδιαίτερη αξία. Έργα που αφορούν τις υποδομές, την περιφερειακή ανάπτυξη, την πολιτική προστασία, τη στέγαση, τις τοπικές κοινωνίες ή την αντιμετώπιση του δημογραφικού μπορούν να σχεδιαστούν με βάση τις πραγματικές ανάγκες της χώρας και όχι αποκλειστικά σύμφωνα με τα αυστηρά κριτήρια που συνόδευαν τα ευρωπαϊκά προγράμματα της προηγούμενης περιόδου.
Η μεγαλύτερη εθνική ευχέρεια στη λήψη αποφάσεων επιτρέπει επίσης ταχύτερες προσαρμογές όταν οι οικονομικές ή γεωπολιτικές συνθήκες μεταβάλλονται. Σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ενεργειακές προκλήσεις, τεχνολογικές αλλαγές και αυξημένες απαιτήσεις για την πολιτική προστασία, η δυνατότητα ευέλικτης ανακατανομής πόρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η δημοσιονομική ωρίμανση της ελληνικής οικονομίας
Η επιλογή χρηματοδότησης ενός τόσο μεγάλου επενδυτικού προγράμματος από εθνικούς πόρους εκπέμπει και ένα ευρύτερο οικονομικό μήνυμα. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ διαφορετική θέση σε σχέση με εκείνη που βίωνε κατά την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η αύξηση των φορολογικών εσόδων, η σταθερή επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και η συνεχής αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ συνθέτουν μια εικόνα μεγαλύτερης δημοσιονομικής σταθερότητας.
Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στο ελληνικό Δημόσιο να χρηματοδοτεί μεγαλύτερο μέρος των αναπτυξιακών του παρεμβάσεων χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από έκτακτους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Παράλληλα, ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές, καθώς αποδεικνύει ότι η χρηματοδότηση των δημόσιων επενδύσεων βασίζεται πλέον σε πιο σταθερές δημοσιονομικές βάσεις.
Η σημασία αυτής της μεταβολής υπερβαίνει την οικονομική της διάσταση. Οι επενδυτές αξιολογούν διαρκώς τη δυνατότητα μιας χώρας να διατηρεί αναπτυξιακές πολιτικές χωρίς να δημιουργούνται ανισορροπίες στα δημόσια οικονομικά. Όσο περισσότερο εδραιώνεται αυτή η εικόνα, τόσο ευνοϊκότερες γίνονται οι συνθήκες για την προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, οι οποίες λειτουργούν πολλαπλασιαστικά για την οικονομία.
Οι περιορισμοί των εθνικών πόρων
Η θετική εικόνα συνοδεύεται από συγκεκριμένες προκλήσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε ένα έκτακτο ευρωπαϊκό εργαλείο, το οποίο δημιουργήθηκε ως απάντηση στις συνέπειες της πανδημίας και διοχέτευσε στην Ελλάδα πόρους συνολικού ύψους περίπου 36 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσω επιχορηγήσεων και δανείων. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης διαθέτει προϋπολογισμό 23 δισεκατομμυρίων ευρώ, γεγονός που σημαίνει ότι το μέγεθος των διαθέσιμων πόρων είναι μικρότερο.
Παράλληλα, κάθε ευρώ του νέου προγράμματος συνδέεται άμεσα με τις δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού. Η διατήρηση υψηλών φορολογικών εσόδων, η συνέχιση της οικονομικής ανάπτυξης και η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την απρόσκοπτη υλοποίησή του.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου δημοσιονομικής εποπτείας, το οποίο θέτει συγκεκριμένους κανόνες για την πορεία των δημόσιων οικονομικών. Κάθε σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης, κάθε εξωτερική οικονομική αναταραχή ή μια περίοδος αυξημένων δημοσιονομικών πιέσεων μπορεί να περιορίσει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για νέες επενδύσεις. Για τον λόγο αυτό, η επιτυχία του προγράμματος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνολική πορεία της οικονομίας και από τη συνέχιση μιας συνετής δημοσιονομικής πολιτικής.
Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση συνεχίζεται με νέα εργαλεία
Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο χωρίς ευρωπαϊκή στήριξη. Το αντίθετο, η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει ένα ευρύ πλέγμα χρηματοδοτικών εργαλείων, τα οποία θα λειτουργούν παράλληλα με το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
Το ΕΣΠΑ 2021 έως 2027 βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη και θα συνεχίσει να χρηματοδοτεί έργα και δράσεις μέχρι το τέλος της δεκαετίας, καθώς οι πληρωμές ολοκληρώνονται αρκετά χρόνια μετά τη λήξη της προγραμματικής περιόδου. Οι πόροι αυτοί αφορούν έργα υποδομών, δράσεις επιχειρηματικότητας, προγράμματα απασχόλησης, ψηφιακό μετασχηματισμό, περιβαλλοντικές επενδύσεις και κοινωνικές πολιτικές.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ήδη στη διαδικασία διαμόρφωσης του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου για την περίοδο 2028 έως 2034. Από αυτό θα προκύψουν νέα προγράμματα συνοχής, νέα περιφερειακά εργαλεία, καθώς και χρηματοδοτικά μέσα που θα αφορούν την άμυνα, την ενεργειακή μετάβαση, την καινοτομία, την τεχνητή νοημοσύνη και τις στρατηγικές τεχνολογίες.
Σημαντική παραμένει και η συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, η οποία χρηματοδοτεί μεγάλα έργα μέσω δανείων με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η Ελλάδα αξιοποιεί ολοένα και περισσότερο αυτά τα εργαλεία, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο χρηματοδοτικό σύστημα που συνδυάζει εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η ποιότητα των επενδύσεων
Η συζήτηση γύρω από τα μεγέθη των διαθέσιμων πόρων είναι σημαντική, όμως δεν αποτελεί τον μοναδικό δείκτη επιτυχίας. Εξίσου καθοριστικό στοιχείο είναι η ποιότητα των επενδύσεων και η ικανότητα της δημόσιας διοίκησης να τις σχεδιάζει και να τις υλοποιεί έγκαιρα.
Η ελληνική οικονομία χρειάζεται έργα που αυξάνουν την παραγωγικότητα, μειώνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, ενισχύουν τις εξαγωγές και δημιουργούν σταθερές θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οι επενδύσεις στις μεταφορές, στην ψηφιακή μετάβαση, στην ενέργεια, στην εκπαίδευση, στην έρευνα και στην καινοτομία μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ανάπτυξης, εφόσον συνοδεύονται από αποτελεσματική διοίκηση και διαφάνεια στη διαχείριση των πόρων.
Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης ανέδειξε επίσης τη σημασία της ωριμότητας των έργων και της τήρησης αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων. Η διατήρηση αυτής της κουλτούρας υλοποίησης αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στοίχημα της επόμενης περιόδου, καθώς η αποτελεσματικότητα των δημόσιων επενδύσεων επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η συνολική εικόνα οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης δεν αναπληρώνει αριθμητικά το Ταμείο Ανάκαμψης, επειδή πρόκειται για ένα διαφορετικό χρηματοδοτικό εργαλείο με διαφορετική αποστολή και διαφορετική δομή. Παράλληλα, αποτελεί μια ουσιαστική ένδειξη ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει πλέον μεγαλύτερη δημοσιονομική αντοχή και μπορεί να σχεδιάζει αναπτυξιακές πολιτικές με αυξημένη εθνική συμμετοχή.
Η αναπτυξιακή πορεία της χώρας κατά τα επόμενα χρόνια θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης, των πόρων του ΕΣΠΑ, των νέων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και της ιδιωτικής επενδυτικής δραστηριότητας. Εφόσον οι τέσσερις αυτοί πυλώνες λειτουργήσουν συμπληρωματικά και συνοδευτούν από συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και συνετή δημοσιονομική διαχείριση, η Ελλάδα θα διαθέτει τις προϋποθέσεις ώστε η μεταβατική περίοδος μετά το Ταμείο Ανάκαμψης να αποτελέσει μια νέα φάση σταθερής και διατηρήσιμης ανάπτυξης.