Ο YouTuber έτρωγε και τα παιδιά αποθέωναν – Κάπου χάσαμε το νόημα

Ο YouTuber έτρωγε και τα παιδιά αποθέωναν – Κάπου χάσαμε το νόημα

«Πλημμύρισε» η πλατεία Αριστοτέλους από… θαυμαστές του Chris ASMR, που συγκεντρώθηκαν σε γνωστό κατάστημα εστίασης για να τον δουν από κοντά να δοκιμάζει ένα πελώριο μπέργκερ.

Αυτό που είδα και ένιωσα κάνοντας το συγκεκριμένο ρεπορτάζ ήταν σαν μια αναβίωση των παιδικών μου χρόνων, τότε που στην τηλεόραση έπαιζε η Αννίτα Πάνια με τα «αθάνατα» Παρατράγουδα, τον Κάτμαν και άλλους. «Αθάνατα», γιατί η εικόνα, τα τραγούδια και οι ατάκες τους διαιωνίζονται στις νεότερες γενιές ως τρολ. Σύγχρονοι γελωτοποιοί για τη δική μας διασκέδαση, την ώρα που σκρολάρουμε στον ελεύθερο χρόνο μας. Τέτοια περίπτωση θεωρώ και τον Chris ASMR, έναν YouTuber, το ίδιο μπερδεμένο με το ενδιαφέρον του κόσμου όσο ήταν και τα «Παρατράγουδα» της Αννίτας. Το λέω γιατί οι «θαυμαστές» που είδα, ήταν στην πλειονότητά τους ανήλικα παιδιά. Μόνα τους ή μαζί με τους κηδεμόνες τους περίμεναν να έρθει ο YouTuber και γιατί, παρακαλώ; Για να φάει ένα τεράστιο μπέργκερ!

Γιατί αυτό είναι το περιεχόμενό του, να τρώει μεγάλες ποσότητες φαγητού, το λεγόμενο «mukbang». 

Για όσους δεν γνωρίζουν, το «mukbang» ξεκίνησε στη Νότια Κορέα στις αρχές της δεκαετίας του 2010 ως διαδικτυακή μετάδοση, κατά την οποία κάποιος έτρωγε μπροστά στην κάμερα και συνομιλούσε ζωντανά με το κοινό του. Σταδιακά, όμως, εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα επικερδές είδος περιεχομένου, με τις υπερβολικές ποσότητες και τα πιο εντυπωσιακά γεύματα να φέρνουν περισσότερες προβολές, διαφημίσεις και χορηγίες. Όταν αυτή η πρακτική απαιτεί συστηματική υπερφαγία, μόνο αθώα δεν είναι για τους δημιουργούς, καθώς μπορεί να επιβαρύνει το πεπτικό σύστημα, να οδηγήσει σε αύξηση βάρους και να ενισχύσει μια διαταραγμένη σχέση με το φαγητό. Ουσιαστικά, η ίδια η υπερβολή μετατρέπεται σε επάγγελμα και το σώμα του δημιουργού σε θέαμα που καλείται διαρκώς να ξεπερνά το προηγούμενο, ώστε να συνεχίσει να αποφέρει προβολή και χρήματα. Διάβασα ότι ο ίδιος ο Chris ASMR έχει πει πως όταν κάνει περιεχόμενο με υγιεινό φαγητό δεν πάει καλά τόσο καλά σε προβολές, όσο το fast food. Αυτό σημαίνει ότι αν σταματήσει θα χάσει το brand του.

Χωρίς να θέλω να ψυχολογήσω συμπεριφορές, ως θεατής νιώθω αμήχανα απέναντι σε αυτού του είδους τους influencers. Όχι μόνο επειδή αισθάνομαι ότι μπορεί να κάνουν κακό στον εαυτό τους, αλλά και επειδή δεν διακρίνω ένα πραγματικό δέσιμο ανάμεσα στον δημιουργό και το κοινό του. Για να παραμείνει κάποιος στο προσκήνιο, πρέπει να δημιουργεί διαδικτυακά «beefs», να συνεργάζεται με άλλους influencers, να χρησιμοποιεί γνωστά ονόματα για να ενισχύει το brand του ή να ξεπερνά συνεχώς τον εαυτό του, ενίοτε με τρόπο επικίνδυνο για τον ίδιο. Και όσο ανεβαίνει ο πήχης της υπερβολής, τόσο δυσκολότερη γίνεται η επιστροφή σε κάτι ανθρώπινο και φυσιολογικό και αυτό το θεωρώ άκρως προβληματικό.

Το να βλέπω τόσα ανήλικα παιδιά συγκεντρωμένα, να περιμένουν και να κυνηγούν μια φωτογραφία με έναν δημιουργό, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Συμβαίνει διαχρονικά, σε ολόκληρο τον κόσμο και σε κάθε χώρο της δημοσιότητας. Δεν με εντυπωσιάζει, λοιπόν, η ανάγκη των παιδιών να συναντήσουν κάποιον που θεωρούν διάσημο. Με προβληματίζει, όμως, το γιατί είναι διάσημος και κυρίως το τι ακριβώς καλούνται να θαυμάσουν. Διότι μια φωτογραφία δεν αποκτά αξία αυτομάτως επειδή το πρόσωπο δίπλα μας έχει χιλιάδες ακολούθους, ακόμα και αν δεν θαυμάζουμε το άτομο και το θεωρούμε απλά αστείο. Όταν το περιεχόμενο δεν προσφέρει γνώση, κοινωνικό έργο ή έστω μια ουσιαστική μορφή ψυχαγωγίας, γεννιέται αναπόφευκτα μια βαθύτερη συζήτηση… ποιον κάνουμε διάσημο, ποιος αποκτά κοινό και για ποιον λόγο θεωρούμε ότι αξίζει τον θαυμασμό μας;

Ένας γονιός μπορεί να υποχωρήσει στην επιμονή του παιδιού του και να το συνοδεύσει για να δει τον αγαπημένο του influencer. Οφείλει, όμως, να του εξηγήσει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, γιατί έγινε γνωστός, τι ακριβώς προσφέρει και ποιο τίμημα μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτήν την εικόνα. Όχι για να του απαγορεύσει να διασκεδάσει, αλλά για να του μάθει να ξεχωρίζει τη δημοφιλία από την αξία και τη θέαση από τον πραγματικό θαυμασμό. Γιατί, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιον κοιτούν τα παιδιά, είναι αν εμείς τους μάθαμε ποτέ πώς να κοιτούν και γιατί.

Η επιλογή του καταστήματος εστίασης να διοργανώσει ένα τέτοιο event μπορεί εμπορικά να ήταν πανέξυπνη. Τα παιδιά περίμεναν, το κατάστημα γέμισε και η κατανάλωση αυξήθηκε, το είδα με τα μάτια μου. Το τελικό συναίσθημα, όμως, παραμένει άβολο. Η «κατάντια», κυρίες και κύριοι, για να θυμηθούμε και τη Ράνια Τζίμα, δεν είναι μόνο το θέαμα. Είναι κυρίως η δική μας ευκολία να το αποδεχόμαστε χωρίς δεύτερη σκέψη.