Το ΝΑΤΟ και η ευρωπαϊκή αμηχανία απέναντι στην Τουρκία
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανέδειξε το στρατηγικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δυσκολεύεται να υπερασπιστεί με συνέπεια τις ίδιες τις αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε, εξαιτίας της αμυντικής της αδυναμίας
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία εξακολουθεί να κατέχει κομβική θέση στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας. Η στάση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στην Άγκυρα δύσκολα προκαλεί έκπληξη, καθώς η αντίληψή του για τις διεθνείς σχέσεις στηρίζεται διαχρονικά στον πολιτικό ρεαλισμό, ο οποίος δίνει προτεραιότητα στη στρατηγική αξία των συμμάχων και στη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος.
Ο μεγαλύτερος προβληματισμός αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια πολιτική ένωση που θεμελιώθηκε πάνω στη δημοκρατία, στο κράτος δικαίου και στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου εμφανίζεται σήμερα επιφυλακτική απέναντι σε μια χώρα η οποία διατηρεί στρατεύματα στο βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ το casus belli απέναντι στην Ελλάδα, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα κρατών μελών και συγκεντρώνει επί σειρά ετών την κριτική των ίδιων των ευρωπαϊκών θεσμών για την κατάσταση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αντίφαση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια δύσκολη διπλωματική εξίσωση, αλλά αποτυπώνει ένα βαθύτερο πρόβλημα στρατηγικής συνοχής, το οποίο γίνεται ολοένα πιο εμφανές όσο η γεωπολιτική επανέρχεται στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής.
Η Άγκυρα αξιοποιεί μεθοδικά τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα
Η Τουρκία έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια μια εξωτερική πολιτική που στηρίζεται στην αξιοποίηση της γεωγραφίας και της στρατιωτικής της ισχύος. Ο έλεγχος των Στενών, η γειτνίαση με τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο, καθώς και η παρουσία της σε μια σειρά περιφερειακών κρίσεων, της προσφέρουν δυνατότητες παρέμβασης που ελάχιστα κράτη διαθέτουν.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή τη θέση. Η Άγκυρα διατήρησε ανοικτούς διαύλους τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο, συμμετείχε σε διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες και αξιοποίησε τον ρόλο της ως απαραίτητου συνομιλητή. Παράλληλα, η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, η παραγωγή προηγμένων μη επανδρωμένων συστημάτων και η φιλοδοξία για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία ενίσχυσαν το διεθνές της αποτύπωμα.
Η τουρκική ηγεσία αντιλαμβάνεται ότι η αξία της χώρας για τη Δύση αυξάνεται όσο εντείνεται η διεθνής αστάθεια. Η στρατηγική αυτή εφαρμόζεται με συνέπεια και επιτρέπει στην Άγκυρα να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος ακόμη και όταν οι σχέσεις της με τους δυτικούς συμμάχους δοκιμάζονται.
Η Ευρώπη εγκλωβισμένη στη διαχείριση των κρίσεων
Το ουσιαστικό πρόβλημα εντοπίζεται στην ευρωπαϊκή αντίδραση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται να αντιμετωπίζει κάθε νέα κρίση με την Τουρκία ως ένα επεισόδιο που χρειάζεται προσωρινή αποκλιμάκωση και όχι ως μέρος μιας συνολικής στρατηγικής πρόκλησης.
Η συμφωνία για το μεταναστευτικό, η ανάγκη διατήρησης της συνοχής του ΝΑΤΟ, η ενεργειακή ασφάλεια και ο φόβος περαιτέρω απομάκρυνσης της Τουρκίας από τη Δύση επηρεάζουν καθοριστικά τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Κάθε φορά που η ένταση αυξάνεται, η πολιτική προτεραιότητα μεταφέρεται στη διατήρηση της συνεργασίας, ακόμη και όταν η συμπεριφορά της Άγκυρας δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη συμβατότητά της με τις αρχές που η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει.
Η λογική αυτή παράγει μια σταθερή εικόνα αναποφασιστικότητας. Η Ευρώπη αποφεύγει επιλογές που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τις σχέσεις με την Τουρκία και καταλήγει να ακολουθεί τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Η στρατηγική της περιορίζεται στη διαχείριση του παρόντος, ενώ η διαμόρφωση ενός μακροπρόθεσμου πλαισίου σχέσεων μετατίθεται διαρκώς για το μέλλον.
