Ο κίνδυνος της επιτυχίας των μεγάλων αριθμών, σε σχέση με τη κατάσταση των μικρών πραγμάτων
Όταν η διεθνής αναγνώριση δεν συναντά την καθημερινότητα των πολιτών, η πολιτική αξιοπιστία δοκιμάζεται
Η πρόσφατη κατάταξη του Economist, που τοποθετεί την Ελλάδα στην έκτη καλύτερη θέση παγκοσμίως ως προς την οικονομική της επίδοση, προσφέρει μια ισχυρή συμβολική επιβεβαίωση της πορείας σταθεροποίησης και ανάπτυξης της χώρας.
Πρόκειται για μια διάκριση που κανείς δεν είναι εύκολο να αγνοήσει. Δείχνει ότι η Ελλάδα όχι μόνο έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της ακραίας αβεβαιότητας, αλλά και ότι συντονίζεται με τις πιο δυναμικές οικονομίες παγκοσμίως. Ωστόσο αυτή η σημαντική επιτυχία συναντά εμπόδια όταν επιχειρεί να ενσωματωθεί στην πολιτική αφήγηση. Δεν γίνεται αντιληπτή με τον ίδιο τρόπο από όσους βιώνουν την καθημερινότητα με υποκειμενικούς όρους κόστους ζωής, περιορισμένου εισοδήματος και επαγγελματικής ανασφάλειας.
Το χάσμα ανάμεσα στη διεθνή εικόνα της χώρας και στην εμπειρία των πολιτών δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Αποτυπώνει μια πραγματική απόσταση ανάμεσα στα μακροοικονομικά επιτεύγματα και στη μικροοικονομική πραγματικότητα. Τα μεγέθη της ανάπτυξης, των επενδύσεων, της πιστοληπτικής αναβάθμισης και της εξωστρέφειας έχουν τη δική τους αξία και η συνολική πρόοδος είναι αναμφισβήτητη. Όμως όταν ο μισθός δεν επαρκεί για τα βασικά, όταν η ακρίβεια διαβρώνει τη μηνιαία δυνατότητα κατανάλωσης και όταν η καθημερινότητα μοιάζει αμετάβλητη, η διεθνής αναγνώριση καθίσταται όλο και περισσότερο αφηρημένη. Η συμβολική της ισχύς δεν φτάνει εύκολα έως το οικογενειακό τραπέζι.
Η πολιτική δυσκολία που δημιουργείται είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να θέλει να αναδείξει την επιτυχία. Η συγκυρία προσφέρει επιχειρήματα για μια αφήγηση αυτοπεποίθησης και σταθερότητας, για μια Ελλάδα που αποτελεί πλέον θετικό παράδειγμα. Από την άλλη πλευρά, το κοινό στο οποίο απευθύνεται αυτή η αφήγηση έχει διαφορετικό σημείο αναφοράς. Η καθημερινή μάχη για οικονομική επιβίωση έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τα μακροοικονομικά δεδομένα όπως τα μετράει ένα ξένο περιοδικό. Όταν η εμπειρία των πολιτών δεν ευθυγραμμίζεται με τα επίσημα μηνύματα, τότε γεννιέται μια κρίσιμη ασυμμετρία αντίληψης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η επίκληση των αριθμών μπορεί να λειτουργήσει αντιπαραγωγικά. Όχι γιατί οι αριθμοί είναι ψευδείς, αλλά γιατί δεν συνοδεύονται από μια αναγκαία οπτικοποίηση τους στην πραγματική ζωή. Η οικονομική πρόοδος χρειάζεται χρόνο για να διαχυθεί, χρειάζεται θεσμική σταθερότητα, χρειάζεται ανακατανομή οφέλους. Όμως η ελληνική κοινωνία έχει περάσει μέσα από διαδοχικές κρίσεις που έχουν περιορίσει την αντοχή της. Η υπομονή δεν είναι πια αυτονόητη. Η κόπωση είναι συσσωρευμένη και η απαίτηση για απτές βελτιώσεις άμεση.
Ο κίνδυνος επομένως δεν βρίσκεται στα ίδια τα οικονομικά επιτεύγματα, αλλά στον τρόπο που επιχειρείται να αξιοποιηθούν πολιτικά. Όταν η ρητορική της επιτυχίας δεν συναντά το βίωμα του πολίτη, τότε μπορεί να δημιουργηθεί μια αίσθηση αποξένωσης ή και μια εντύπωση έπαρσης. Η κυβέρνηση εμφανίζεται σαν να μιλά για μια διαφορετική Ελλάδα από αυτή που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι πολίτες. Και αυτή η εντύπωση έχει σοβαρές συνέπειες: ενισχύει τον κυνισμό, τροφοδοτεί την αμφισβήτηση και δυσκολεύει την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Σε μια περίοδο που οι πολιτικές ταυτότητες ρευστοποιούνται και οι ψηφοφόροι κινούνται ανάμεσα στην προσδοκία και τη δυσπιστία, η σχέση ανάμεσα στη διεθνή εικόνα της οικονομίας και την κοινωνική εμπειρία αποκτά καθοριστική σημασία. Η έκτη θέση στον Economist είναι ένα ισχυρό εργαλείο διεθνούς κύρους, όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της καθημερινής βελτίωσης. Για να έχει πολιτικό βάρος, πρέπει να συνοδευτεί από μια στρατηγική που θα μειώνει το κόστος ζωής, θα ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα και θα αποκαθιστά την αίσθηση ότι η πρόοδος αφορά τους πολλούς.
Η σημερινή συγκυρία θέτει λοιπόν ένα ξεκάθαρο δίλημμα: ή η οικονομική επιτυχία θα μετατραπεί σε κοινωνική πρόοδο ή θα παραμείνει ένα εντυπωσιακό αλλά μακρινό στατιστικό στοιχείο. Η πραγματική πρόκληση είναι η γεφύρωση αυτού του χάσματος. Η επικοινωνία της οικονομικής επιτυχίας χρειάζεται να εγκαταλείψει την αυτάρκεια των αφηρημένων ποσοστών και να αναζητήσει συγκεκριμένα πρόσωπα επιτυχίας.
Στο τέλος της ημέρας, η αξιοπιστία μιας κυβέρνησης δεν κρίθηκε ποτέ αποκλειστικά από τους δείκτες. Κρίνεται από το αν οι πολίτες νιώθουν ότι η ζωή τους γίνεται καλύτερη. Και αυτό παραμένει το πιο απαιτητικό στοίχημα και για τη κυβέρνηση, μα κυρίως για τη χώρα.