Οι ευρωπαϊκές αξίες δοκιμάζονται από την ίδια την ευρωπαϊκή πολιτική
Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση αφορά την αξιοπιστία της. Η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και προβάλλονται σταθερά ως θεμελιώδεις αρχές της κοινής εξωτερικής πολιτικής.
Η σχέση με την Τουρκία αναδεικνύει τα όρια αυτής της προσέγγισης. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επισημαίνουν εδώ και χρόνια τις δυσλειτουργίες στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, τους περιορισμούς στην ελευθερία του Τύπου, τις παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και τις παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Την ίδια στιγμή, η κατοχή του βόρειου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας συνεχίζεται επί δεκαετίες και το casus belli απέναντι στην Ελλάδα παραμένει ενεργό.
Οι αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαντλούνται συνήθως σε δηλώσεις, συμπεράσματα Συμβουλίων και διπλωματικές παρεμβάσεις. Η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στις πολιτικές επιλογές γίνεται ολοένα μεγαλύτερη και δημιουργεί την εντύπωση ότι η εφαρμογή των αρχών εξαρτάται τελικά από τη γεωπολιτική βαρύτητα κάθε χώρας. Η εικόνα αυτή επηρεάζει την αξιοπιστία της Ευρώπης όχι μόνο έναντι της Τουρκίας, αλλά και απέναντι σε κάθε διεθνή εταίρο που παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι ίδιες οι ευρωπαϊκές αξίες.
Η Ελλάδα και η Κύπρος στο επίκεντρο ενός ρεαλιστικού ευρωπαϊκού διλήμματος
Για την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία, οι συνέπειες αυτής της ευρωπαϊκής στάσης είναι ιδιαίτερα αισθητές. Ζητήματα που αφορούν την κυριαρχία, την ασφάλεια και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου αντιμετωπίζονται συχνά μέσα από το πρίσμα της διατήρησης των ισορροπιών με την Άγκυρα.
Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί η ελληνική εξωτερική πολιτική επένδυσε τα τελευταία χρόνια στην ενίσχυση των στρατηγικών συνεργασιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Γαλλία, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, ενώ παράλληλα προχώρησε σε σημαντική αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η αποτρεπτική ισχύς αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η ευρωπαϊκή πολιτική δυσκολεύεται να μετατρέψει τις διακηρύξεις αλληλεγγύης σε αποτελεσματική στρατηγική.
Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν η Ελλάδα και η Κύπρος αντανακλά τελικά ένα ευρύτερο πρόβλημα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όσο η κοινή εξωτερική πολιτική παραμένει προϊόν συμβιβασμών μεταξύ διαφορετικών εθνικών προτεραιοτήτων, τόσο δυσκολότερη γίνεται η διαμόρφωση μιας ενιαίας στάσης απέναντι σε αναθεωρητικές συμπεριφορές.
Η Ευρώπη καλείται να αποφασίσει ποιον ρόλο επιθυμεί στον νέο κόσμο
Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα ανέδειξε κάτι πολύ σημαντικότερο από τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας. Ανέδειξε τις δυσκολίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λειτουργήσει ως ενιαίος γεωπολιτικός δρών. Η επιστροφή της ισχύος ως βασικού παράγοντα των διεθνών σχέσεων δοκιμάζει την ικανότητα της Ευρώπης να συνδυάσει τις αξίες της με μια αποτελεσματική στρατηγική.
Η Τουρκία θα συνεχίσει να αξιοποιεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και να διεκδικεί μεγαλύτερο περιφερειακό ρόλο. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και την κατεύθυνση που θα επιλέξει. Εφόσον συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις μέσα από μια λογική διαρκούς διαχείρισης, θα ενισχύεται η εικόνα μιας δύναμης που αδυνατεί να μετατρέψει τις αρχές της σε πολιτική ισχύ. Εφόσον επιδιώξει να διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική, η αξιοπιστία της θα ενισχυθεί τόσο απέναντι στους συμμάχους όσο και απέναντι στους ανταγωνιστές της.
Η απάντηση σε αυτό το δίλημμα υπερβαίνει τις σχέσεις με την Τουρκία. Αφορά τη φυσιογνωμία της Ευρώπης στον 21ο αιώνα και τον βαθμό στον οποίο φιλοδοξεί να αποτελεί γεωπολιτικό πρωταγωνιστή ή έναν οικονομικό γίγαντα που εξακολουθεί να αναζητά τη στρατηγική του ταυτότητα.